Book review, movie criticism

Sunday, June 8, 2014

Ταχάρ μπεν Ζελούν, Η προσευχή της ερήμου

Ταχάρ μπεν Ζελούν, Η προσευχή της ερήμου (μετ. Γιώτα Ιωαννίδου), Αστάρτη 1985

  Πριν τέσσερα χρόνια παρουσιάσαμε ένα άλλο βιβλίο του μαροκινού συγγραφέα Tahar Ben Jelloun, μια συλλογή με διηγήματα με τίτλο «Η πρώτη αγάπη είναι η τελευταία». Στην ανάρτηση που κάναμε παραθέτουμε ένα αρκετά εκτενές βιογραφικό του. Σειρά έχει σήμερα «Η προσευχή της Ερήμου».
  Το έργο αυτό, με πρωτότυπο τίτλο La prière de labsent, εκδομένο το 1981, είναι από τα πρώτα του μπεν Ζελούν. Αναφέρεται στην οδύσσεια τριών προσώπων. «Ποιοι είν’ αυτοί; Είναι μια τέως πουτάνα, η Γιάμνα, ένας τέως διανοούμενος κι ένας τέως άνθρωπος που θέλει να τον αντιμετωπίζουν σαν σκύλο, και που σκύλου όνομα έχει πάρει: ο Μπόμπυ. Είναι μαζί τους κι ένα μωρό, που γεννήθηκε μυστηριωδώς στο νεκροταφείο της Φεζ, και που οι τρεις τους έχουν αναλάβει να οδηγήσουν στο Νότο, στην έρημο, εκεί που έδρασε κάποτε ένας εθνικός ήρωας, ο σεΐχης Μα –αλ-Αϊναΐν, ένα είδος μαροκινού Μακρυγιάννη», γράφει ο Βασίλης Αλεξάκης στον πρόλογο. Και συνεχίζει: «Στην αρχή της ιστορίας ζουν και οι τρεις γύρω απ’ αυτό το νεκροταφείο. Δεν είναι απλώς άνθρωποι του περιθωρίου, είναι άνθρωποι ξοφλημένοι, ποδοπατημένοι απ’ την κοινωνία της Φεζ, σκιές του εαυτού τους, άνθρωποι χωρίς μνήμη, χωρίς ταυτότητα».
  Στην πορεία της ιστορίας θα συναντήσουμε και άλλους τέτοιους περιθωριακούς. Μια απ’ αυτούς είναι και η Αργανία, μια ταλαιπωρημένη κοπέλα που το είχε σκάσει από το σπίτι των αφεντικών της όπου δούλευε σαν δούλα. Η αστυνομία που την αναζητεί δεν θα αργήσει να τη εντοπίσει και θα την πάρει πίσω.
  Είχα γράψει παλιά για την «παριομανία» που χαρακτήριζε και κάποιους έλληνες συγγραφείς, την ίδια εποχή που ο μπεν Ζελούν γράφει για τους δικούς του παρίες. Όμως η Γιασμίνα Χαντρά, ο αλγερινός συγγραφέας που γράφει με γυναικείο ψευδώνυμο επίσης στα γαλλικά, θα καταπιαστεί με τους δικούς του παρίες μόλις σε ένα από τα τελευταία του μυθιστορήματα, το «Ο Όλυμπος των αποκλήρων». (Κοίτα να δεις, ψάχνοντας στο διαδίκτυο μήπως εντοπίσω δικό μου κείμενο όπου έχω γράψει για την παριομανία, δικό μου νεολογισμό, βρήκα ότι υπάρχει o όρος pariomania που κολλάει μια χαρά στους ήρωές μας. Ονομάζεται λέει και δρομομανία, νομαδισμός ή νεύρωση της περιπλάνησης, και «εκδηλώνεται είτε σαν μια βασική ανάγκη να ξεφύγεις από τη συνηθισμένη σου κατοικία ή σαν ανεξέλεγκτη τάση να περιπλανιέσαι από μέρος σε μέρος»).
  Το μυθιστόρημα έχει μια γλώσσα κατά τόπους ιδιαίτερα ποιητική. Και οι ίδιοι οι ήρωες, και όχι μόνο ο διανοούμενος Σαντιμπάντ, μιλάνε συχνά ποιητικά, όταν ο τριτοπρόσωπος αφηγητής τους δίνει το λόγο. Επίσης κατά τόπους η γλώσσα μου θυμίζει τη γλώσσα του Κορανίου, από τα λίγα αποσπάσματα που έχω διαβάσει, παρέμβλητα σε άλλα κείμενα.  Όσο για την η πλοκή, έχει κάτι από το μαγικό που συναντάμε στις «Χίλιες και μια νύχτες».
  Το ταξίδι προς το νότο θα ανακοπεί όταν βρίσκονται πολύ κοντά στον προορισμό τους. Ο Μπόμπυ, που πιο πριν είχε εγκαταλειφθεί σε ένα τρελλοκομείο με άθλιες συνθήκες, έχει ήδη πεθάνει. Στο τέλος του βιβλίου και οι άλλοι δυο ήρωες θα πεθάνουν ειρηνικά.
  Μέσα από την αφήγηση μαθαίνουμε αρκετά για τη ζωή των μαροκινών κάτω από τη γαλλική κατοχή, ζωή φτώχιας και δυστυχίας. Για την ιστορία αυτής της κατοχής μαθαίνουμε από την αφήγηση της Γιάμνα στο μωρό.
  Ένας από τους ήρωες της αντίστασης στη γαλλική εισβολή ήταν και ο Μα –αλ Αϊναΐν. Για αυτόν γράφει ο μπεν Ζελούν:
  «Άλλωστε οι πρόγονοι δεν έδωσαν στον σεΐχη Μα αλ-Αϊναΐν παρά την εικόνα του εθνικού ήρωα, αυτού που αντιστάθηκε στην αποικιοκρατική εισβολή. Ξέχασαν να πουν πως τον είχαν κάνει ένα μύθο, έναν άγιο, μια εικόνα, αποκρύβοντας το φεουδαρχικό, τον αυταρχικό και μάλιστα δουλοκτητικό χαρακτήρα αυτού του φυλάρχου που ονειρευόταν να γίνει ο αρχηγός ολόκληρου Κράτους» (σελ. 175-176).
  Να δώσουμε ένα ακόμη απόσπασμα από προηγούμενη σελίδα, για να ολοκληρώσουμε την εικόνα αυτού του ανθρώπου:
  «-Ο σεΐχης Μα αλ-Αϊναΐν είχε τριάντα θυγατέρες και είκοσι ένα γιους… και εκατό δεκάξι γυναίκες…» (σελ. 137).
  Όταν οι γερμανοί κατέλαβαν τη Γαλλία στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δεν έκαναν τίποτε διαφορετικό από αυτό που είχαν κάνει οι γάλλοι στο Μαρόκο και στην Αλγερία. Και όταν οι γάλλοι κατέλαβαν το Μαρόκο και την Αλγερία δεν έκαναν τίποτε διαφορετικό από αυτό που είχαν κάνει οι άραβες του Μωάμεθ το 630, που ξεχύθηκαν και κατέλαβαν την βόρεια Αφρική.
  Όταν σκέφτομαι την ιστορία γίνομαι ολότελα απαισιόδοξος.
  (Τελικά είχα κάνει λάθος, δεν είχα γράψει για παριομανία αλλά για παριολατρεία. Τη χρησιμοποιώ δυο φορές στο διδακτορικό μου, αναφερόμενος σε ήρωες του Γιώργου Σκούρτη και του Παύλου Μάτεσι. Ψάχνοντας τώρα τη σωστή λέξη στο google βλέπω ότι την έχω χρησιμοποιήσει σε διάφορες βιβλιοκριτικές μου).
 
 

Post a Comment