Book review, movie criticism

Tuesday, June 19, 2012

Βλαντιμήρ Ναμπόκοφ, Πρόσκληση σ’ έναν αποκεφαλισμό


Βλαντιμήρ Ναμπόκοφ, Πρόσκληση σ’ έναν αποκεφαλισμό (μετ. Δημήτρης Καραγιάννης) Αιγόκερως 1982, σελ. 171.

  Ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (1899-1977) είναι σε όλους γνωστός από την Λολίτα. Για την Λολίτα γράψαμε λίγα πράγματα πριν κάποια χρόνια. Τότε δεν είχαμε ακόμη blog, τα μεταφέραμε όμως αργότερα στο blog. Σήμερα θα γράψουμε για ένα άλλο βιβλίο του, την «Πρόσκληση για έναν αποκεφαλισμό», ένα από τα πρώτα έργα του, γραμμένο στα ρώσικα το 1936.  
  Θα ξεκινήσω από τον πρόλογο του Γιάννη Σολδάτου. Εκεί παραθέτει ένα απόσπασμα στο οποίο ο Ναμπόκοφ αρνείται τις επιδράσεις που έχουν ανιχνεύσει στο έργο του, και ανάμεσα στους συγγραφείς που παραθέτει είναι ο Κάφκα και ο Όργουελ. Για τον Κάφκα λέει ότι δεν είχε διαβάσει ακόμη τα έργα του όταν έγραφε το βιβλίο. Παρά την «αγωνία της επίδρασης» για την οποία μιλάει ο Χάρολντ Μπλουμ στο ομώνυμο βιβλίο του δεν νομίζουμε ότι ψεύδεται, όμως όταν λέει ότι το βιβλίο του δεν έχει καμιά σχέση με τη «Δίκη» και το «Κάστρο» δεν εκφράζει τίποτα περισσότερο από την προσωπική του άποψη. Γιατί εγώ, όπως και οι κριτικοί που διαπίστωσαν τη συγγένεια, πιστεύουμε ότι υπάρχει βαθειά σχέση ανάμεσα στην «Πρόσκληση για έναν αποκεφαλισμό» και στα έργα αυτά του Κάφκα, ιδιαίτερα τη «Δίκη». Για τον Όργουελ σίγουρα έχει δίκιο, αφού το έργο του «1984» κυκλοφόρησε το 1949. Όμως θα προσθέσω ένα άλλο όνομα στον κατάλογο, τον Άλντους Χάξλεϋ, του οποίο ο «Θαυμαστός καινούριος κόσμος» κυκλοφόρησε το 1932, τέσσερα χρόνια πριν.
  Ο θαυμαστός καινούριος κόσμος του Ναμπόκοφ περιέχει στοιχεία που δεν έχουμε συναντήσει στο παρελθόν, όπως π.χ. ότι ο δημόσιος κατήγορος και ο συνήγορος υπεράσπισης πρέπει να είναι δίδυμα αδέλφια, ή τουλάχιστον να φαίνονται με μακιγιάζ ως τέτοια, σε αντίθεση με κάποια άλλα όπως ο αποκεφαλισμός (όχι με γκιλοτίνα αλλά με τσεκούρι) και η δημόσια παρακολούθηση εκτελέσεων. Όσο για τον «Πύργο», όντως μπορεί απλά να έχει μια μακρινή ομοιότητα με τη φυλακή όπου κρατείται ο Κινγκιννάτος, όμως ο «Κινγκιννάτος Κ.» με την παράλογη θανατική καταδίκη του, αν και πιστεύω ότι είναι συμπτωματική η ομοιότητα του ονόματός του με τον Τζόζεφ Κ., παραπέμπει σίγουρα στη «Δίκη».   
  Έχω διαβάσει ότι κάποιοι ιθαγενείς, όταν ξέπεφτε κάποιος ξένος στα μέρη τους και δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν τι σόι άνθρωπος είναι, τον έτρωγαν. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στον κόσμο που ζει ο Κινγκιννάτος. Η «αδιαφάνεια», το να μην είσαι διαπερατός στη ματιά των συνανθρώπων σου, είναι έγκλημα που καταδικάζεται με θάνατο. Έχει μάλιστα και όνομα: «Γνωστική διαφθορά», που προσδιορίζεται ως «αδιαπερατότητα, αδιαφάνεια, αγνωσία» (σελ. 57). Πιο πριν διαβάζουμε:
  «Ήταν απρόσιτος στις ακτίνες των άλλων, κι ως εκ τούτου όταν ξεχνιόταν δημιουργούσε μια αλλόκοτη εντύπωση, σαν ένα μοναχικό σκοτεινό εμπόδιο σ’ αυτό τον κόσμο των διαφανών ψυχών· έμαθε εντούτοις να υποκρίνεται διαύγεια, δημιουργώντας ένα πολύπλοκο σύστημα απ’ οπτικές πλάνες-όμως αρκούσε μόνο ν’ αφαιρεθεί, να επιτρέψει ένα στιγμιαίο παραπάτημα στον αυτοέλεγχό του, στο χειρισμό των επιδέξια φωτισμένων πλευρών και γωνιών προς τις οποίες έστρεφε την ψυχή του, κι αμέσως γινόταν συναγερμός. Στο κορύφωμα της έξαψης ενός αγώνα οι συνομήλικοί του έξαφνα θα τον εγκατέλειπαν, σημάδι ότι είχαν καταλάβει πως το καθαρό του βλέμμα κι οι γαλαζωποί του κρόταφοι δεν ήταν παρά μια δεξιοτεχνική απάτη και πως στην πραγματικότητα ο Κινγκιννάτος ήταν αδιαπέραστος» (σελ. 21).
