Book review, movie criticism

Friday, May 16, 2014

Stendhal, Αρμάνς



Stendhal, Αρμάνς (μετ. Χριστόφορος Λιοντάκης), Ηριδανός χχ, σελ. 263

  Πριν ξεκινήσουμε, να πούμε ότι με το χχ δηλώνεται ότι στο βιβλίο δεν υπάρχει αναγραμμένη ημερομηνία έκδοσης. Συνήθως όμως πρόκειται για παλιά έκδοση, και για το βιβλίο αυτό δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, μια και είναι σε πολυτονικό.
  Ο Σταντάλ είναι ο αγαπημένος μου από τη γαλλική τριανδρία. Έχω ήδη γράψει για το «Περί έρωτος», «Το κόκκινο και το μαύρο», το «Μοναστήρι τις Πάρμας» και το «Λισιέν Λεβέν».
  Ξεκίνησα να διαβάζω την «Αρμάνς» λίγο πριν το Πάσχα. Διάβασα τα εισαγωγικά, (ένα «Γράμμα του Σταντάλ στον Προσπέρ Μεριμέ για το θέμα της Αρμάνς», το σημείωμα του μεταφραστή και τον πρόλογο του Σταντάλ) καθώς και το πρώτο κεφάλαιο. Μετά πήγα στην Κρήτη για τις γιορτές του Πάσχα, όπου ανέλαβα να επιμεληθώ ένα βιβλίο για τις εκδόσεις «Ιεράπετρα 21ος αιών», και έτσι δεν πρόλαβα να τη συνεχίσω. Στην Αθήνα με περίμενε το τελευταίο βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου, το «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου», έτσι προτίμησα να διαβάσω αυτό, και τον Σταντάλ να τον διαβάσω μετά, από την αρχή.
  Δεν τον διάβασα από την αρχή, αλλά από το πρώτο κεφάλαιο, παραλείποντας τα εισαγωγικά σημειώματα στα οποία αναφέρθηκα.
  Ευτυχώς!!!
  Το γιατί «ευτυχώς», το αφήνω για το τέλος.
  Το μυθιστόρημα είναι ερωτικό. Αναφέρεται στον έρωτα του Οκτάβιου και της Αρμάνς, δυο νέων με ένα περίεργο ψυχισμό. Αυτός ο περίεργος ψυχισμός τους, περίεργος όμως για την εποχή μας, είναι που δημιουργεί τις περιπέτειες και τις περιπλοκές στη σχέση τους, και βέβαια οι κοινωνικές καταστάσεις της εποχής, όπου γονείς, αλλά και συγγενείς, παρενέβαιναν άμεσα στις ερωτικές υποθέσεις ενός ζευγαριού. Όχι ότι δεν προσπαθούν να παρέμβουν και σήμερα, αλλά ποιος τους ακούει. Δισταγμοί, παρεξηγήσεις, στοχασμοί και αναστοχασμοί επί των στοχασμών που εκτίθενται κυρίως με εσωτερικό μονόλογο αποτελούν ένα μεγάλο μέρος του έργου, ενώ η αφηγηματική φωνή κάνει διεισδυτικές αναλύσεις της ψυχοσύνθεσής τους. Η σχέση τους προχωρεί σαν χελώνα. Το ίδιο και το μυθιστόρημα, που στο πρώτο του μέρος είναι σχεδόν άδειο από γεγονότα, για να επιταχυνθεί ο ρυθμός του καθώς προχωράει προς το τέλος, σαν θέατρο Νο, όπου βλέπουμε και μια μονομαχία.
  Υπάρχει και μια ίντριγκα α λα Οθέλος, που σκοπό έχει να διαλύσει τη σχέση των δυο νέων. Ο Οκτάβιος διαβάζει ένα πλαστό γράμμα, γραμμένο δήθεν από την Αρμάνς και απευθυνόμενο σε μια φίλη της, στο οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ έλεγε ότι δεν ήταν πια ερωτευμένη με τον Οκτάβιο αλλά παρολαυτά ήταν αποφασισμένη «να κάνω ένα γάμο που θα με ωφελήσει από κάθε άποψη» (σελ. 223).
