Book review, movie criticism

Friday, December 16, 2016

Jean Renoir, La grande illusion



Jean Renoir, La grande illusion (1937)

  Μετά τον «Κανόνα του παιχνιδιού» είδαμε καπάκι τη «Μεγάλη χίμαιρα».
  Το μοτίβο της ταινίας, τη δραπέτευση φυλακισμένων, ακόμα και πιο ειδικά, τη δραπέτευση αιχμαλώτων πολέμου, την έχουν πραγματευθεί διάφοροι σκηνοθέτες, αν και αυτή τη στιγμή δεν μου έρχεται καμιά ταινία στο μυαλό. Όμως η ταινία του Ζαν Ρενουάρ είναι μοναδική στο είδος της.
  Το σασπένς είναι εγγενές στο θέμα: θα τα καταφέρουν οι αιχμάλωτοι τελικά να δραπετεύσουν; Όμως ο Ρενουάρ το ξεπερνά.
  Δεν ξέρω αν έχει πραγματευθεί άλλος σκηνοθέτης τις εμβληματικές λέξεις της Γαλλικής Επανάστασης, Ελευθερία, Ισότης, Αδελφότης, με πιο επιτυχημένο τρόπο από τον Ρενουάρ. Η ελευθερία είναι δεδομένη στο στόρι, σαν δραπέτευση από το στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου, ένα στρατόπεδο για αξιωματικούς, όμως όχι η Ισότης και η Αδελφότης.
  Ας ξεκινήσουμε από την ισότητα. Θα παραθέσουμε έναν διάλογο ανάμεσα στον ένα από τους τρεις αιχμαλώτους που μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο, τον αριστοκράτη Μπουαλντιέ (οι άλλοι δυο είναι ο Μαρεσάλ, ταπεινής καταγωγής, και ο Ρόζενταλ, πάμπλουτος εβραίος) με τον γερμανό διοικητή του στρατοπέδου Ραουφενστάιν, τραυματία πολέμου που του ανέθεσαν την διοίκηση του στρατοπέδου μια και δεν ήταν πια μάχιμος.
  Μπουαλντιέ: Μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση;
  Ραουφενστάιν: Βεβαίως.
  Μπ: Γιατί κάνετε εξαίρεση με μένα, καλώντας με εδώ;
  Ρ: Διότι είστε ένας Μπουαλντιέ, αξιωματικός καριέρας του γαλλικού στρατού, και εγώ είμαι ένας Ραουφενστάιν, αξιωματικός καριέρας του γερμανικού αυτοκρατορικού στρατού.
  Μπ: Αλλά και οι σύντροφοί μου είναι επίσης αξιωματικοί.
  Ρ: Ένας Μαρεσάλ και ένας Ρόζενταλ αξιωματικοί;
  Μπ: Είναι εξαίρετοι αξιωματικοί.
  Ρ: Χαριτωμένη κληρονομιά της γαλλικής επανάστασης.
  Μπ: Κανένας από τους δυο μας δεν μπορεί να σταματήσει τις εξελίξεις του χρόνου.
  Ρ: Μπουαλντιέ, δεν ξέρω ποιος θα κερδίσει αυτόν τον πόλεμο, αλλά όποιο και να είναι το αποτέλεσμα θα σημάνει το τέλος των Ραουφενστάιν και των Μπουαλντιέ.
  Μπ: Δεν θα μας έχουν μάλλον άλλο ανάγκη.
  Ρ: Και δεν βρίσκετε ότι είναι κρίμα;
  Μπ: Ίσως.
  Ο Μαρεσάλ αντιμετωπίζει με δυσπιστία τον Μπουαλντιέ. Είναι ο αριστοκράτης. Γιατί του μιλάει στον πληθυντικό; Έτσι μιλάω στους γονείς μου και στη γυναίκα μου, απαντάει ο Μπουαλντιέ. Αυτό τον πληθυντικό στους γονείς τον μαϊμουδίζουν ακόμα κάποιοι στην Ελλάδα. Όμως ο Μπουαλντιέ θα τους βοηθήσει να δραπετεύσουν, πληρώνοντάς το με τη ζωή του. Αρνείται να τους συνοδεύσει, λέγοντας ότι μόνο δυο θα μπορούσαν να τα καταφέρουν. Ο Ραουφενστάιν θλίβεται που αναγκάστηκε να τον πυροβολήσει. Του ζητάει συγνώμη. Ο Μπουαλντιέ τον καθησυχάζει. Ήταν μεγάλη η απόσταση, ήταν φυσικό να αστοχήσει.
  Τον πέτυχε στην κοιλιά.
  Ο Ραουφενστάιν του κλείνει τα μάτια, όταν μετά από λίγο ξεψυχάει.
  Και η αδελφοσύνη;
  Ο Μαρεσάλ και ο Ρόζενταλ κρύβονται σε μια αποθήκη. Σε λίγο καταφτάνει μια γερμανίδα. Η αποθήκη είναι δική της. Ο Ρόζενταλ είναι τραυματισμένος στο πόδι. Τους προσκαλεί στο σπίτι της, να τους φροντίσει. Μένει μόνη με την κόρη της. Αργότερα θα μάθουμε ότι ο άντρας της και τα αδέλφια της είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο.
  Βοηθάνε τη γυναίκα στις δουλειές, τα Χριστούγεννα φτιάχνουν χριστουγεννιάτικο δένδρο, παίζουν με το κοριτσάκι.
  Κάποτε όμως πρέπει να φύγουν. Ένα αίσθημα έχει αρχίσει να αναπτύσσεται ανάμεσα στον Μαρεσάλ (εξαίρετος στο ρόλο του ο Ζαν Γκαμπέν) και τη γυναίκα. Της λέει ότι όταν τελειώσει ο πόλεμος, αν δεν έχει σκοτωθεί, θα γυρίσει να την πάρει μαζί του στη Γαλλία. Αγκαλιάζονται.
  Μήπως είναι μελό αυτό το μοτίβο «τα σύνορα της αγάπης»;
  Για μένα όχι, που ξέρω μια ανάλογη ιστορία. Η Καλλιόπη, η αδελφή της Μαρκησίας, της μητέρας του φίλου μου του Μιχάλη, αρρώστησε με φυματίωση την κατοχή. Την περιέθαλψε ο Αντόνιο, ο ιταλός στρατιωτικός γιατρός. Μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψε και την πήρε μαζί του στην Ιταλία. Έκαναν τρεις κόρες. Τις γνώρισα και τις τρεις.
  Υπάρχει και μια τελευταία, σύντομη σκηνή, που δείχνει την αδελφοσύνη.
  Μια ομάδα γερμανών στρατιωτών κάνει περιπολία. Τους βλέπουν από μακριά. Τους πυροβολούν. Δεν τους πετυχαίνουν. Ένας σηκώνει το όπλο του να ξαναπυροβολήσει. Ο διπλανός του τον σταματάει.
  -Μην πυροβολείς. Είναι στην Ελβετία (θυμήθηκα τον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» για τον οποίο έκανα ανάρτηση πριν λίγες μέρες).
  -Τόσο το καλύτερο γι’ αυτούς, απαντάει ο άλλος κατεβάζοντας το όπλο του.
  Φυσικά το ότι βρίσκονταν σε ελβετικό έδαφος δεν ήταν επαρκής λόγος για να μην πυροβολήσουν. Αλλά αφού βρίσκονταν σε ξένο έδαφος δεν ένοιωθαν υποχρεωμένοι.
  Υπερβολή;
  Δεν θα το έλεγα. Πριν λίγους μήνες διάβασα μια ιστορία ολότελα συγκινητική. Το αγγλικό βομβαρδιστικό, επιστρέφοντας από την αποστολή του, είναι σακατεμένο από τα αντιαεροπορικά πυρά. Εύκολος στόχος για το γερμανικό καταδιωκτικό. Τι κάνει όμως ο γερμανός πιλότος; Αντί να το καταρρίψει κατευθύνει τον άγγλο πιλότο να φτάσει στη Μάγχη και να επιστρέψει στην Αγγλία. Αυτός φυσικά ανέφερε το περιστατικό στους ανωτέρους του, που όμως κρατήθηκε μυστικό για να μην «κάψουν» τον γερμανό πιλότο.
  Με έξυπνους διαλόγους, γεμάτους χιούμορ, αλλά και με χιουμοριστικά επεισόδια, η ταινία είναι μια από τις καλύτερες, όχι μόνο του Ρενουάρ αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου.
  Και ο τίτλος;
  Προφητικός.
  Η ελπίδα ότι θα επικρατούσε η αδελφοσύνη, ότι αυτός ο πόλεμος θα ήταν ο τελευταίος, αποδείχτηκε μια «μεγάλη χίμαιρα». Ξέσπασε δυο μόλις χρόνια μετά. Και ήταν ολότελα βάρβαρος. Δεν νομίζω οι γερμανοί να χαρίζονταν σε κάποιον που προσπάθησε να δραπετεύσει, θα τον εκτελούσαν αμέσως. Όμως οι τρεις γάλλοι αξιωματικοί είχαν επιχειρήσει τρεις τέσσερις φορές να το σκάσουν, και απλά στο τέλος τους μετέφεραν σε ένα πύργο από τον οποίο ήταν δύσκολο να το σκάσει κανείς.  
 
Post a Comment