Book review, movie criticism

Wednesday, June 25, 2014

Γιώργος Μαρκόπουλος, Ποιήματα 1968-2010



Γιώργος Μαρκόπουλος, Ποιήματα 1968-2010, Κέδρος 2014, σελ. 194

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων, με κάποια επιλογή

  Μετά τη βράβευση του «Κρυφού κυνηγού» με το κρατικό βραβείο ποίησης 2011, για δεύτερη φορά μετά το «Μη σκεπάζεις το ποτάμι» το 1999, ο Γιώργος Μαρκόπουλος αποφασίζει να εκδώσει ξανά μια επιλογή από το έργο του.
  Έχουμε ξαναγράψει για τον Γιώργο Μαρκόπουλο. Έχουμε γράψει για τον βραβευμένο «Κρυφό κυνηγό» και την «Ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη», αλλά και για τη μελέτη του Θεοδόση Πυλαρινού για το έργο του που έχει τίτλο «Με επιμονή και με σκοπό στον ίδιο τόπο: η ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου». Ο Μαρκόπουλος εκτός από ποιητής είναι και δοκιμιογράφος, και εκτός από την εκδομένη αυτόνομα μελέτη για τον Λειβαδίτη έχει γράψει και για άλλους ομότεχνους, κείμενα που έχουν εκδοθεί σε δυο τόμους με τίτλο «Εκδρομή στην άλλη γλώσσα», εκδόσεις Ρόπτρον 1991 ο πρώτος και εκδόσεις Νεφέλη 1994 ο δεύτερος. Και μια και αυτή την εποχή είναι το μούντιαλ, να πούμε ότι ο Μαρκόπουλος, ποδοσφαιρόφιλος, έχει γράψει ένα ακόμη δοκίμιο, για το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση με τίτλο «Εντός και εκτός έδρας». Ένα από τα ποιήματα που επιλέγει εξάλλου για αυτή την έκδοση είναι και το «Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και της εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου».
 
Τιμή και δόξα στον παίκτη Χρήστο Αρδίζογλου
που θα σηκώσει για άλλη μια φορά, τελεσίδικα πια,
όπως οι τρελοί τους επιταφίους των νεκροταφείων,
την ασήκωτη μοναξιά μας, και θα φύγει.

  Η πρώτη παρατήρηση που έχουμε να κάνουμε είναι ότι ο Μαρκόπουλος τιμά τους κριτές του στην επιτροπή κρατικών βραβείων. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι θα ήθελε να κάνει και εκεί μια επιλογή, αλλά στη σκέψη ότι κάποιο μέλος μπορεί να τον ψήφισε επειδή το ποίημα που άφησε απ’ έξω είναι ακριβώς εκείνο που του άρεσε, προτίμησε να τα συμπεριλάβει όλα (να επαναλάβω ακόμη μια φορά ότι πολλά πράγματα στην τέχνη και στη λογοτεχνία είναι ζήτημα γούστου, καθώς δεν υπάρχουν στα πεδία τους τα απόλυτα κριτήρια ενός (νεο)θετικισμού).
  Οι ποιητές ωριμάζουν, όχι μόνο ηλικιακά αλλά και στην τέχνη τους. Δεν είναι λίγα τα πρώτα έργα που οι ίδιοι οι δημιουργοί τους τα χαρακτηρίζουν ως πρωτόλεια. Έτσι όσο προχωράμε χρονολογικά στις ποιητικές συλλογές τόσο περισσότερα είναι και τα ποιήματα που επιλέγει ο Μαρκόπουλος. Από την πρώτη του συλλογή, την «Έβδομη συμφωνία» επιλέγει μόνο το «Ερωτικό».

Κουβαλώ την ισοπεδωτική οργή της πλημμύρας.

Δεινόσαυρος ή τερατόμορφο κουνέλι
με την κουφαμάρα του προϊστορικού ζώου
στάθηκα στην καρδιά σου στα χαλάσματα μετά την καταιγίδα
Και κοίταζα.   

  Στην «Κλεφτουριά του κάτω κόσμου» ο Μαρκόπουλος αφιερώνει ένα ποίημα, όχι ακριβώς σε ένα κλέφτη, αλλά στον Ρήγα Φεραίο. Η απάθεια μπροστά στη δικτατορία, η γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα, τον απελπίζει.

Ρήγα, κοίτα μην τύχει και ξυπνήσεις σήμερα
γιατί θ’ αυτοκτονήσεις τζάμπα μες στων εφημερίδων τα ψιλά

καταλήγει το ποίημα.

  Η δικτατορία ήταν μια κατάσταση που πάει πέρασε, η Αθήνα όμως είναι εδώ, μια πόλη που τον θλίβει. Στο «Ζιγκουάλα – Αθήνα» («Η θλίψις του προαστίου») γράφει γι’ αυτήν, ανάμεσα στα άλλα:

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη

Εδώ αφήσαν τη ζωή τους
«λεβέντες» αγαπητικοί και φουστανελοφόροι,
ενώ σε παρακείμενα νυχτόβια μπαράκια (προσέξτε τους 15 σύλλαβους) πεντέμισι και κάτι
εραστές της αειπάρθενης Γκόλφως
τσοπαναραίοι με κοστούμι κι αόρατη αγκλίτσα
κατέθεταν το στερνό δάκρυ τους
στη μεγάλη ιστορία του τόπου.
……..

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

  Πριν είκοσι χρόνια η Αθήνα ήταν μια «Ανυπόταχτη πολιτεία» για τον Ρίτσο.
  Κάποια από τα ποιήματα των «Πυροτεχνουργών» είναι μικρά ποιήματα-εικόνες που συλλέγει ο ποιητής. Το «Απόγευμα Μαΐου Κυριακής» έχει τρεις μόλις στίχους.

Ένας άνθρωπος λιαζόταν στο ταρατσάκι.

Και βέβαια, έτσι που καθόταν,
έμοιαζε σαν να είχε πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια.

  Για πρώτη φορά βλέπουμε και δυο «πεζοτράγουδα», τις «Κάμαρες των εργένηδων» και «Η Μαρία».
  Στη συλλογή «Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης» από όπου και το απόσπασμα που παραθέσαμε για τον Αρδίζογλου συναντήσαμε το πιο μακροσκελές ποίημα που είδαμε ποτέ, έντεκα σελίδες, με τίτλο «Νατάσα Πανδή».
  Ποια είναι αυτή;
  Έψαξα στη google, βρήκα μια Νατάσα Πανδή που κάνει ωραίες σούπες, και μια δεύτερη στο facebook. Δεν ξέρω αν είναι οι ίδιες, εγώ πάντως έκανα request (έχουν περάσει κάπου δέκα μέρες που ξαναδιαβάζω το κείμενο για να κάνω την ανάρτηση, όμως ακόμη δεν μου έχει κάνει accept. Μου έρχεται να βάλω τα κλάματα).
  Το ποίημα καταλήγει:

Γιατί κάθε γυναίκα, την πρώτη νύχτα του γάμου της,
ξυπνά πάντα χήρα του άντρα που ονειρεύτηκε.

  Αν διαβάσει κάποια παντρεμένη αυτές τις γραμμές, παρακαλώ να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει.

  Τώρα το παρατηρώ, μπορεί να χωρίζουν 12 χρόνια το «Μη σκεπάζεις το ποτάμι» από την επόμενη ποιητική συλλογή «Ο κρυφός κυνηγός», πάντως είναι για βραβείο Γκίνες, δυο συνεχόμενες ποιητικές συλλογές να βραβεύονται με κρατικό βραβείο ποίησης.
  Αυτό που έχουμε να παρατηρήσουμε σε αυτή την ποιητική συλλογή είναι ότι ο μουσικός κυματισμός είναι πιο έντονος. Έχουμε ανιχνεύσει ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, κατά το χόμπι μας, και στα προηγούμενα ποιήματα, όμως εδώ συναντάμε κατά διαστήματα άλλα μέτρα, που δίνουν μια ιδιαίτερη μουσικότητα. Τις περισσότερες φορές είναι σε δυο ή τρία πόδια, αλλά κάποιες φορές εκτείνονται σχεδόν σε ολόκληρους στίχους.
  Σε κανονικό αμφίβραχυ είναι οι παρακάτω στίχοι:
 
