Book review, movie criticism

Wednesday, December 7, 2016

Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση



Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση (μετ. Κωστής Παπαγιώργης), Γνώση 1993, σελ. 156

  Είναι το τρίτο και τελευταίο μισοδιαβασμένο βιβλίο που ανέσυρα από τα μπλοκαρισμένα βιβλία μου στο λεβητοστάσιο.
  Πριν χρόνια διάβασα το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού: Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία». Πολύ καλό βιβλίο, δεν έγραψα όμως γι’ αυτό μιας και τότε δεν είχα blog. Μετά αγόρασα το βιβλίο του Λυοτάρ, πριν είκοσι τόσα χρόνια, και για λόγους που δεν θυμάμαι έμεινε μισοδιαβασμένο. Πιθανώς, εξαιτίας της ακαταστασίας που με δέρνει, κάπου τρύπωσε πριν προλάβω να το τελειώσω. Στη συνέχεια τα βιβλία μου μετακόμισαν στο λεβητοστάσιο.
  Κρίνοντας από την πυκνότητα των υπογραμμίσεων πιστεύω ότι θεώρησα τον πρόλογο του Θεόδωρου Γεωργίου πολύ κατατοπιστικό. Αντιγράφω την τελευταία υπογράμμισή μου από την προ-τελευταία περίοδο που συνοψίζει τα κύρια χαρακτηριστικά του μεταμοντερνισμού, συνδέοντάς τα με τη νιτσεϊκή «Χαρούμενη γνώση».
  «Όλα τα γνωρίσματα της μεταμοντέρνας κατάστασης, δηλαδή η απομάκρυνσή της από τον φορμαλισμό του Λόγου, η συμπόρευσή της με τον “πολυθεϊσμό των αξιών”, η αναγνώριση του ανθρώπου ως ζωντανού ομιλητή, η αισθητική διάστασή της, οι στρατηγικές της να αποκαλυφθεί το μη-ταυτό είναι εκείνα που φανερώνουν τη στενή της συγγένεια με τη νιτσεϊκή “χαρούμενη επιστήμη”» (σελ. 19).
   Όπως έκανα και με τα δυο άλλα βιβλία που είχα αφήσει μισοδιαβασμένα, το «Σιαμαία και ετεροθαλή» του Κωστή Παπαγιώργη και τις «Διερευνήσεις» του Μπόρχες, διάβασα τις υπογραμμίσεις από τις διαβασμένες σελίδες και συνέχισα με τις αδιάβαστες. Δεν θα ρισκάρω λοιπόν γενική αποτίμηση, απλά θα παραθέσω τις πιο ενδιαφέρουσες υπογραμμίσεις, τοτινές και σημερινές.
  «Η μεταμοντέρνα γνώση δεν είναι μόνο το όργανο των εξουσιών. Εκλεπτύνει την ευαισθησία μας απέναντι στις διαφορές και ενισχύει την ικανότητά μας να υποφέρουμε το ασύμμετρο. Η ίδια δεν βρίσκει τον λόγο της ύπαρξής της στην ομοφωνία των εμπειρογνωμόνων αλλά στην παραφωνία των επινοητών» (σελ. 27).
  «Η επιστημονική γνώση δεν καλύπτει όλη τη γνώση, ανέκαθεν ήταν υπεράριθμη, ανταγωνιστική, βρισκόταν σε σύγκρουση με μια διαφορετικού είδους γνώση, την οποία, για να απλοποιήσουμε τα πράγματα, θα αποκαλέσουμε αφηγηματική» (σελ. 39).
  «Από αυτή την αποσύνθεση των μεγάλων Αφηγήσεων, την οποία θα αναλύσουμε παρακάτω, έπεται εκείνο που μερικοί αναλύουν ως τη διάλυση του κοινωνικού δεσμού και το πέρασμα των κοινωνικών ολοτήτων σε μια κατάσταση μαζών απαρτιζόμενων από ξεκομμένα άτομα, τα οποία έχουν ριχθεί σε ένα παράλογο μπραουνικό κίνημα» (σελ. 56).
  Η αφηγηματική γνώση που έπεται δεν έχει σχέση με τις «μεγάλες αφηγήσεις» που προηγούνται, ερμηνευτικά συστήματα σκέψης όπως οι θρησκείες, διαφωτισμός, ο μαρξισμός κ.ά. Για μια περίπου κατανόηση του τι εννοεί ο Λυοτάρ με τον όρο «αφηγηματική γνώση» θα παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα.