  Από την παιδική του ηλικία ήταν αδιαφανής. Πριν καταδικαστεί σε θάνατο ως ενήλικας, οι συνομήλικοί του τον είχαν καταδικάσει στην μοναξιά, καθώς δεν ήταν ευπρόσδεκτος στις παρέες και στα παιχνίδια τους.
  Η υπαρξιακή συνθήκη του ανθρώπου, να το ξαναγράψω άλλη μια φορά, είναι η μοναξιά. Εδώ η μοναξιά του Κινγκιννάτου τονίζεται ακόμη περισσότερο με την τραγικότητα της ύπαρξής του. Η γυναίκα του τον απατάει εξακολουθητικά, τα δυο παιδιά του, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, έχουν περίπου ένα διεστραμμένο ψυχισμό, και οι γονείς του δεν τρέφουν καθόλου τα αισθήματα που τρέφουν οι γονείς απέναντι στα παιδιά τους. Είναι απόλυτα μόνος. Όμως κάποια στιγμή του φέρνουν σε ένα διπλανό κελί έναν άλλο φυλακισμένο, για να κάνουν πότε πότε παρέα. Όμως στο τέλος αποδεικνύεται ότι ο φυλακισμένος αυτός δεν είναι άλλος από τον εκτελεστή του. Ένας από τους κανόνες των εκτελέσεων είναι να γνωρίζεται ο δήμιος από πριν με τον καταδικασμένο.
  Ένα γκροτέσκο στοιχείο στο έργο είναι και μια αράχνη που βρίσκεται στο κελί του, και που εμφανίζεται συχνά στην αφήγηση. Στο τέλος αποκαλύπτεται ότι είναι μηχανική, και την χειρίζεται ο φύλακας με αόρατα νήματα. Γκροτέσκα είναι επίσης και η υποχρέωση ένας καταδικασμένος σε θάνατο να επισκέπτεται τις αρχές της πόλης. Ακόμη πιο γκροτέσκος είναι ο κανονισμός της φυλακής, που στο υπαριθ. 6 αναφέρει: «Επιθυμητόν είναι όπως ο εσώκλειστος ουδόλως έχει, ή, εάν έχει, θα πρέπει μόνος του αμέσως να καθυποτάξει νυχτερινά όνειρα τον οποίων το περιεχόμενο ίσως καταστεί ασυμβίβαστον προς τας συνθήκας και το καθεστώς κράτησης του φυλακισμένου, τέτοια όπως: αγλαή τοπία, έξοδοι με φίλους, οικογενειακά γεύματα, καθώς και σεξουαλικαί επαφαί με πρόσωπα τα οποία εις την πραγματικήν ζωήν και εις κατάστασιν εγρήγορσης δεν θα επέτρεπαν εις το άτομον να τα πλησιάσει, το δε άτομο ως εκ τούτου θα θεωρηθεί από τον νόμο ένοχο βιασμού» (σελ. 40).
  Ένα κελί φυλακής δεν είναι ένας ευχάριστος τόπος διαμονής, και μάλιστα όταν είσαι μελλοθάνατος. Όμως στον Κινγκιννάτο συμβαίνει κάτι χειρότερο: δεν του έχουν ανακοινώσει την ημερομηνία της εκτέλεσής του. Έτσι βρίσκεται σε συνεχή αγωνία, καθώς ανά πάσα στιγμή μπορεί να τον πάρουν για εκτέλεση. Αυτή θα πραγματοποιηθεί τελικά σε δεκαπέντε μέρες. Μ’ αυτήν τελειώνει και το έργο.
  Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, με παρέμβλητη κατά διαστήματα την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός εσωτερικού μονόλογου, που όμως καταγράφεται ως ημερολόγιο. Στον εσωτερικό αυτό μονόλογο ο Κινγκιννάτος μιλάει και για κάποιες παραισθήσεις που έχει. Να σημειώσουμε ακόμη ότι ο ακραίος νατουραλισμός στην παράθεση λεπτομερειών κάνει την ατμόσφαιρα ακόμη πιο ζοφερή.
  Η μετάφραση φαντάζομαι έγινε από τα αγγλικά. Αν γινόταν από τα ρώσικα θα δηλωνόταν. Δεν είναι καλή, αν και νομίζω ότι το πρόβλημα προέρχεται από την επιμέλεια. Το ότι κάθε τρεις και μια συναντάμε λέξεις χωρίς τόνο μας κάνει να υποθέσουμε ότι η επιμέλεια ήταν ανύπαρκτη, αλλιώς δεν θα παρέμενε η φράση «οι ήχοι απασχολήθηκαν» (σελ. 107), που είναι ακατανόητη.
  Η φράση στο πρωτότυπο είναι «заработали звуки». Заработаю σημαίνει αρχίζω να δουλεύω, μπαίνω σε κίνηση. Δεν θα ήταν άραγε μια καλύτερη μετάφραση το «άρχισαν οι θόρυβοι» από αυτό το ασαφές «απασχολήθηκαν»;
  Παρά τις ενστάσεις μας για τη μετάφραση και την επιμέλεια, το βιβλίο είναι εξαιρετικό, και δεν νομίζω να υπάρχει άλλη μετάφραση του έργου στα ελληνικά. Είναι ένα βιβλίο που δεν πρόκειται ποτέ να σβηστεί από τη μνήμη του αναγνώστη.

  
 
Post a Comment