Χρυσίζει το ψάρι σαν κράμα στην κοίτη (σελ. 98)
Νομίζοντας ότι δεν άντεχα άλλο (σελ. 106)
Τα χέρια μου πιάνεις/και αυτά σε προσμένουν (σελ. 106).
Για ό,τι δεν έδωσαν τότε που έπρεπε (σελ. 112)
Και το παιδί της εικόνας μπροστά με το κόρνο (σελ. 114)

Και κάποιοι ανάπαιστοι:

Άλκηστις, αντηχείο απείραχτου χρόνου (σελ. 107)
Στη για χρόνια, δεν ήταν, ξενοίκιαστη μάντρα; (σελ. 110)
Με λυπημένα σερβίτσια και ανώφελα πλέον (σελ. 111)
Και ο τελευταίος απούλητος κόκορας
Με δεμένα τα πόδια στο χώμα (σελ. 113)
Ο κεραυνός τη ματιά του λαγού αλαφιάζει (σελ. 116)

  Και σ’ αυτή τη συλλογή βλέπουμε πεζά κείμενα με ποιητική γλώσσα. Είναι αρκετά, και ο Μαρκόπουλος τα ομαδοποιεί κάτω από την ενότητα «Διαβάσεις πεζών», κάνοντας λογοπαίγνιο. Το 11 τελειώνει ως εξής:

  Μόνο καμιά φορά, έτσι όπως φεύγει και χάνεται η μέρα προς το βράδυ, νοσταλγώ λιγάκι μπαλκόνια και κήπους κρεμαστούς, την άλλη κοπέλα, την πρώτη, την Ανδαλουσία.

  Αυτός που μιλάει είναι ένα φίδι του τσίρκου.
  Δάκτυλους, το μέτρο των ομηρικών επών, βλέπουμε στον «Κρυφό κυνηγό».

Κάποτε ήταν μαζί με τους άλλους, τους πολλούς (σελ. 167)
Πότε η πίκρα τον κυριεύει και πότε ο πόνος (σελ. 167)

  Όμως για τον κρυφό κυνηγό, όπως είπαμε, έχουμε γράψει. Η ανάρτηση βρίσκεται στο Λέξημα, όπου και παραπέμπουμε
  Στον Μαρκόπουλο το ποιητικό εγώ δεν αντανακλά απλά το κοινωνικο-πολιτικό «εκτός», με την αποστασιοποιητική ψυχρότητα του δοκιμίου, αλλά συναιρείται μαζί του, σε μια ποίηση που κατακλύζεται άλλοτε από μελαγχολία και άλλοτε από νοσταλγία. Και όταν ο Γιώργος αντλεί απλά εικόνες από τον περίγυρο, τις μεταπλάθει ποιητικά μεταδίδοντάς μας στο ακέραιο τη δική του εντύπωση, τη δική του συγκίνηση. Είναι ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες ποιητές.
  Θα κλείσουμε παραθέτοντας τους δεκαπεντασύλλαβους που λέγαμε. Έχω βαρεθεί λιγάκι αυτό το παιχνίδι της ανίχνευσής τους όπως έχουν βαρεθεί, φαντάζομαι, και οι ταχτικοί αναγνώστες μου να τους διαβάζουν, γι’ αυτό τους άφησα για το τέλος.

Πόλη φτωχή και πλούσια, πόλη με μετανάστες (σελ. 23)
Για ένα βουρτσάκι νάυλον, για μια παλιά παλάντζα (σελ. 25)
Στη μοιρασιά μαλώνοντας χαθήκανε για πάντα (σελ. 25)
Σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες (σελ. 54)
Καθόμασταν μια Κυριακή στην αντηλιά της μάντρας (σελ. 79)
Και λίβας ανελέητος σκληρός του Ιουλίου! (σελ. 97)
Ω γάτες που σας έβρεχαν/και ω φίδια και χελώνες (σελ. 114)

Μπάμπης Δερμιτζάκης
 
Post a Comment