Book review, movie criticism

Friday, December 2, 2016

Κωστή Παπαγιώργη, Η ομηρική μάχη



Κωστή Παπαγιώργη, Η ομηρική μάχη, Καστανιώτης 1993, σελ. 318

  Πριν λίγες μέρες, διαβάζοντας τα «Σιαμαία και ετεροθαλή», είδα στην εργογραφία του Παπαγιώργη ότι έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Η ομηρική μάχη». Φυσικά είχα ξαναδιαβάσει την εργογραφία του, αλλά τότε το βιβλίο αυτό δεν με ενδιέφερε. Με ενδιαφέρει όμως τώρα που ξαναδιαβάζω τον Όμηρο για δεύτερη φορά, καπάκι μετά την πρώτη ανάγνωση που έκανα το καλοκαίρι που μας πέρασε. Έτσι το αγόρασα, παρά την απόφασή μου να μην αγοράζω πια βιβλία. Έχω πολλά δικά μου αδιάβαστα, μου δίνουν και φίλοι, και υπάρχουν ένα σωρό στο διαδίκτυο.
  Ο Παπαγιώργης γράφει μόνο για την «Ιλιάδα». Υποθέτω ότι αυτή του άρεσε περισσότερο, σε αντίθεση με τον Μαρωνίτη που προτιμούσε την «Οδύσσεια». Όσο για μένα, μου αρέσουν εξίσου και τα δυο.
  Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη, που φαίνονται να είναι ανεξάρτητες μελέτες. Το πρώτο μέρος έχει τίτλο «Η κάθοδος της θεάς Αθηνάς», ένα γενικότερο σχόλιο για το έπος. Το δεύτερο μέρος έχει τίτλο «Η μάχη», και χωρίζεται σε υποκεφάλαια όπως «Τροφή και κρασί», «Τα όπλα», «Τα σώματα των ηρώων» κ.λπ. Σ’ αυτά γίνεται ένας εκ του σύνεγγυς σχολιασμός με παράθεση άφθονων αποσπασμάτων, με λέξεις και φράσεις και στο πρωτότυπο. Κατόπιν έχουμε την «Αποπομπή του Ομήρου», που αναφέρεται στην σωκρατική και πλατωνική κριτική των ομηρικών επών. Τέλος έχουμε το «Ομηρικό γλωσσάρι».
  Το λαγαρό ύφος του Παπαγιώργη μου αρέσει ιδιαίτερα, παρά τις κάποιες διαφωνίες που έχω. Θα  παραθέσω και θα σχολιάσω κάποια αποσπάσματα.
  Διαβάζω, από το πρώτο μέρος:
  «Οι θεϊκές παρουσίες που φωτίζουν την αφήγηση είναι λαμπρές ανταύγειες της ανθρώπινης ψυχής» (σελ. 20).
  «Εξάλλου δεν πρέπει να μας σκανδαλίζει αυτή η προκλητική αισθητοποίηση του μύχιου σκιρτήματος που, από απροσδιόριστος κυματισμός, παίρνει τη συγκεκριμένη μορφή της θεάς. Όσο κι αν ερεθίζει τον ορθολογισμό μας-που δεν ανέχεται σύγχυση ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό-αυτή η αφελής θεατρικότητα, που αποτολμά να προσωποποιεί, και μάλιστα να θεοποιεί τη σκέψη, είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ιδιοφυίας του έπους» (σελ. 20).
  «Τι πιο ένσαρκο και θεατρικό από την παράσταση μιας καίριας σκέψης με το πρόσωπο της θεάς; Για να αισθητοποιήσει τον Αχιλλέα τη στιγμή της θυμικής του ανάσχεσης, ο Όμηρος τοποθετεί πίσω του την άφαντη θεά να τον τραβάει από την κόμη, όπως πάνω κάτω συγκρατούμε κάποιον που παραφέρεται πιάνοντάς τον από το χέρι ή από μια άκρη του ρούχου του» (σελ. 21).
  Έχω γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Κομψότητα ή πειστικότητα της ερμηνείας: Ορέστης και Άμλετ». Η παραπάνω ερμηνεία είναι κομψή. Εντάσσεται μέσα στα γενικότερα πλαίσια της προσπάθειας εξορθολογισμού κάθε τι που φαίνεται παράλογο και «αφελές», και πιο ειδικά στην περίπτωσή μας, της ρεαλιστικοποίησης της ομηρικής αφήγησης.