  Η αφηγηματική γνώση «… δεν δίνει αξία στο ζήτημα της νομιμοποίησής της, παίρνει μόνη της τα διαπιστευτήριά της μέσα από την πραγματολογία της μεταβίβασής της, χωρίς να καταφεύγει στην επιχειρηματολογία και στη διαχείριση των αποδείξεων. Να γιατί συνδέει την ακατανοησία της απέναντι των προβλημάτων του επιστημονικού λόγου με μια ορισμένη ανοχή απέναντί του: τα εκλαμβάνει πρώτα-πρώτα σαν μια ποικιλία μέσα στην οικογένεια των αφηγηματικών πολιτισμών. Το αντίθετο δεν αληθεύει. Ο επιστήμονας αναρωτιέται πάνω στην εγκυρότητα των αφηγηματικών αποφάνσεων και διαπιστώνει ότι ποτέ δεν έχουν υποβληθεί στην επιχειρηματολογία και στην απόδειξη. Τις κατατάσσει σε μιαν άλλη νοοτροπία: πρωτόγονη, άγρια, υπανάπτυκτη, καθυστερημένη, αλλοτριωμένη, καμωμένη από γνώμες, συνήθειες, αυθεντία, προκαταλήψεις, άγνοιες, ιδεολογίες. Οι αφηγήσεις είναι παραμύθια, μύθοι, παραδόσεις, καλές για τα παιδιά και τις γυναίκες. Στην καλύτερη περίπτωση θα επιχειρήσουμε να ρίξουμε φως σε αυτόν τον σκοταδισμό, να εκπολιτίσουμε, αν εκπαιδεύσουμε, να αναπτύξουμε» (σελ. 78).
  «Η δύναμη του Wittgenstein είναι ότι δεν ακολούθησε τη λύση του θετικισμού, την οποία επεξεργαζόταν ο Κύκλος της Βιέννης, και ότι χάραξε μέσα στην έρευνά του για τα γλωσσικά παιχνίδια την προοπτική ενός άλλου είδους νομιμοποίησης των γλωσσικών παιχνιδιών από την αποδοτικότητα» (σελ. 106).
  Και:
  «…η αρχή της αποδοτικότητας, έστω και αν δεν επιτρέπει να αποφασίσουμε σαφώς σε όλες τις περιπτώσεις για την ενδεδειγμένη πολιτική, έχει ως σφαιρική συνέπεια την υποταγή των ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στις εξουσίες» (σελ. 124).
  Ακόμη:
  «Η ρητή ή όχι ερώτηση που τίθεται από τον επαγγελματικά προσανατολισμένο φοιτητή, από το κράτος ή από το ίδρυμα της ανώτερης εκπαίδευσης δεν είναι πια: αληθεύει; Αλλά: σε τι χρησιμεύει; Μέσα στο πλαίσιο της εμπορευματοποίησης της γνώσης, αυτή η τελευταία ερώτηση τις περισσότερες φορές σημαίνει: μπορεί να πουληθεί; Και μέσα στο πλαίσιο της αύξησης της ισχύος: είναι αποτελεσματικό;» (σελ. 126).
  Για τα γλωσσικά παιχνίδια ο Λυοτάρ μιλάει εκτενώς. Εδώ να παραθέσουμε ένα απόσπασμα.  
  «Η αρχή μιας καθολικής μεταγλώσσας έχει αντικατασταθεί από την αρχή της πολλότητας των τυπικών και αξιωματικών συστημάτων που είναι ικανά να αποδείξουν δηλωτικές αποφάνσεις, καθώς αυτά τα συστήματα περιγράφονται μέσα σε μια καθολική, αλλά όχι συνεκτική, μεταγλώσσα. Εκείνο που νομιζόταν παράδοξο ή και παράλογο μέσα στη γνώση της κλασικής και μοντέρνας επιστήμης μπορεί να βρει σε κάποιο από αυτά τα συστήματα μια δύναμη νέας πειθούς και να αποσπάσει την συγκατάθεση της κοινότητας των εμπειρογνωμόνων. Η μέθοδος των γλωσσικών παιχνιδιών, που ακολουθήσαμε εδώ, επικαλείται μετριόφρονα αυτό το είδος σκέψης» (σελ. 110-111).
  Για την παραγωγικότητα στην οποία αναφερθήκαμε πιο πριν μιλάει το παρακάτω απόσπασμα.
  «Εδώ παρεμβαίνουν οι τεχνικές. Αρχικά είναι προεκτάσεις των ανθρώπινων οργάνων ή φυσιολογικών συστημάτων, τα οποία έχουν ως λειτουργία να δεχτούν τα δεδομένα ή να επιδράσουν πάνω στο πλαίσιο αναφοράς. Υπακούουν σε μιαν αρχή, την αρχή της μεγιστοποίησης των αποδόσεων: αύξηση του output (πληροφορίες ή τροποποιήσεις που έχουν ληφθεί), μείωση του input (καταναλωθείσα ενέργεια) για να τις επιτύχουμε. Είναι λοιπόν παιχνίδια, που ο στόχος τους δεν είναι το αληθές, το δίκαιο, ούτε το καλόν κτλ., αλλά το αποτελεσματικό: μια τεχνική “κίνηση” είναι καλή όταν κάνει κάτι καλύτερο και/ή όταν καταναλώνει λιγότερο από μιαν άλλη» (σελ. 111-112).   
