Book review, movie criticism

Thursday, December 1, 2016

Ernest Hemingway, Αποχαιρετισμός στα όπλα



Ernest Hemingway, Αποχαιρετισμός στα όπλα (μετ. Ανίκας Φερτάκη), Άγκυρα 1972, σελ. 258

    Έκανα πολύ καλά που αποφάσισα να διαβάσω το «Αποχαιρετισμός στα όπλα» μαζί με το «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά». Πιστεύω ότι, σε συνδυασμό με τη βιογραφία του Χέμινγουεϊ, το ένα φωτίζει το άλλο.
  Κάνω αντιγραφή και επικόλληση από τη βικιπαίδεια.
  While recuperating, he fell in love, for the first time, with Agnes von Kurowsky, a Red Cross nurse seven years his senior. By the time of his release and return to the United States in January 1919, Agnes and Hemingway had decided to marry within a few months in America. However, in March, she wrote that she had become engaged to an Italian officer. Biographer Jeffrey Meyers states in his book Hemingway: A Biography that Hemingway was devastated by Agnes' rejection, and in future relationships, he followed a pattern of abandoning a wife before she abandoned him.
  Πιστεύω ότι «το να εγκαταλείπει μια σύζυγο πριν τον εγκαταλείψει αυτή» (παντρεύτηκε τέσσερις φορές) ήταν ένα μόνο σύμπτωμα του ψυχικού τραύματος που του προξένησε η εγκατάλειψη της Agnes για έναν ιταλό αξιωματικό. Το πόσο πολύ πληγώθηκε εκφράστηκε και στο «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά». Στο πρόσωπο της Brett εκδικείται την Agnes.
  Όμως με το «Αποχαιρετισμός στα όπλα» φαίνεται να μετανοεί. Σε μια σχέση που τελειώνει κάποια στιγμή δεν υπάρχει μόνο η πληγή του χωρισμού, αλλά και οι προηγούμενες ευτυχισμένες στιγμές. Αυτές τις ευτυχισμένες στιγμές εκφράζει μυθοπλαστικά στο «Αποχαιρετισμός στα όπλα». Η Κατερίνα είναι η περσόνα της Agnes πριν τον εγκαταλείψει.
  Τελειώνοντας το μυθιστόρημα αναρωτιόμουν γιατί ο Χέμινγουεϊ αφήνει την Κατερίνα να ξεψυχήσει πάνω στη γέννα, αμέσως μόλις γέννησε το νεκρό γιο του. (Ο αφηγητής του είναι και αυτός εθελοντής στον Ερυθρό Σταυρό στην Ιταλία, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι όμως υπεύθυνος αξιωματικός μιας μονάδας οχημάτων και όχι οδηγός όπως ήταν ο ίδιος). Σκεφτόμουν ότι ο θάνατος αυτός δεν είναι «κατά το εικός και το αναγκαίο». Θα μπορούσε άνετα να δώσει ένα χάπι εντ στην ιστορία του. Ο λόγος που έδωσε αυτό το τέλος, σκεφτόμουν, είναι μια υποβόσκουσα κατάθλιψη, πιθανότατα κληρονομική, που τον οδήγησε στην αυτοκτονία στα 60 του χρόνια, όπως και τον πατέρα του πιο πριν. Unhappy end έχει και το «Για ποιον κτυπά η καμπάνα». Εκεί το μη ευτυχισμένο τέλος συμβόλιζε την ήττα των δημοκρατικών στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, εδώ όμως; Ξαναδιαβάζοντας το λήμμα στη βικιπαίδεια κατάλαβα: το τέλος αυτό συμβολίζει το τέλος του ειδυλλίου του με την Agnes. Και το τέλος αυτό δεν μπορούσε να το δώσει η εγκατάλειψη, παρά ο θάνατος.
  Συνήθως γράφω: «και θυμήθηκα».
  Αυτό όμως δεν το ξέχασα ποτέ.
  Η μητέρα μου δεν ήταν τόσο άτυχη όσο η Κατερίνα. Γι’ αυτό υπάρχω εγώ σήμερα.
  Όμως όχι και τόσο τυχερή. Διαφορετικά, σήμερα θα είχα έναν κατά τρία χρόνια μεγαλύτερο αδελφό, αν δεν τον είχε γεννήσει πεθαμένο. 
  Στη βιβλιοκριτική μου για το «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά» έγραψα: «Το Αποχαιρετισμός στα όπλα έκανε πάταγο. Ο λόγος, πιστεύω, είναι ότι αφενός υπάρχει το ρομάντζο, και αφετέρου ο πόλεμος είναι πράξις σπουδαία, όπως θα έλεγε και ο Αριστοτέλης».
  Υφολογικά, βλέπουμε τον ίδιο Χέμινγουεϊ που είδαμε και στο «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά. Ο διάλογος όμως εδώ παραχωρεί κάπως μεγαλύτερο χώρο στην αφήγηση. Και οι casual διάλογοι των δυο ερωτευμένων είναι ολότελα συγκινητικοί. Να δώσουμε ένα δείγμα.
  «-… θα πάμε μαζί για να τα κόψω [τα μαλλιά της, η έγκυος Κατερίνα] ή μάλλον θα πάω μόνη μου και θα γυρίσω να σου κάνω έκπληξη.
  Δεν απάντησα.
-Δε θα μ’ εμποδίσεις, πες μου.
-Όχι. Πιστεύω μάλιστα ότι θάναι ερεθιστικό.
-Ω! Είσαι τόσο καλός. Και ίσως να είμαι πολύ όμορφη έτσι, αγάπη μου… κι ύστερα, και μόνο η ιδέα να είμαι λεπτή, είναι ερεθιστική. Θα με ξαναερωτευτείς σαν τρελός.
-Έλα Θεέ μου! Είπα. Αν νομίζεις ότι δεν είμαι αρκετά ερωτευμένος τώρα! Τι άλλο θέλεις πια, να πεθάνω;
-Ναι, θέλω να πεθάνεις!
-Θαυμάσια, είπα. Είναι το μόνο που θέλω κι εγώ» (σελ. 236).
  Το «Αποχαιρετισμός στα όπλα» και το «Ουδέν νεώτερο από το δυτικό μέτωπο» του Έριχ Μαρία Ρέμαρκ αποτελούν τα δυο κορυφαία αντιπολεμικά μυθιστορήματα που γράφηκαν μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν υπάρχει τίποτα το ηρωικό στις συζητήσεις για τον πόλεμο, όλοι τον μισούν και δεν βλέπουν την ώρα να τελειώσει. Πολλοί αυτοτραυματίζονται για να γλιτώσουν, άλλοι λιποτακτούν. Και οι στρατοδίκες καταδικάζουν αβέρτα, αθώους και ένοχους. Οι βομβαρδισμοί, ο πανικός της υποχώρησης, η σύγχυση, ο θάνατος από φίλια πυρά, είναι κάποια από τα επεισόδια του πολέμου που αφηγείται ο Φρέντερικ Χένρι. Και μέσα σ’ αυτή τι δίνη του πολέμου ανθίζει ένας μεγάλος έρωτας.
  Όμως ας δώσουμε κάποια αποσπάσματα ακόμη.
  Διαβάζουμε:
  «Οι γιαπωνέζοι έχουν βάλει στο μάτι τα νησιά Χαβάι» (σελ. 65).
  Τι διάβολο, το ήξεραν φαίνεται οι πάντες, ήδη από το 1929 που δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημα, πώς και τους έπιασαν στον ύπνο στο Περλ Χάρμπορ;
  Διαβάζω:
  «Ψαρέψαμε πέρ’ από τη Στρέζα, ύστερα χαμηλότερα, όχι μακριά από την όχθη. Κρατούσα τεντωμένη την πετονιά κι αισθανόμουν την ελαφρά δόνηση της ορμιάς, ενώ κοίταζα το σκοτεινό φθινοπωρινό νερό και την έρημη παραλία» (σελ. 199-200).
  Και θυμήθηκα.
  Ψαρεύαμε με καλάμι, μικρά ψαράκια, με πετονιά, με το χωριανό και φίλο μου Γιώργη Τωμαδάκη (έχει τα Sports town στη Νέα Σμύρνη. Να τον ευχαριστήσω ακόμη μια φορά που χρηματοδότησε την έκδοση του βιβλίου μου «Το χωριό μου-από την αυτοκατανάλωση στην αγορά»· το Κάτω Χωριό Ιεράπετρας, το χωριό μας). Ο Γιώργης έβγαλε ένα ψαράκι. Το είδα που σπαρτάραγε πάνω στο βράχο, αγωνιζόμενο να αναπνεύσει. Παράτησα την πετονιά μου. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που πήγα για ψάρεμα.
  Διαβάζω και πάλι.
  «Δεν έβλεπα παρά τις μπανέλες της ομπρέλας (τη χρησιμοποιούσαν σαν πανί στη βάρκα με την οποία το έσκασαν στην Ελβετία). Η ομπρέλα τέντωνε, τραβούσε κι ένιωθα πώς μας παράσερνε. Κρατώντας τη γερά με τα πόδια μου προσπαθούσα να την συγκρατώ, όταν μου γύρισε απότομα» (σελ. 212-213).
  Και θυμήθηκα πάλι.
  Πήγαινα στο δημοτικό, σε κάποια από τις πρώτες τάξεις. Ανέβηκα στην ταράτσα του σπιτιού μας κρατώντας την ομπρέλα μας. Ήθελα να δω πώς είναι να πέφτεις με αλεξίπτωτο. Την άνοιξα και πήδηξα. Ευτυχώς η ομπρέλα γύρισε ανάποδα λίγο πριν πατήσω στο έδαφος και έτσι δεν έπαθα τίποτα. Η ομπρέλα όμως καταστράφηκε. Το βράδυ η μητέρα μου διηγήθηκε την ιστορία στη αποσπερίδα. Μια από τις γυναίκες που ήταν εκεί μου τη θύμισε, χρόνια αργότερα, σκασμένη στα γέλια. Είχε αναρωτηθεί γιατί δεν την συμπεριέλαβα στο βιβλίο μου για το χωριό μου. Στο κεφάλαιο «Μαθητικές αναμνήσεις» γράφω κάμποσα τέτοια χιουμοριστικά. Ε, δεν μπορούσα να τα θυμάμαι και όλα!
  Είδαμε και τις δυο ταινίες. Μεγάλη επιτυχία ο «Αποχαιρετισμός στα όπλα», τρία μόλις χρόνια μετά την έκδοσή του, το 1932, γυρίστηκε και σε ταινία από τον Frank Borzage. Πανύψηλος ο τριαντάχρονος τότε Gary Cooper, η Helen Hayes του έφτανε μέχρι τον ώμο.
  Όπως και σε κάθε μεταφορά μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη, έχουμε και εδώ προσθαφαιρέσεις και αλλαγές. Οι μεγαλύτερες είναι στο τέλος. Ο Φρέντερικ δεν χάνεται από τη μονάδα του με την υποχώρηση αλλά λιποτακτεί. Πέφτει στο ποτάμι για να γλιτώσει το εκτελεστικό απόσπασμα, και εν ριπή οφθαλμού φτάνει στην ακτή, ενώ στο μυθιστόρημα είναι μια περιπέτεια γεμάτη σασπένς. Μόνος παίρνει τη βάρκα και πηγαίνει στην Ελβετία για να συναντήσει την Κατερίνα όπου έχει πάει να γεννήσει ενώ στο μυθιστόρημα πάνε και οι δυο, και πάλι φτάνει εν ριπή οφθαλμού φθάνει στην ελβετική ακτή. Όμως ο θάνατος της Κατερίνας είναι μακρύς, οπερετικός, εν τέλει κινηματογραφικός, σε σχέση με το μυθιστόρημα.
  Για σκεφτείτε το: τολμά κανείς σκηνοθέτης που θέλει να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη σαιξπηρικό έργο να απομακρυνθεί πολύ από το κείμενο;
  Το 1932 ο «Αποχαιρετισμός στα όπλα», τρία χρόνια μετά την έκδοσή του, δεν ήταν παρά ένα best seller, γι’ αυτό και ο Frank Borzage δεν είχε ενδοιασμούς να απομακρυνθεί από το μυθιστόρημα. Το 1957 όμως που ο Charles Vidor έκανε τη δική του κινηματογραφική μεταφορά, ο Χέμινγουεϊ είχε τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ και το έργο του δεν ήταν πια απλά ένα best seller αλλά είχε περάσει στον κανόνα. Γι’ αυτό δεν ήταν δυνατόν να απομακρυνθεί πολύ από το μυθιστόρημα, το οποίο μετέφερε στην μεγάλη οθόνη σε μια υπερπαραγωγή δυόμισι ωρών. Οι λίγες αλλαγές που ήσαν νομίζω προς το καλύτερο δεν ξέρω αν θα πρέπει να πιστωθούν στον Ben Hecht, τον σεναριογράφο, ή στον Laurence Stallings που το διασκεύασε σε θεατρικό, ένα χρόνο μετά την έκδοσή του. Εξαιρετικοί στις ερμηνείες τους ο Ροκ Χάτσον και η Τζένιφερ Τζόουνς, ενώ ήταν έκπληξη για μένα να δω μια θαυμάσια ερμηνεία στο ρόλο του χειρουργού Ρινάλντι από τον Βιτόριο ντε Σίκα, τον οποίο ήξερα μόνο σαν σκηνοθέτη.
  Μου πέρασε η μανία να ανιχνεύω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, αλλά και πάλι έπεσαν στην αντίληψή μου δυο.
Στη θέση μου στις έντεκα, την ώρα του κοκτέηλ (σελ. 200).
Καινούρια απαλότητα των φίνων σκεπασμάτων (σελ. 226).
  Αλλά για τον Χέμινγουεϊ θέλω να ξαναγράψω.
Post a Comment