  Γιατί αυτή η προσπάθεια; Ο Παπαγιώργης το λέει έμμεσα:
  «Όσο και αν η προσωποποίηση των δυνάμεων που εμψυχώνουν τον ήρωα προκαλεί το σημερινό μας αίσθημα…» (σελ. 30).
  Εμένα δεν προκαλεί το αίσθημά μου. Κάνοντας το «άλμα αναχρονισμού» το οποίο συστήνει ο Λούκατς, τόσο την εμφάνιση των θεών στην «Ιλιάδα» όσο και των μυθικών στοιχείων στην «Οδύσσεια», για τα οποία έχουν προταθεί διάφοροι συμβολισμοί και ερμηνείες, τα θεωρώ έκφραση ενός «μαγικού ρεαλισμού», πολύ πιο αυθεντικού αφού καταλαμβάνει χοντρικά το ήμισυ της αφήγησης σε σχέση με τον λατινοαμερικάνικο μαγικό ρεαλισμό. Το να αναζητούμε σύμβολα και ορθολογιστικές ερμηνείες στο μαγικό είναι βέβαια κομψό, αλλά για μένα πρόκειται για υπερερμηνεία.
  Διαβάζω:
  «Μια φορά μόνο βλέπουμε να πασπαλίζουν τα κρέατα με αλάτι (πάσσε δ' ἁλὸς θείοιο, Ι 214)…» (σελ. 82).
  Αυτό για τη φίλη μου την Ελένη τη Στασινού, που ξέροντας ότι διαβάζω τον Όμηρο μου ζήτησε να της πω αν απαντιέται εκεί η λέξη «αλάτι», για τις ανάγκες του καινούριου της μυθιστορήματος. Δεν της το λέω ξεχωριστά, για να την υποχρεώσω να διαβάσει αυτή την ανάρτηση.
  Διαβάζω:
  «Ειδικό ένσημο θάρρους αποτελούν τα μεγάλα βήματα (μακρὰ βιβάντα, Γ 22)» (σελ. 182).
  Μακρά βιβώντα διαβάζω στον Παπαγιώργη, αλλά προφανώς είναι λάθος. «Βιβάντα» διαβάζω τόσο στο ηλεκτρονικό Diogenes από όπου κάνω αντιγραφή και επικόλληση λόγω πολυτονικού, όσο και στην έκδοση του Παπύρου.
  Και θυμήθηκα ότι μεγάλα βήματα κάνουν και στην όπερα του Πεκίνου οι wusheng, αυτοί που υποδύονται στρατηγούς, πολεμιστές κ.λπ.
  Διαβάζουμε:
  «Είναι ευεξήγητο λοιπόν πως οι φράσεις κατ’ αἶσαν – ὑπὲρ αἶσαν δηλώνουν το προσήκον και το αρμόζον» (σελ. 255).
  Προφανώς ο Παπαγιώργης έχει υπόψη του το στίχο,
  Ἕκτορ ἐπεί με κατ' αἶσαν ἐνείκεσας οὐδ' ὑπὲρ αἶσαν· (Γ 59).  Έκτορα, επειδή δίκαια και όχι άδικα με αποπήρες. Επίσης: ἠὲ κατ' αἶσαν ἔειπον ἐν ὑμῖν, ἦε καὶ οὐκί. (Κ 445). Αν σας τάπα όπως έπρεπε ή όχι. Ακόμη: πάντα κατ' αἶσαν ἔειπες ἀγακλεὲς ὦ Μενέλαε· (Ρ 716). Όλα τα είπες ορθά, ένδοξε Μενέλαε.
  Όμως η λέξη αἶσα έχει και τη σημασία της μοίρας, και το ὑπὲρ αἶσαν σημαίνει και ξεφεύγοντας αυτό που είναι γραφτό. Έχω γράψει γι’ αυτό στην ανάρτησή μου για την «Ιλιάδα», όπου παραπέμπω.
  Έμαθα αρκετά πράγματα διαβάζοντας τον Παπαγιώργη που τα αγνοούσα, καθώς δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι κλασικοί. Ήξερα ότι ο Πλάτωνας εξόρισε τους ποιητές από την Πολιτεία του, όμως δεν θυμόμουνα την επιχειρηματολογία του. Διαβάζοντάς τη, θα προτιμούσα χίλιες φορές να ζω στον ομηρικό κόσμο παρά σ’ αυτή.
  Αυτά για τον Παπαγιώργη. Το έχω ξαναγράψει, θα διαβάζω ό,τι βιβλίο του πέσει στα χέρια μου.
Post a Comment