  Και το ανησυχητικό:
  «Τίθεται τότε το πρόβλημα: οι συσκευές που μεγιστοποιούν τις αποδόσεις του ανθρώπινου σώματος σκοπεύοντας στη διαχείριση της απόδειξης απαιτούν μια συμπληρωματική δαπάνη. Συνεπώς, δεν υπάρχει απόδειξη και επαλήθευση των αποφάνσεων, ούτε και αλήθεια, χωρίς χρήμα. Τα παιχνίδια της επιστημονικής γλώσσας θα γίνουν παιχνίδια των πλουσίων, όπου ο πιο πλούσιος έχει περισσότερες πιθανότητες να έχει δίκιο. Διαφαίνεται έτσι μια εξίσωση ανάμεσα στον πλούτο, στην αποτελεσματικότητα και στην αλήθεια» (σελ. 113).    
  Πανεπιστημιακοί, κακά μαντάτα:
  «…η απονομιμοποίηση και η κυριαρχία της αποδοτικότητας χτυπούν την καμπάνα της εποχής του Καθηγητή: αυτός δεν έχει περισσότερες αρμοδιότητες από τα δίκτυα μνήμης που μεταβιβάζουν την καθιδρυμένη γνώση ούτε είναι πιο αρμόδιος από τις διεπιστημονικές ομάδες για να φανταστεί νέες κινήσεις ή νέα παιχνίδια» (σελ. 130).
  Και ένα τελευταίο απόσπασμα.
  «…ο καθορισμός της αρχικής κατάστασης ενός συστήματος, δηλαδή όλων των ανεξάρτητων μεταβλητών, για να είναι αποτελεσματικός θα απαιτούσε μια δαπάνη ενέργειας τουλάχιστον ίση με εκείνη που καταναλώνει το υπό καθορισμόν σύστημα. Μια εκδοχή αυτής της έμπρακτης αδυνατότητας να συντελεστεί η πλήρης μέτρηση μιας κατάστασης του συστήματος δόθηκε για τους αμύητους σε μια σημείωση του Borges: ένας αυτοκράτορας θέλει να κατασκευάσει έναν ακριβέστατο χάρτη της αυτοκρατορίας. Το αποτέλεσμα είναι η καταστροφή της χώρας: γιατί ολόκληρος ο πληθυσμός διοχετεύει όλη του την ενεργητικότητα στην χαρτογραφία» (σελ. 134).
  Αυτό το απόσπασμα το παρέθεσα για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι η σύμπτωση: χθες μόλις έκανα μια ανάρτηση για τις «Διερευνήσεις» του Μπόρχες. Ο δεύτερος, γιατί έγραψα κάτι ανάλογο στο δεύτερο βιβλίο μου, την «Αναγκαιότητα του Μύθου». Την έγραψα το 1981 αλλά εκδόθηκε το 1987 από τις εκδόσεις Θυμάρι.   
  «Στην καθημερινή μας ζωή ενεργούμε πολλές φορές με ανάλογο τρόπο. Καθοδηγούμαστε από βεβαιότητες για τις οποίες δεν είμαστε εκατό τα εκατό σίγουροι, βεβαιότη­τες που τις έχουμε συναγάγει σε μια πιθανοκρατική βάση, που εμπεριέχουν ένα ποσοστό αμφιβολίας. Γιατί;
  Η πιθανοκρατική βάση των συλλογισμών μας, όπως και της διαμόρφωσης των εξαρτημένων ανακλαστικών, αποτελεί έκφραση του συστήματος οικονομίας του οργα­νισμού μας. Ένα σύστημα οικονομίας που, όπως όλα τα οικονομικά συστήματα, δουλεύει στην αρχή του «με λιγό­τερο κόστος, μεγαλύτερα κέρδη». Ανεχόμαστε κάποια πε­ριθώρια λάθους στις εκτιμήσεις μας, ιδιαίτερα αν αυτές είναι αντικείμενο έρευνας, αν, σαν αντάλλαγμα, έχουμε κέρδος σε κόπο, χρόνο και χρήμα» (σελ. 44).
  Όταν γράφω για κάποιο συγγραφέα αρκετές φορές καταλήγω με το ότι θα επανέλθω σ’ αυτόν. Όμως όχι τώρα. Δεν νομίζω ότι θα επανέλθω στον Λυοτάρ και στον μεταμοντερνισμό γενικότερα. Βρίσκονται πια εντελώς στην περιφέρεια των ενδιαφερόντων μου.
Post a Comment