  Ο Οκτάβιος, συγκλονισμένος, αποφασίζει να πεθάνει. Μεγαλόψυχα όμως θα την κάνει γενική κληρονόμο του. Της λέει ότι έχει κάνει τάμα να πολεμήσει για την απελευθέρωση της Ελλάδας (το μυθιστόρημα γράφεται το 1926, τότε που επικρατούσε εκείνο το ισχυρότατο φιλελληνικό ρεύμα που ώθησε άτομα όπως ο λόρδος Βύρων να έλθουν στη χώρα μας και να αγωνιστούν στο πλευρό των επαναστατημένων ελλήνων, και γίνονται αρκετές αναφορές σ’ αυτό το ρεύμα σε όλο το έργο). Τελικά, αντί να πεθάνει ηρωικά σε κάποια μάχη, αυτοκτονεί στο πλοίο που τον μεταφέρει. Είναι χαρακτηριστικό του Σταντάλ να σκοτώνει τους ήρωές του στο τέλος.
  «Η Αρμάνς ύστερα απ’ το γάμο τους, ήταν τόσο ευτυχισμένη που δεν στενοχωρήθηκε και πολύ με τον πρόσκαιρο αποχωρισμό… Ο ίδιος ο Οκτάβιος, μη μπορώντας να παραβλέψει την ευτυχία της, υπέκυψε στην αδυναμία – πολύ μεγάλη κατά τη γνώμη του – να αναβάλει την αναχώρησή του οκτώ μέρες… Η ευτυχία της νεαρής γυναίκας του τον είχε συγκινήσει» (σελ. 229).
  Μπορεί άραγε να συμπεράνει κανείς από αυτές τις γραμμές ότι ο Οκτάβιος ήταν ανίκανος; Και όμως, αυτό γράφεται στα εισαγωγικά σημειώματα, κάτι που είχα ξεχάσει όταν τα διάβασα την πρώτη φορά, και το θυμήθηκα όταν τα ξαναδιάβασα, ευτυχώς αφού τέλειωσα το μυθιστόρημα, γιατί θα μου είχε χαλάσει την εντύπωση. Προτιμώ να θεωρώ τις δυσκολίες στη σύναψη της σχέσης των δυο νέων που είναι ολοφάνερα ερωτευμένοι σαν αποτέλεσμα μιας υπερβολικής ντροπαλότητας αλλά και επιφυλάξεων απέναντι στο περιβάλλον, τις καταστάσεις και τις συνθήκες της εποχής (Η Αρμάνς, φτωχή κοπέλα, φοβάται ότι θα την κατηγορήσουν ότι θέλει να παντρευτεί τον Οκτάβιο για την περιουσία του), και όχι σαν αποτέλεσμα των δισταγμών του Οκτάβιου εξαιτίας της ανικανότητάς του. Εξάλλου σε κάποια σημεία του έργου υπάρχουν υπαινιγμοί ότι έχει ερωμένες, μια από τις οποίες είναι η κα Ωμάλ, λίγο μεγαλύτερή του βέβαια αλλά πάρα πολύ όμορφη.
  Προτιμώ να ξεχάσω πως σκεφτόταν τον ήρωά του ο Σταντάλ όταν έγραφε το έργο. Δεν είναι ίσως τυχαίο πως του «ξέφυγε» να δηλώσει απερίφραστα τη σεξουαλική του ανικανότητα. Εκδομένο «ανώνυμα», όπως διαβάζω στη Βικιπαίδεια, το 1927, δεν νομίζω να υποψίασε κανέναν από τους αναγνώστες για την ανικανότητα του ήρωα. Τα αποσπάσματα που παρέθεσα είναι σαφέστατα. Καμιά γυναίκα δεν θα ένοιωθε ευτυχισμένη με έναν άντρα που δεν ολοκλήρωνε τις σχέσεις τους μετά το γάμο. Τελικά είχα αρκετή τύχη να ξεχάσω τα εισαγωγικά όταν διάβασα το μυθιστόρημα, γιατί φοβάμαι ότι θα μου άρεσε λιγότερο.  Όμως διάβασα αυτό το θαυμάσιο στον πρόλογο: «…η επίμονη καλλιέργεια του ύφους κάνει το έργο απρόσιτο και ξηρό» (σελ. 15). Προσυπογράφω.
  Κάτι που ξέχασα να πω: Ο Οκτάβιος και η Αρμάνς είναι ξαδέλφια. Βρισκόμουν κάπου στη μέση του βιβλίου όταν θυμήθηκα έναν ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο που μου είπε ένας χωριανός μου, Μπάμπης και αυτός, πέρυσι το καλοκαίρι: «Μακριά από μάνα κι αδελφή κι από άσχημη ξαδέλφη».
  Και η Αρμάνς δεν είναι μόνο όμορφη: «...θα έλεγε το παντοτινό αντίο στην ωραία του ξαδέλφη» (σελ. 143). Έχει και ωραίο σώμα: «Η σπάνια τελειότητα του σώματός της διαγραφόταν μέσα από το απλό της φόρεμα» (σελ. 138).
  Στον τοίχο μιας φίλης στο facebook διαβάζω «Μουσική είναι η σιωπή ανάμεσα στις νότες"_Claude Debussy».
  Κάπου έχω ξαναγράψει για την εκμετάλλευση του κενού σε μια αφήγηση, για χιουμοριστικές κυρίως εντυπώσεις. Θυμάμαι ότι πρωτοσυνάντησα αυτό το εφέ στην ταινία «Ο καλός ο κακός και ο άσχημος». Ο Ελάι Γουόλας και ο Κλιντ Ίστγουντ προχωρούν με τα άλογά τους. Από μακριά βλέπουν μια ομάδα ιππέων να καλπάζουν προς το μέρος τους, με άσπρες στολές. –Ζήτω οι Νότιοι, ζήτω οι Νότιοι, ουρλιάζει ο άσχημος. Η ομάδα των ιππέων πλησιάζει και σταματά μπροστά τους. Ο επικεφαλής, με το δεξί του χέρι, τινάζει τη σκόνη από το αριστερό, και από κάτω φαίνεται το μπλε χρώμα της στολής των Βόρειων. Την επόμενη σκηνή ο σκηνοθέτης δεν μας την δείχνει, και εκεί έγκειται το εφέ του κενού, μας δείχνει την μεθεπόμενη, με τους δυο ήρωές μας να βρίσκονται σε ένα κρατητήριο.  
  Στο έργο του Σταντάλ ο πατέρας ντε Μαλιβέρ εκφράζει τις αντιρρήσεις του για το γάμο του γιου του με την Αρμάνς, τον οποίο όμως θέλει πάρα πολύ η γυναίκα του. «…Όλοι οι νέοι εκπρόσωποι της γαλλικής νεολαίας θα γίνουν οι μεγαλύτεροι εχθροί του Οκτάβιου κ.λπ. κ.λπ».
  Στην επόμενη παράγραφο διαβάζουμε:
  «Η κ. ντε Μαλιβέρ γύρισε πολύ αργά στο Αντιγύ μ’ ένα θαυμάσιο γράμμα για την Αρμάνς. Στο γράμμα ο κ. ντε Μαλιβέρ ζητούσε το χέρι της για τον Οκτάβιο» (σελ. 205).
  Η ενδιάμεση σκηνή, με ποιο τρόπο τον έπεισε, απουσιάζει.
  Το στανταλικό τρίπτυχο είναι έρωτας, περιπέτειες και σάτιρα. Μπορεί η σάτιρα να καταλαμβάνει μικρότερη θέση σ’ αυτό το έργο, όμως δεν απουσιάζει. Ενώ ο Μπαλζάκ σατιρίζει τους αστούς τους οποίους συναναστρέφεται, ο Σταντάλ σατιρίζει τους ευγενείς της Παλινόρθωσης, τους οποίους επίσης συναναστρέφεται. Σατιρίζει αλύπητα τους διάφορους «ντε», που τόσο τους ζήλευε ο Μπαλζάκ, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να πλαστογραφήσει το όνομά του και να το κάνει ντε Μπαλζάκ. Στο στόμα κάποιου ντε Ρ… (έτσι, με τις τρεις τελίτσες, θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε ντε…) βάζει τα παρακάτω λόγια:
  «Το μόνο που σας ζητώ είναι να μην τον αφήσετε ν’ ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Δεν ταιριάζει στην ευγενική καταγωγή του» (σελ. 176).
  Ο Χριστόφορος Λιοντάκης είναι ποιητής και μάλιστα κρητικός. Έτσι δεν μπορούσαν να λείψουν οι δεκαπεντασύλλαβοι από τη μετάφρασή του.

Έπεσε πάνω στον κορμό ενός γέρικου δένδρου (σελ. 131)
Κάτι σαν από ένστιχτο τον έσπρωχνε στον πύργο (σελ. 136)
Να συζητά ελεύθερα γι’ αυτή την προφητεία (σελ. 177)
Την αποπήρε αυστηρά για κάποια ανοησία (σελ. 184)

  Το να γράψω για ένα μυθιστόρημα του Σταντάλ ότι είναι πάρα πολύ καλό αποτελεί κοινοτοπία. Όχι όμως και το να γράψω ότι ο Αντρέ Ζιντ θεωρούσε την Αρμάνς ως το καλύτερό του, όπως διαβάζω στη βικιπαίδεια.
Post a Comment