Book review, movie criticism

Friday, December 9, 2016

Ελένη Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου, Βεβαιότητες που λιγοστεύουν



Ελένη Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου, Βεβαιότητες που λιγοστεύουν, Οι εκδόσεις των φίλων 2016, σελ. 60

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Εξαιρετικά ποιήματα που τα διακρίνει ένα βάθος σκέψης

  Θα ξεκινήσω από τον τίτλο τον οποίο θεωρώ ιδιαίτερα εύστοχο: Βεβαιότητες που λιγοστεύουν. «Τα άλλοθι και τα ερωτηματικά/ πιο στέρεα απ’ τις βεβαιότητες» (σελ. 52) μας λέει η Ζαχαροπούλου σε ένα ποίημά της. Εν τάξει, δεν φτάνουμε και στην άλλη άκρη του Ντεκάρτ που έλεγε de omnibus dubitandum est, για όλα πρέπει να αμφιβάλουμε, αλλά δυστυχώς αποτελεί, πιστεύω, κοινή εμπειρία η διάψευση πολλών βεβαιοτήτων μας. Η μόνη βεβαιότητα που, νομίζω, δεν θα διαψευστεί ποτέ είναι ότι η ποίηση λειτουργεί σαν καταφύγιο, σαν fantasyland, σαν αντικαταθλιπτικό, σαν αντικαθρεπτισμός του όντος.
  Η ποίηση της Ζαχαροπούλου έχει τη σοβαρότητα ενός φιλοσοφικού δοκιμίου. Η τελευταία στροφή του πρώτου ποιήματος της συλλογής που έχει τίτλο «Ως τον πυθμένα» είναι πολύ χαρακτηριστική.
  «Το “είμαι”
σημαίνει κατανοείν·
διαβιώ μέρος του όλου.
Σημαίνει κοινωνώ
την ανάγκη όλης της γης
την αλήθεια της
στην ζωή του τίποτα» (σελ. 13)
  Στο «Κέρδος» δηλώνει επιγραμματικά:
«Ζω
Σημαίνει υπάρχω
μ’ ένα συμβιβασμό» (σελ. 53).
  Και στο «Ο άλλος νους»:
  «Πόση πραγματικότητα
μπορείς ν’ αντέξεις;
Η πιο βαθειά αλήθεια.

Τα λάθη φορτίο βαρύ
σφραγισμένο
στην εξορία της Λήθης.
Η αυτοκριτική μια αναμέτρηση
κι η συνείδηση ιερή πληγή» (σελ. 55).
  Στην «Τιμιότητα των λέξεων», ένα οιονεί δοκίμιο πάνω στον γραπτό και τον προφορικό λόγο, διαβάζουμε:
  «Τα λόγια υπαινικτικά
αιωρούνταν ασύντακτα»,
  Ενώ
  «Οι λέξεις
ευθύβολες, ανυπόκριτες,
ισορροπούν κι εναρμονίζουν
τις παρεκκλίσεις» (σελ. 17).
  Στις λέξεις θα επανέλθει και στο «Μπλε τετράδιο».
  Ένα υφολογικό χαρακτηριστικό, ξεχωριστό της Ζαχαροπούλου, είναι η παράθεση αντιθέτων.
Διαβάζουμε:
  «Στην αλήθεια και στο ψέμα μου  οχυρώνομαι» (σελ. 14).
  «τα ελάχιστα και τα μέγιστα·
Τα νοητά κι απερινόητα του κόσμου» (σελ. 16)
«συνάντηση ή αποχωρισμός» (σελ. 18)
«Νεότητα
που δεν γνώρισε ακόμα το χρόνο
και δεν τον ευλαβείται.
Γηρατειά·
πενία των δευτερολέπτων» (σελ. 20)
«σε λύπη, σε χαρά» (σελ. 24)
«Αλήθεια ή ψέμα» (σελ. 29)
«Εκεί κερδίζεται
ή χάνεται ο καιρός» (σελ. 37)
«Θυμήσου
και να με… ξεχνάς» (οξύμωρο αυτό, σελ. 37)
«Μνήμη και λήθη» (σελ. 40)
«Πάει κι έρχεται» (σελ. 43)
«γη κι ουρανός» (σελ. 45)
«Λιγότερο συναίσθημα·
Το ζύγι προς τη λογική» (σελ. 47)
«Ζωή και θάνατος» (σελ. 55)
  Μια μόνιμη αντιπαράθεση που συναντάμε συχνά στην ποίηση είναι ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Στον «Δανεισμένο καιρό», ποίημα που το εμπνεύστηκε πιθανόν η Ζαχαροπούλου μια από τις τελευταίες μέρες κάποιου Αυγούστου μπροστά σε κάποια παραλία, διαβάζουμε:
  «Τελευταίες ημέρες του καλοκαιριού
Κι οι άνεμοι του Αυγούστου
σπρώχνουν ορμητικά κύματα στην ακτή.
Ένας ανήσυχος γλάρος
μετρά το χρόνο
κι αργόσχολες σκέψεις τον ακολουθούν.

Εδώ, κάποτε, ήταν ο καιρός και ο τόπος…»
  Και το ποίημα τελειώνει με μια μεταφορά, το πιο συνηθισμένο υφολογικό στοιχείο στην ποίηση.
  «Τα βότσαλα παλίνδρομα πολυλογούν
και τα κύματα αλυχτούν.
Οι απουσίες-
πέτρες βαρειές-
έχουν για πάντα ριζώσει στον βυθό» (σελ. 38).
  Στη «Ροή αμετάκλητη» διαβάζουμε:
  «Έτσι ο χρόνος ο παρών:
στην αστραπή
προάγεται σ’ άδηλο μέλλοντα·
γίνεται χρόνος σκιώδης-
παρελθόν.
Πρωτεϊκή ταλάντωση» (σελ. 40).
  Σε ένα μικρό βίντεο που έφτιαξα με τίτλο «Five-dedicated to Kiarostami», έβαλα σαν υπότιτλο «μικρές ταλαντώσεις του χρόνου».  
  Η μούσα στον ποιητή δεν κατεβαίνει πάντα κατόπιν επίκλησης, όπως στον Όμηρο. Την Ζαχαροπούλου την καταλαμβάνει αιφνίδια, καθώς κοιτάζει έναν «Χαρτοστάτη», ένα «Πλατανόφυλλο της βροχής», Ένα «Γλυπτό». Άλλες φορές, μπροστά στη δυστοκία ενός ποιήματος κάνει την εμφάνισή της, όπως στο «Σχοινοβάτη».
  «Κι εσύ ποίημα λειψό
απόψε καρκινοβατείς.
στην δεσποτεία του άρρητου λόγου
Πεισματικά μ’ αντιπαλεύεις.
Κι η εξορία της γης
κι η δυσαρέσκεια τ’ ουρανού
κι ο θάνατος πλάι μου» (σελ. 16).
  Πιο συχνά, φαντάζομαι, την επισκέπτεται σε ανύποπτες στιγμές, χωρίς δηλαδή συγκεκριμένο εξωτερικό ερέθισμα, όπως τον Νίτσε όταν έγραφε τα σύντομα ποιητικά δοκίμιά του.
  Στο «Κέρδος» η Ζαχαροπούλου ξεκινάει:
  «Υπάρχω
σημαίνει ζω
στη σιωπή του βυθού·
στον αλαλαγμό του αγέρα»,
  για να καταλήξει με μιαν αντιστροφή:
  «Ζω
σημαίνει υπάρχω
μ’ ένα συμβιβασμό-
ήττες μοναχικές,
σαν μύχια συμφιλίωση.
Νίκη κατά του αδύνατου.
  Το καρτεσιανό «σκέφτομαι» αντικαταστάθηκε με το «ζω», πιο ευρύ, πιο περιεκτικό, πιο πλήρες.
  Και βέβαια δεν ήταν δυνατόν να λείπουν οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι.
Εδώ είναι ο τόπος μου-χρόνος δαπανημένος (σελ. 15)
Μπήκαμε απ’ τον παράδρομο, από τον λάθος δρόμο (σελ. 19)
Μεταλλαγμένης ομορφιάς, αμέριμνης στο χώμα (σελ. 22)
Κάποιες φορές σε τρόμαζαν με ό,τι εννοούσαν (σελ. 33)
Ημέρες του καλοκαιρού κι οι άνεμοι του Αυγούστου (σελ. 38)
  Όπως έχω ιδεοψυχαναγκασμό να ανιχνεύω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, έτσι έχω ιδεοψυχαναγκασμό και με τις συμπτώσεις. Γι’ αυτό δεν μπορώ να μην παραθέσω αυτούς τους δυο στίχους:
  «Κι οι συμπτώσεις, ίσως,
αρμονίες κρυμμένες» (σελ. 34).
  Ίσως.
  Μια ακόμη βεβαιότητα λιγοστεύει. Ή μήπως αυξάνει;
  Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος.
  Εξαιρετικά τα ποιήματα αυτά της Ελένης Ζαχαροπούλου, εύχομαι να είναι καλοτάξιδα.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment