Book review, movie criticism

Monday, June 9, 2014

Tahar ben Jelloun, Ημέρα σιωπής στην Ταγγέρη



Tahar ben Jelloun, Ημέρα σιωπής στην Ταγγέρη (μετ. Λόισκα Αβαγιανού), Αστάρτη 1990, σελ. 103
 
  Μας έμεινε ένα ακόμη βιβλίο του Ταχάρ μπεν Ζελούν να παρουσιάσουμε, το «Ημέρα σιωπής στην Τεγγέρη»· εκτός και αν στο «ράφι των τύψεων» είναι κρυμμένο κανένα ακόμη. Πάντως στο διαδίκτυο που κοίταξα από περιέργεια είδα ότι κυκλοφορούν πάρα πολλά έργα του από τις εκδόσεις Λιβάνη.
  Χθες γράψαμε και αναρτήσαμε για την «Προσευχή της ερήμου». Ελπίζω να αναρτήσω και αυτή τη βιβλιοκριτική σήμερα.
  Το έργο θα μπορούσε να έχει ως τίτλο «Ο γέρος και οι αναμνήσεις του». Είναι μια λογοτεχνική σπουδή πάνω στα γηρατειά και τη μοναξιά που τη συνοδεύουν. Ο τριτοπρόσωπος αφηγητής μιλάει για έναν ογδοντάχρονο γέρο, αλλά και ο ίδιος ο γέρος μιλάει για τον εαυτό του, για τους φίλους του που πέθαναν, για τη σχέση του με τους γιους του, για τη σχέση του με τη γυναίκα του, για τη μοναξιά του. "Στο «Ημέρα σιωπής στην Ταγγέρη» ο Ταχάρ μπεν Ζελούν αποποιήθηκε ηθελημένα κάθε λογοτεχνική φιλαρέσκεια, κάθε προσπάθεια σαγήνευσης με τον εξωτισμό" διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Και πράγματι βρίσκεται στους αντίποδες, αν και όχι ακριβώς, της «Προσευχής της ερήμου». Η ποιητικότητα της γραφής απουσιάζει, όπως και ο μύθος με τα αλληλοδιαδεχόμενα, «πυρηνικά» επεισόδια. Μου θύμισε πολύ ένα άλλο μυθιστόρημα, την «Πέτρα της υπομονής» του Atiq Rahimi. Και σ’ αυτό η «δράση» λαμβάνει χώρα σε ένα δωμάτιο. Ένας άντρας είναι ξαπλωμένος, βαθειά τραυματισμένος. Αυτό που διαβάζουμε είναι ο μονόλογος της γυναίκας του, με αποδέκτη τον άντρα της για τον οποίο αμφιβάλλει αν την ακούει. Μιλάει για τη σχέση τους, για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, για την καταπίεση της γυναίκας. Στη βιβλιοκριτική που έγραψα γι’ αυτό το έργο είπα ότι θα μπορούσε να διασκευαστεί σε θεατρικό μονόλογο. Το ίδιο μπορώ να πω και για το έργο του μπεν Ζελούν. Δεν ξέρω αν το έργο του Rahimi διασκευάστηκε σε θεατρικό, ξέρω όμως ότι γυρίστηκε σε ταινία.
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
  «Η μυωπία του τον παρασύρει σε γκάφες. Μια μέρα πήρε από πίσω την ίδια του την κόρη που συνοδευόταν από μια φίλη. Όταν στράφηκε προς αυτόν για να διαμαρτυρηθεί, εκείνος τραύλισε κάτι σαν: Ήθελα να δω αν είσαι σοβαρή!» (σελ. 24).
  Υπάρχουν και χειρότερα:
  Πριν λίγα χρόνια διάβασα στις εφημερίδες για κάποιον έμπορο που οι δουλειές του τον έφεραν στην Πάτρα. Το θεώρησε ευκαιρία να μπερμπαντέψει. Έκλεισε ραντεβού στο ξενοδοχείο του από τις ροζ αγγελίες. Περιμένει με ανυπομονησία την κοπέλα, κτυπάει η πόρτα, ανοίγει, και τι να δει! Την κόρη του. Έπεσε κάτω ξερός.
  Και ένα άλλο.
  «Θυμάμαι μια νεαρή κοπέλα με κατάλευκο δέρμα, αυθόρμητη κι έξυπνη, που είχε έρθει στο σπίτι για τις δουλειές του νοικοκυριού. Αυτή η κοπέλα μ’ αναστάτωσε. Μαζί της ήμουν αδέξιος. Το εκμεταλλευόταν και με προκαλούσε. Θυμάμαι ξεκάθαρα τα μικρά στήθη της, ολόφρεσκα και κόκκινα από ευχαρίστηση, που τα άφηνε ελεύθερα κάτω από μια πουκαμίσα. Φαίνονταν πάρα πολύ όταν έσκυβε από πάνω μου για να με σερβίρει ή να σφουγγαρίσει, ήταν μια τσαπερδόνα» (σελ. 65-66).
  Ήταν ένας «Πειρασμός», για όσους δεν σας ήλθε ακόμη στο μυαλό το θεατρικό έργο του Ξενόπουλου. Φυσικά είχε την ίδια μοίρα, διώχτηκε από το σπίτι.
  Ακόμη,
 «Θυμάται πως στις αρχές του γάμου τους, ο άντρας της διπλοκλείδωνε την πόρτα του σπιτιού τους. Εκείνη δεν είχε το δικαίωμα να βγαίνει, παρά μονάχα μια φορά την εβδομάδα για να πάει στο χαμάμ. Τη συνόδευε εκεί ο ίδιος, και το βράδυ πήγαινε να την πάρει. Μερικές φορές ξεχνούσε να πάει, και μετά έτρεχε βρίζοντας στο χαμάμ. Η ζήλεια αποτελούσε τμήμα της παράδοσης. Ανήκε στην τάξη των πραγμάτων» (σελ. 85-86).
  Μια γυναίκα στο δικό μας κόσμο θα τον είχε χωρίσει. Όμως στο ισλάμ τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.
  Και ένα τελευταίο απόσπασμα:
  «Εν τούτοις δεν σκοπεύω να μιμηθώ τους Γιαπωνέζους και να ζητήσω να με αποθέσουν στην κορυφή του Τουμπκάλ, πάνω σε μια ψάθα, κι εκεί να περιμένω το θάνατο από την πείνα, το κρύο και τα όρνια. Δεν μ’ ενοχλεί καθόλου η ιδέα πως τα μυρμήγκια θα φάνε τη σάρκα μου όταν θα βρίσκομαι μέσα στο χώμα, αλλά μου είναι ανυπόφορη η σκέψη – και η εικόνα – πως τα όρνια θα μου βγάζουν τα μάτια ενώ εγώ θ’ ανασαίνω ακόμα…. Όπως και να ’ναι, αυτό δεν εφαρμόζεται πια στην Ιαπωνία. Οι Γιαπωνέζοι αυτοκτονούν» (σελ. 100).
  Πάντα υποπτευόμουν ότι οι καταστάσεις που παρουσιάζει ο Σοχέι Ιμαμούρα στην ταινία του «Η μπαλάντα του Ναραγιάμα» δεν είναι ολότελα μυθολογικές.
  Ωραίος ο Ταχάρ μπεν Ζελούν. Ελπίζω να πέσουν και άλλα έργα του στα χέρια μου για να τα διαβάσω.
   

 
Post a Comment