Book review, movie criticism

Monday, December 19, 2016

Roberto Rosselini, Τριλογία πολέμου



Roberto Rosselini, Τριλογία πολέμου

  Είναι η πρώτη ταινία της τριλογίας και αναφέρεται στη ζωή στη Ρώμη κάτω από την γερμανική κατοχή, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και τη συμπαράταξή της στο πλευρό των συμμάχων. Κυρίως όμως αναφέρεται στην αντίσταση. Με χιούμορ κατά διαστήματα, στο τέλος η ταινία μαυρίζει, δείχνοντας τα βασανιστήρια ενός αρχηγού της αντίστασης που δεν λυγίζει αλλά πεθαίνει, και την εκτέλεση του παπά, κατά την οποία όμως οι στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος δεν τον πυροβολούν αλλά πυροβολούν στον αέρα. Τον πυροβολεί με περίστροφο ο αξιωματικός όταν διαπιστώνει τι έγινε.

Paisa (1946)
  Η ταινία είναι σπονδυλωτή και παρουσιάζει έξι επεισόδια κατά την απελευθέρωση της Ιταλίας από τους συμμάχους, ανεβαίνοντας διαδοχικά από τη Σικελία στη Νάπολη, μετά στη Ρώμη, έπειτα στην Φλωρεντία, και τέλος βορειότερα, σε ένα μοναστήρι και στον Πάδο. Στο πρώτο επεισόδιο ο αμερικάνος σκοτώνεται μέσα στον πύργο, προφανώς πυροβολημένος από τους γερμανούς που διέκριναν τη λάμψη του σπίρτου (μας δείχνεται αργότερα νεκρός). Η κοπέλα που τον συνοδεύει, όταν εμφανίζονται οι γερμανοί στρατιώτες παίρνει το όπλο του. Στο τέλος οι αμερικανοί στρατιώτες που επιστρέφουν στον πύργο ακούγοντας πυροβολισμούς βλέπουν το πτώμα της πάνω στα βράχια. Προφανώς την έριξαν οι γερμανοί όταν τους πυροβόλησε. Οι γερμανοί όμως είχαν στο μεταξύ αποχωρήσει. Το επεισόδιο αυτό είναι με πολλά αφηγηματικά κενά.
  Στο δεύτερο επεισόδιο τα κεντρικά πρόσωπα είναι ένας αμερικανός λοχίας και ένας πιτσιρικάς που του έκλεψε τις μπότες. Όταν όμως βλέπει την εξαθλίωση που δέρνει την οικογένειά του και τους γύρω, του τις αφήνει.
  Στο τρίτο υπήρξε ένα πρόβλημα στην πρόσληψη. Την ταινία την προσέλαβα ως ρομάντζο. Η πουτάνα οδηγεί στο σπίτι μιας γυναίκας που της προσφέρει δωμάτιο έναντι αμοιβής τον αμερικανό στρατιώτη. Είναι ολομέθυστος. Της λέει για μια Φραντζέσκα που γνώρισε, αλλά έπρεπε να φύγει για το μέτωπο. Όταν γύρισε, δεν μπορούσε να θυμηθεί πού την είχε συναντήσει (θυμήθηκα μια παρόμοια κινέζικη ταινία, τη «Spicy love soup» του Zhang Yang). Μάθαινε και ιταλικά για να της μιλήσει. Της περιγράφει πώς ήταν η αυλή, η πλατεία. Αυτή του λέει ότι ξέρει πού μένει. Προηγουμένως είχε πει το όνομά της. Τη λένε και αυτή Φραντζέσκα. Φεύγει. -Γιατί φεύγεις; τη ρωτάει. -Αύριο να πας να βρεις τη Φραντζέσκα σου. Φεύγοντας δίνει ένα χαρτάκι με τη διεύθυνση στην γυναίκα του σπιτιού με την παράκληση να του το δώσει. Αυτός, δίπλα σε έναν άλλο στρατιώτη, το βγάζει και το πετάει. Γιατί;
  Η ρομαντική πρόσληψη η δική μου (κουβεντιάζαμε για το θέμα μέχρι τις 12 στο «Σχολείο του σινεμά) ήταν ότι νόμισε πως ήταν η διεύθυνση της πουτάνας με την οποία είχε βρεθεί το προηγούμενο(;) βράδυ. Τι κρίμα, σκέφτηκα. Αν δεν ήταν ολομέθυστος θα θυμόταν ότι ήταν η διεύθυνση της Φραντζέσκας, του κοριτσιού που έψαχνε. Καθώς ξανασκέφτηκα το επεισόδιο το πρωί όταν ξύπνησα σκέφτηκα ότι υπήρχε και η ρεαλιστική πρόσληψη, που μάλλον επιβεβαιώνεται ξαναβλέποντας μέρος από το επεισόδιο, όπου είδα ότι λέει περίπου: όλα τα κορίτσια ήταν τότε χαρούμενα (όταν απελευθέρωσαν την πόλη), τώρα έχουν γίνει όλες πουτάνες. Μπορεί τελικά να μην του πέρασε από το μυαλό ότι ήταν η διεύθυνση της πουτάνας αλλά της Φραντζέσκας του. Και, όπως είχε πει, πιθανότατα και αυτή να είχε γίνει πουτάνα. Αρχικά υπέθεσα ότι αναγνώρισε την πουτάνα αυτή σαν την Φραντζέσκα του, αλλά ήταν πολύ μεθυσμένος για να της το πει. Τελικά βλέπω στην βικιπαίδεια ότι αυτός που έγραψε το λήμμα είχε τη δική μου πρόσληψη, την αρχική: ο λοχίας υπέθεσε ότι η διεύθυνση ήταν ενός μπουρδέλου.
  Τρεις διαφορετικές προσλήψεις λοιπόν: Αναγνώρισε στην Φραντζέσκα τη δική του Φραντζέσκα, αλλά ολομέθυστος καθώς ήταν δεν αντέδρασε. Δεν αναγνώρισε τη Φραντζέσκα, αλλά σκέφτηκε ότι η Φραντζέσκα του, τη διεύθυνση της οποίας του είχε αφήσει η άλλη Φραντζέσκα, είχε γίνει και αυτή πουτάνα. Και η τρίτη πρόσληψη είναι ότι θεώρησε τη διεύθυνση σαν την διεύθυνση εκείνης της πουτάνας με την οποία είχε βρεθεί, ή του μπουρδέλου όπου δούλευε.
  Το τέταρτο επεισόδιο αναφέρεται σε έναν άντρα και μια γυναίκα που θέλουν να περάσουν στο απέναντι μέρος από τη Φλωρεντία, που το κρατάνε ακόμη οι γερμανοί. Περιπετειώδες, με σασπένς, και βέβαια νεκρούς.
  Το πέμπτο είναι μια σάτιρα της ιταλικής καθολικής εκκλησίας. Από τους τρεις αμερικανούς ιερωμένους ο ένας είναι καθολικός, ο άλλος προτεστάντης και ο τρίτος εβραίος. Η γούμενος του μοναστηριού που τους φιλοξενεί ρωτάει τον καθολικό αν προσπάθησε να τους προσελκύσει στον καθολικισμό. Αυτός εκπλήσσεται, είναι εξαιρετικοί ιερωμένοι, λέει. Οι καλόγεροι που τους προσφέρουν δείπνο δεν θα φάνε. Θα νηστέψουν, σαν έκκληση προς τον Κύριο να επαναφέρει τους δυο άλλους ιερωμένους στην αληθινή πίστη.
  Το έκτο αναφέρεται σε ένα επεισόδιο με τους παρτιζάνους. Αποκομμένοι από τις αμερικανικές δυνάμεις, με δυο άγγλους μαζί τους που έπεσαν με το αεροπλάνο τους, χωρίς πολεμοφόδια, πέφτουν στα χέρια των γερμανών. Αυτοί τους βάζουν σε μια βάρκα, τους δένουν τα χέρια πίσω και τους ρίχνουν στη θάλασσα. Οι δυο άγγλοι που διαμαρτύρονται αγανακτισμένοι πυροβολούνται.  

  Στη «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη» ο Ροσελίνι μας έδειξε τη Ρώμη κάτω από τη γερμανική κατοχή. Στη «Γερμανία, ώρα μηδέν» μας δείχνει το Βερολίνο κάτω από την κατοχή των συμμάχων. Εδώ όμως δεν έχουμε τα φρικιαστικά που είδαμε στη «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη. Απλά ο αδελφός φοβάται να δηλωθεί, μια και ήταν στρατιώτης, και μάλιστα πολέμησε ως την τελευταία στιγμή στη γωνία του δρόμου που μένουν. Το αποτέλεσμα είναι να χάσουν ένα δελτίο συσσιτίου. Με τρία δελτία, της αδελφής, του μικρού αδελφού του και του γέρου άρρωστου πατέρα τους έπρεπε να ζουν και οι τέσσερις. Και μένουν όλοι τους, μαζί με πέντε άλλες οικογένειες, στο ίδιο κτήριο, του ίδιου ιδιοκτήτη, μια και τα περισσότερα σπίτια στο Βερολίνο είχαν καταστεί ακατοίκητα από τους βομβαρδισμούς και οι ιδιοκτήτες που τα σπίτια τους είχαν μείνει ανέπαφα έπρεπε να φιλοξενούν άστεγες οικογένειες.
  Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας δείχνει την εξαθλίωση στην οποία ζούσαν τότε οι κάτοικοι του Βερολίνου. Οι πλούσιοι μπορούσαν να αγοράζουν από τη μαύρη αγορά. Όπως και οι δικοί μας στην κατοχή πουλούσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν για να αγοράσουν κάτι να φάνε. Ο μικρός γιος, που πάνω σ’ αυτόν εστιάζει η αφήγηση, αφού δεν καταφέρνει να βρει δουλειά (πρέπει να είναι πάνω από δεκαπέντε χρονών και αυτός είναι μόνο δώδεκα) μπλέκει με παρέες, κλέβουν, είναι και αυτός ένας τρόπος για να επιβιώσουν. Ο δάσκαλός του τον χρησιμοποιεί για βαποράκι. Όχι όμως για να πουλάει ναρκωτικά αλλά αντικείμενα που ήταν απαγορευμένα, όπως ένας δίσκος με κάποιο λόγο του Χίτλερ. Ναζί ο δάσκαλος, κάνει κήρυγμα στον μικρό για την επιβίωση του ισχυρότερου. Οι αδύναμοι πρέπει να εκλείψουν.
  Ποιος είναι ο αδύναμος στην οικογένειά τους που τρώει τζάμπα ψωμί χωρίς να μπορεί να προσφέρει τίποτα; Ο πατέρας του. Όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο για πέντε μέρες, ο μικρός κλέβει ένα από τα φάρμακα που του δίνουν. Φανταζόμαστε ότι αυτό είναι πυρηνικό γεγονός, κάτι θα συμβεί. Και αυτό το κάτι το μαθαίνουμε πολύ αργότερα. Όταν πεθαίνει ο πατέρας, το θεωρούμε φυσιολογικό. Όμως ο μικρός κάποια στιγμή θα ομολογήσει στον δάσκαλο ότι αυτός τον σκότωσε, σύμφωνα με αυτά που του είχε διδάξει τις προάλλες (θυμήθηκα τον Σμερντιακόφ στους «Αδελφούς Καραμάζωφ», που σκότωσε τον γέρο Καραμάζωφ ακολουθώντας τις ιδέες του Ιβάν, και κυρίως την αρχή «Αν δεν υπάρχει θεός, όλα επιτρέπονται). Ο δάσκαλος του βάζει τις φωνές, τον διώχνει. Ο μικρός συνειδητοποιεί ότι έκανε κάτι ανεπανόρθωτα κακό. Η κάμερα τον παρακολουθεί καθώς περιφέρεται στις σκάλες και στην ταράτσα ενός ερειπωμένου κτιρίου, για αρκετή ώρα. Αυτό που υποψιαζόμαστε θα συμβεί. Όπως και ο νεαρός στο «Go, go, second time virgin» του Koji Wakamatsou για το οποίο αναρτήσαμε πρόσφατα, θα αυτοκτονήσει πέφτοντας από την ταράτσα.
 
Post a Comment