Book review, movie criticism

Sunday, May 11, 2014

Γιάννης Καλπούζος, Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου



Γιάννης Καλπούζος, Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου, Ψυχογιός 2014, σελ. 423

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ερωτική ιστορία με αστυνομικό σασπένς

  Έχουμε γράψει ήδη για τα τρία μεγάλα μυθιστορήματα του Καλπούζου, το «Ιμαρέτ», βραβευμένο με το Βραβείο Αναγνωστών, με το οποίο τον γνωρίσαμε, το «Άγιοι και δαίμονες» και την «Ουρανόπετρα». Σειρά έχει το τελευταίο του μυθιστόρημα, «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου».
  Υπάρχουν ομοιότητες αλλά και διαφορές ανάμεσα στο μυθιστόρημα αυτό και τα τρία προηγούμενα. Και βέβαια δεν εννοούμε την αλλαγή του εκδοτικού οίκου, τη μεταγραφή του συγγραφέα από το Μεταίχμιο στον Ψυχογιό, αλλά κυρίως την μεταπήδησή του από το ιστορικό μυθιστόρημα στο μυθιστόρημα με σύγχρονη θεματολογία.
  Ο Καλπούζος επιστρέφει στην Άρτα, το γενέθλιο τόπο του, αλλά όχι την Άρτα του 1870, την Άρτα του Ιμαρέτ, αλλά την Άρτα του 1970. Με κεντρικούς ήρωες τον Άνδη, μια περίπου διπλοτυπία του Λούη στα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» του Μουρσελά, και την Θάλεια, πλέκει ένα ερωτικό μυθιστόρημα που συναρπάζει.
  Και εδώ βλέπουμε το θέμα της γονεϊκής αντίστασης στα αισθήματα των νέων. Όμως, σε αντίθεση με τη δραματική εξέλιξη που είχε μια ανάλογη ιστορία στη «Μικρά Αγγλία» της Ιωάννας Καρυστιάνη που την είδαμε πρόσφατα και σε ταινία, ο έρωτας των δυο νέων στο τέλος ευοδώνεται.
  Μετά από πολλές περιπέτειες. Γιατί το κύριο χαρακτηριστικό του Καλπούζου, τόσο σε αυτό το μυθιστόρημα όσο και στα προηγούμενά του, είναι η επινοητικότητα στην πλοκή. Και με τη λέξη «πλοκή» εννοούμε τόσο την αφηγηματική τεχνική, όσο και την ιστορία που επινοεί και την οποία μας αφηγείται.
  Βέβαια αυτό το καταπληκτικό σασπένς που δημιουργεί ο Μάρκες, που πρόσφατα θρηνήσαμε το θάνατό του, αμέσως με την πρώτη περίοδο στα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» (Πολλά χρόνια αργότερα, όταν θα στεκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Aureliano Buendía θα θυμόταν εκείνο το μακρινό απόγευμα που ο πατέρας του τον πήρε να ανακαλύψουν τον πάγο) δεν μπορεί να το φτάσει κανείς, όμως και ο Καλπούζος κάνει κάτι ανάλογο: παρουσιάζει τη Θάλεια στο πρώτο κεφάλαιο, με κάτι σαν in media res, να βγάζει από την τσάντα της μια νεκροκεφαλή. Στη συνέχεια αφηγείται από την αρχή την ιστορία, για να φτάσουμε πάλι στην ίδια σκηνή μετά από 300 σελίδες και 24 κεφάλαια.
  Διαβάζοντας το μυθιστόρημα αυτό θυμήθηκα το «Μοναστήρι της Πάρμας» αλλά και το «Λισιέν Λεβέν» του Στεντάλ. Και τα δυο είναι ερωτικές ιστορίες, αλλά όχι μόνο. Και στα δυο έργα του Στεντάλ ο έρωτας συμπλέκεται με την πολιτική, όμως ενώ στο Μοναστήρι υπάρχει μια περίπου εναλλαγή, στον Λισιέν, στον πρώτο τόμο του έργου το βάρος πέφτει στον έρωτα και στον δεύτερο στην πολιτική. Έτσι και στο έργο του Καλπούζου, στο πρώτο μισό περίπου του έργου την πρωτοκαθεδρία την έχει ο έρωτας και στη συνέχεια μια αστυνομική πλοκή με την αναζήτηση της ταυτότητας ενός δολοφόνου.
  Όχι ότι απουσιάζει η πολιτική. Ο εμφύλιος παίζει οργανικό ρόλο στην πλοκή, και υπάρχουν αρκετά σημεία δοκιμιακού λόγου όπου οι ήρωες συζητούν πολιτικά ζητήματα που έχουν σχέση με την ταραγμένη αυτή περίοδο της νεότερης ιστορίας μας.
  Ένας φίλος μου ποιητής μου είπε για ένα έργο του, ότι αυτό κι αυτό συμβολίζουν εκείνο και εκείνο. Εγώ δεν είχα αντιληφθεί τους συμβολισμούς, και δεν είμαι από αυτούς που ψάχνουν ντε και καλά σύμβολα πίσω από κάθε τι. Εξάλλου τα σύμβολα συχνά τίθενται από τους μελετητές σαν εμπρόθετες υπερερμηνείες, όπως π.χ. στην ταινία «Αυτή είναι η πατρίδα μου» του ιρανού Parviz Kimiavi, όπου το «κρασί» στους στίχους του Ομάρ Καγιάμ, κατά τους ισλαμιστές ερμηνευτές συμβολίζει το φως και την πίστη.  
  Ο Καλπούζος, ξέροντας ότι δεν θα αναζητήσει κανείς συμβολισμούς στο έργο του, τους παρουσιάζει ο ίδιος, όπως έκανε σε μένα ο φίλος ποιητής. Έτσι διαβάζουμε (μιλάει ο Άνδης στη Θάλεια):
  «Θυμάσαι… που ανέφερα ότι παραλληλίζω την ιστορία του Αυγερινού και τη σχέση μας με τις πληγές και τις επιπτώσεις του Εμφύλιου Πολέμου στην ελληνική κοινωνία;
  Ο Αυγερινός είναι ένα από τα πολλά φωτεινά μυαλά που χάθηκαν… Ο πατέρας μου το ακραίο και φανατικό πρόσωπο που επικράτησε ανάμεσα στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα… Η μάνα μου απεικονίζει το μέρος του ελληνικού λαού που κράτησε βαθιά μέσα του το φαρμάκι και τον πόνο… Ο κυρ Αλέκος αντιπροσωπεύει εκείνους που κατηγορήθηκαν άδικα… ο μπάρμπα-Ιπποκράτης, το κομμάτι της βασανισμένης και σκιαγμένης αριστεράς με τα κρυμμένα συνειδησιακά διλήμματα, αλλά και τους ανθρώπους μιας παλιότερης γενιάς με παραδοσιακές αρχές και αξίες... Κι εμείς, αυτούς που ακόμη πληρώνουμε παντοιοτρόπως τ’ αποτελέσματα» (σελ. 412-413).
  Τους ρυθμούς μιας παλιότερης γενιάς ανακαλεί και ο Άνδης, που «Άρχισε προοδευτικά να διαμορφώνει μια νέα φιλοσοφία ζωής και να την εφαρμόζει. Την θεωρία της επιβράδυνσης, καταπώς την ονόμασε, της οποίας ο βασικός κορμός στηριζόταν στις αργές ταχύτητες, στην εμβριθή παρατήρηση και στην απόλαυση των στιγμών» (σελ. 258). Μια τέτοια θεωρία ασφαλώς παραπέμπει διακειμενικά στην «Βραδύτητα» του Κούντερα.
  Ένα από τα ονόματα που συναντάμε στο  έργο είναι το Σεβαστή Καλλισπέρη.
  Νομίζω ξέρω από πού προέρχεται το επίθετο. Είχα διαβάσει κάποτε ότι στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, οι αντάρτες κατέβαιναν τη νύχτα στα χωριά και έλεγαν «καλλισπέρα» μπροστά στα παράθυρα των σπιτιών, για να ακούσουν οι ιδιοκτήτες και να νοιώσουν τη χαρά και την ανακούφιση ότι υπάρχουν κάποιοι που αγωνίζονται κατά των τούρκων. Έτσι τους ονόμασαν «καλλισπέρηδες». Στο τέλος βέβαια επικράτησε η λέξη «χαΐνης». Αν και, φοβάμαι, πολλοί θα ξέρουν μόνο το συγκρότημα και όχι τι σημαίνει η λέξη.
  Και, ξαναδιαβάζοντας πριν κάνω την ανάρτηση, θυμήθηκα μια γελοιογραφία που είχα δει πριν χρόνια, νομίζω στο Ρομάντζο. Δυο τύποι είναι μπροστά σε μια εικόνα του Καραϊσκάκη. Ο ένας λέει στον άλλο: -Άκουγα που λες τόσα χρόνια Καραϊσκάκη και νόμιζα ότι ήταν κανένα γήπεδο.
  Διαβάζουμε:
  «Τηλεφώνησε και κάποιος Καλπούζος. Ψάχνει…» (σελ. 383).
  Ήταν ευχάριστη έκπληξη για μένα, γιατί έβαλα κι εγώ το όνομά μου σε ένα από τα οικολογικά παραμύθια «Ο χορός της βροχής». Είναι το παραμύθι «Φύσα αεράκι, φύσαγε…»:
  «-Καλά, εσύ πού τα έμαθες όλα αυτά; Τον ρώτησε με θαυμασμό ο πατέρας του.
-Να, τα διάβασα σε ένα βιβλίο που μου χάρισαν πέρυσι στη γιορτή μου. Λέγεται «Περιβάλλον, διατροφή και ποιότητα ζωής». Κυκλοφορεί στις εκδόσεις «Θυμάρι».
-Και ποιος είναι ο συγγραφέας;
-Μπάμπης Δερμιτζάκης λέγεται. Σου λέει τίποτα το όνομα;
-Όχι. Ξέρω ένα Μπάμπη Δερμιτζάκη, καταπληκτικός λυράρης, μεγάλο ταλέντο, νέος Γαργανουράκης. Αλλά Μπάμπη Δερμιτζάκη συγγραφέα, πρώτη φορά ακούω.
-Καλά, τέλος πάντων».
  Έχω γίνει πια εξπέρ στο να εντοπίζω ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους σε πεζά κείμενα. Στο τελευταίο αυτό έργο του Καλπούζου εντόπισα τους παρακάτω:

