Book review, movie criticism

Thursday, December 15, 2016

Koji Wakamatsu, Go, go, second time virgin




  Η ταινία, μόλις μιας ώρας και πέντε λεπτών, ασπρόμαυρη, είναι σαν διήγημα. Ο χώρος της ιστορίας είναι μια πολυκατοικία, και ένα μεγάλο μέρος της διαδραματίζεται στην ταράτσα.
  Πριν από τα γράμματα της αρχής βλέπουμε τον βιασμό της Πόπο, από τέσσερα άτομα. Από κάπου την έχουν αρπάξει και τη μεταφέρουν στην ταράτσα ενώ αυτή αγωνίζεται να ξεφύγει. Μετά τα γράμματα της αρχής βλέπουμε έναν άλλο βιασμό της, σε μια παραλία, σε έγχρωμο αυτή τη φορά.
  Και η ταινία συνεχίζει με τον βιασμό. Ο Τσούκιο, ένας νεαρός που έτυχε να βρίσκεται στην ταράτσα, παρακολουθεί αμέτοχος.
  Ξημερώνει, η Πόπο βρίσκεται ακόμη ξαπλωμένη στην ταράτσα. Ο Τσούκιο είναι δίπλα της. Οι τέσσερις βιαστές εμφανίζονται. Την κοιτάζουν περιφρονητικά. Τους ζητάει να τη σκοτώσουν. Ένας προθυμοποιείται. Αλλά αντί να τη σκοτώσει τη βιάζει. Ο νεαρός πάλι αμέτοχος. Στη συνέχεια τους βλέπουμε να συζητούν. Μιλάνε για το τραυματικό παρελθόν τους. Η Πόπο είναι γόνος βιασμού. Τη μητέρα της τη βίασε ένας γκάγκστερ. Αυτοκτόνησε όταν αυτή ήταν μικρή. Το ίδιο και ο πατέρας της, με την γκόμενά του.
  Ο νεαρός δεν μας λέει πολλά, παρά μόνο ότι δεν αγαπάει τους γονείς του. Την κατεβάζει στο υπόγειο. Ένας σωρός βιβλία. Ίδιος τίτλος. Έμειναν απούλητα, του τα επέστρεψαν. Της διαβάζει ένα ποίημα.
  Η Πόπο κάνει μπάνιο. Του ζητάει να της κάνει έρωτα. Είναι καθαρή τώρα, του λέει. Αυτός αρνείται. Μήπως είναι ανίκανος; Δεν έχει ξανακάνει έρωτα. Αργότερα μας αποκαλύπτεται η δική του τραυματική εμπειρία, που μάλλον είναι η αιτία του φόβου του να κάνει έρωτα.
  Η Πόπο του ζητάει να τη σκοτώσει. Αυτός αρνείται. Αυτή επιμένει. Μιλάνε για αυτοκτονία. Βρέχει. Ανεβαίνουν σε ένα κτίσμα πάνω στην ταράτσα. Αρπάζονται από ένα σωλήνα. Ελπίζουν πως θα πέσει κεραυνός να τους σκοτώσει.  
    Την πηγαίνει σε ένα δωμάτιο. Σε έγχρωμο πάλι, βλέπουμε τέσσερα πτώματα, δυο ανδρών και δυο γυναικών. Τους είχε σφάξει. Γιατί; Γιατί τον είχαν στριμώξει σε ένα δικό τους όργιο, παρά της κραυγές διαμαρτυρίας του.
  Νυχτώνει. Σε ένα πεζούλι βλέπουμε επτά άτομα, τέσσερις άνδρες και τρεις γυναίκες. Οι άνδρες είναι οι βιαστές της. Οι δυο από αυτούς την ξαναβιάζουν. Όμως ο Τσούκιο αυτή τη φορά δεν μένει αμέτοχος. Σφάζει πρώτα τους δυο που ξαναβίασαν την Πόπο. Κυνηγάει και τους υπόλοιπους. Δεν θα γλιτώσει κανείς.
  Πάλι μόνοι η Πόπο και ο Τσούκιο. Του ζητάει να κάνουν έρωτα. Του λέει ότι τον αγαπάει. Αυτός δεν την πιστεύει. Του λέει -Φεύγω. Γδύνεται. Τον κοιτάζει. –Με αγάπησες; Τον ρωτάει. Και στέκεται γυμνή μπροστά στα κάγκελα της ταράτσας. Σκαρφαλώνει. Αυτός λέει –Μητέρα, φεύγω. Στο επόμενο πλάνο τους βλέπουμε ξαπλωμένους κάτω στο δρόμο, νεκρούς.
  Πιστεύω ότι οι γιαπωνέζοι έχουν αυτοκτονικά γονίδια. Έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό αυτοκτονιών στους νομπελίστες τους. Ακόμη έχουν γονίδια σκληρότητας. Ήταν πραγματικοί μακελάρηδες στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Οι γερμανοί σκότωναν εγκεφαλικά, σαν κάτι που έπρεπε να κάνουν, οι γιαπωνέζοι σκότωναν σαδιστικά.
  Τυχαία ανακάλυψε τον Koji Wakamatsu ο Γιάννης ο Καραμπίτσος που έχει το «Σχολείο του σινεμά», με τις ελεύθερες προβολές κάθε Σάββατο και Κυριακή, κατά τις 8 συνήθως. Και βέβαια τα μαθήματα, σενάριο, σκηνοθεσίας, ιστορίας του κινηματογράφου, κ.ά. Από τον Καραμπίτσο τον ανακάλυψα κι εγώ και είπα να δω μια ταινία του, να πάρω μια ιδέα. Αφού την είδα, διαβάζω στο blog του Καραμπίτσου γιατί ο Wakamatsu έγινε σκηνοθέτης, κατά δική του δήλωση. Mεταφράζω από τα αγγλικά.
  «Ο λόγος που έγινα σκηνοθέτης είναι γιατί πραγματικά ήθελα να σκοτώσω έναν αστυνομικό. Αν σκότωνα έναν πραγματικό αστυνομικό θα με έβαζαν φυλακή. Αλλά στον κόσμο του κινηματογράφου, του φανταστικού κόσμου, μπορούσα να σκοτώσω οποιονδήποτε, χωρίς να τιμωρηθώ».
  Αφοπλιστική δήλωση.
  Ο Φρόιντ έχει μιλήσει για την «εξύψωση» (sublimation), μέσω της οποίας πρωτόγονα ένστικτα και ορμές εξυψώνονται σε έργα πολιτισμού. Τα «δολοφονικά» ένστικτά του ο Wakamatsu τα κάνει σινεμά.
  Βία, φόνος, αυτοκτονία, ερωτισμός, αυτά είναι τα θέματα της ταινίας. Μεγάλος σκηνοθέτης ο Wakamatsu, οι φόνοι δεν σοκάρουν αφού είναι φόνοι εκδίκησης, και νοιώθουμε για τους ήρωές του ένα γνήσιο αριστοτελικό «έλεο». Πεθαίνουν σαν τραγικοί ήρωες, χωρίς να τους πρέπει, χωρίς να το αξίζουν, όπως η Αντιγόνη στο Σοφοκλή, θύματα και οι δυο τους. Και για να κάνουμε μια σύγκριση, οι αρνητικοί ήρωες στο «Funny games» του Mickael Haneke , που κι αυτοί σκοτώνουν, μόνο απέχθεια μας προκαλούν.
  Σίγουρα θα ξαναδώ και άλλες ταινίες του Wakamatsu.
Post a Comment