Όπως σιμώνουν στην πηγή τα διψασμένα χείλη (77)
Είχε μυριάδες κολλητά σπασμένα καθρεφτάκια (79)
Έτσι κυλούσε η ζωή του Άνδη στην Αθήνα (σελ. 128)
Σαν να βουτούσε απαλά το δάχτυλο στο μέλι (σελ. 137)
Τότε της είπε η μάνα της να πεταχτεί στο φούρνο (σελ. 226)
Παρέκει απ’ το σπίτι μου και να με περιμένεις (σελ. 253)
Ώσπου στο τέλος έκανε πράξη τη συμβουλή της (σελ. 257)
Που πάει πίσω και μπροστά κι όλο στα ίδια μένει (σελ. 278)
Να περπατάμε αγκαλιά στους δρόμους της Αθήνας (σελ. 352)
Αέρινα κι αθόρυβα στις θάλασσες του ύπνου (σελ. 388)
Όταν αποτραβήχτηκαν τα μεθυσμένα ρόδια (σελ. 388)
Του θύμισε το όνειρο με τον τυφλό ζωγράφο (σελ. 390)

  Υπάρχει και ένα πραγματολογικό λάθος, που θα το καταλογίσω στον επιμελητή:
  «Νομίζουν ότι πιάσανε τον παπά από τ’ αρχίδια» (σελ. 81). Όχι μόνο δεν είναι παπάς αλλά πάπας, αλλά επί πλέον χαλάει και τον ίαμβο.
  Πριν λίγες βδομάδες η φίλη μου η Ελένη η Στασινού μου είπε την προέλευση της μεταφοράς αυτής.
  Μετά το πάθημα με την πάπισσα Ιωάννα, το κονγκλάβιο ή όπως αλλιώς το λένε που εξέλεγε τον νέο πάπα, πριν οριστικοποιηθεί η εκλογή του τον έβαζαν και κάθιζε σε μια καρέκλα που είχε ένα άνοιγμα στο κάθισμα, από το οποίο τον ψαχούλευαν από κάτω για να δουν αν έχει αρ…δια. Προφανώς αυτοί που αναλάμβαναν αυτό το έργο είχαν μεγάλο πόστο, και έτσι η φράση αναφέρεται ειρωνικά σε αυτούς που έχουν καβαλήσει το καλάμι, που νομίζουν ότι είναι σημαντικά πρόσωπα χωρίς να είναι.
  Και μια και μιλάμε για πάπισσα Ιωάννα να αναφερθούμε σε ένα ακόμη νέο χαρακτηριστικό του Καλπούζου σ’ αυτό το καινούριο του μυθιστόρημα: μια ροΐδια ημικαθαρεύουσα σε χιουμοριστικά-σατιρικά μέρη του έργου. Να σημειώσουμε τέλος τα πλημμυρισμένα λυρισμό ερωτικά σημεία, σε αντίθεση με τον λιτό έως υπαινικτικό λόγο στα σεξουαλικά.
  Ναι, και αυτό το έργο του Καλπούζου είναι αριστουργηματικό. Την άποψή μου συμμερίζεται προφανώς και ο εκδότης, για να βγάλει κατευθείαν στην πρώτη έκδοση 40.000 αντίτυπα.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment