Book review, movie criticism

Wednesday, May 24, 2023

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ουζερί Τσιτσάνης

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ουζερί Τσιτσάνης, Κέδρος 2001, σελ. 442

 


  Είναι το τέταρτο βιβλίο που διαβάζουμε του Γιώργου Σκαμπαρδώνη μετά τα τρία πρώτα του «Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό», «Η ψίχα της μεταλαβιάς» και «Η στενωπός των υφασμάτων». Είχαμε σαν στόχο να τον παρακολουθήσουμε στην συγγραφική πορεία του αλλά δεν τα καταφέραμε. Έτσι μετά από χρόνια διαβάζουμε ένα ακόμη βιβλίο του καθώς θα το συζητήσουμε στην επόμενη συνάντηση της Λέσχης Βιβλίου της Πλατείας Βικτωρίας.

  Ενώ τα πρώτα βιβλία που διαβάσαμε είναι συλλογές διηγημάτων, το «Ουζερί Τσιτσάνης» είναι μυθιστόρημα.

  Θα κάνω ένα σχόλιο για τον τίτλο.

  Από τον εκδότη μου έμαθα πόσο σημαντικός είναι ο τίτλος για την προώθηση ενός βιβλίου.

  Ένας Τσιτσάνης στον τίτλο κάνει αμέσως το βιβλίο πιασάρικο. Ο Τσιτσάνης είναι ένας μύθος στο χώρο του ρεμπέτικου.

  Τι θα γίνει όμως με μένα, που οι μόνες μουσικές που ακούω είναι κλασική και κρητικά; Το βιβλίο θα ήταν πιασάρικο για μένα αν στη θέση του Τσιτσάνη ήταν για παράδειγμα ο Ξυλούρης.

  Με επιφύλαξη το είδα. Δεν μου άρεσε στην αρχή. Μετά όμως άρχισε να γίνεται συναρπαστικό.

  Πότε;

  Όταν τα επεισόδια που αφηγείται ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής άρχισαν να γίνονται «σπουδαία», όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης.

  Η μεγάλη καμπή στην αναγνωστική μου πορεία ήταν η περιγραφή της πτώσης των οχυρώσεων Μεταξά. Και στον κινηματογράφο, τα πολεμικά έργα είναι αγαπημένο είδος.

  Στη συνέχεια διαβάζουμε για τη μοίρα των εβραίων στη Θεσσαλονίκη. Είναι συγκλονιστική η αφήγηση της μεταφοράς τους από το γκέτο όπου τους είχαν στριμώξει στα τρένα που θα τους μετέφεραν στην Πολωνία.

  Και βέβαια η Αντίσταση, στην οποία θα συμμετάσχει και ο αφηγητής.

  Το μεγάλο σπασπένς: ποιος πρόδωσε; Και δίπλα σ’ αυτό πολλά μικροσασπένς, καθώς οι γερμανοί που κινούνται συνεχώς δίπλα τους είναι πάντα μια απειλή.

  Το απροσδόκητο: ο ανάπηρος στο καροτσάκι δεν ήταν αυτός που φαινόταν.

  Η απαρίθμηση: αυτοί ήταν οι προδότες.

  Πραγματικά τα ονόματα, παρατίθενται σε εφέ απαρίθμησης, ο Σκαμπαρδώνης έχει κάνει σημαντική αρχειακή δουλειά.

  Θα συναντήσουμε αρκετά εφέ απαρίθμησης, για τα οποία θα πω την αμαρτία μου: τα περνούσα στα γρήγορα.

  Και για τους φίλους του ρεμπέτικου: θα διαβάσουμε στίχους από πολλά τραγούδια του Τσιτσάνη. Ελάχιστοι μου ήσαν γνωστοί.

  Λιτό, απέριττο το ύφος του, κυριολεκτικά ρουφάς το μυθιστόρημα. Η πλοκή του συναρπάζει, και γι’ αυτό βέβαια μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Μανούσο Μανουσάκη.

  Είμαι περίεργος πώς θα συζητηθεί στην ομάδα.

  Περισσότερα όμως θα πούμε σχολιάζοντας αποσπάσματα.

  «Μεγάλη υπόθεση ο πομπός» (σελ. 48).

  Αυτό το λέει αρκετές φορές, ψυχαναγκαστικά, ο Παύλος.

  Και θυμήθηκα τον Νικολή τον… που έλεγε κι αυτός, ψυχαναγκαστικά: «Τυχερά ’ναι τα παντέρμα».

  Τυχερό, το ποιον ή ποια θα παντρευτείς.

  «Παρέα του κι ο Εβραίος πολιτοφύλακας Μαλμπάλα, ο θηριώδης, γιγαντόσωμος Ντεπούζ, ο γερμανομαθής αριστοκράτης Σικόνιο και η ομάδα τους, που τυραννούνε, ληστεύουνε και σκοτώνουνε τους ομοθρήσκους τους» (σελ. 56).

  Και πιο κάτω:

  «…κι έχει για διερμηνέα και εκπρόσωπο το δικό μας το τέρας… τον Χαρσόν με τη συμμορία του… κι είναι κι ο Μαλμπάλα, με τους διακόσιους πενήντα Εβραίους πολιτοφύλακες… Δίνει κάθε πρωί αναφορά στην Γκεστάπο… αυτοί φορούνε κίτρινα περιβραχιόνια (σελ. 175).

  Δεν ξέρω αν αυτά τα πράγματα τα γράφουν τα βιβλία ιστορίας, εγώ πρώτη φορά τα ακούω, αν και δεν ήταν δύσκολο να τα φανταστώ.

  Αναρωτιέμαι ποια να ήταν η δική τους μοίρα. Τη γλίτωσαν ή κατέληξαν κι αυτοί στα κρεματόρια των ναζιστικών στρατόπεδων συγκέντρωσης;

  Ωσά τη μυζιθρόπιτα θα σε τουλουπανιάσω

  να σε φιλώ γλυκά-γλυκά, ώσπου να σε χορτάσω (σελ. 60)

  Κρητικός ων, δεν γινόταν να μην την παραθέσω.

  «Ο καλόγερος τον πρώτο χρόνο φοβάται τον Θεό… Τον δεύτερο χρόνο φοβάται ο Θεός τον καλόγερο» (σελ. 247).

  Υπάρχουν και άλλα τέτοια αποφθέγματα.

  «Το τάγμα του Βήχου, όπου στρατολογήθηκε, είναι από τα αγριότερα στην περιοχή, φτιαγμένα από καλά παλικάρια: παρμένα από καταγώγια, πουταναριά, συμμορίες, από χαφιέδες της ενορίας, από παλιά καρφιά της Καταδίωξης» (σελ. 356)

  Συνεκδοχικά, όλα τα τάγματα ασφαλείας.

  «-Είναι στην Αλεξάνδρας 124… Λέγεται Ινστιτούτο Αισθητικής Η ΠΟΠΗ» (σελ. 365).

  Στο 120 έμενα τεταρτοετής φοιτητής.

  «Μετά ετοίμασε οινόπνευμα, πιρούνι και πανί να με κόψεις βεντούζες… το οινόπνευμα χύνεται στην πλάτη του… αρπάζει όλη η πλάτη του Χρήστου μεμιάς, κι η φλόγα ανεβαίνει ψηλά, λαμπαδιάζει (372-373).

  Εμένα το οινόπνευμα από το πιρούνι, φλεγόμενο, χύθηκε πάνω στην κουβέρτα, αλλά έσβησα τη φωτιά γρήγορα γρήγορα. Για να σχολιάσει ο πατέρας μου: το βιαστικό γ@μ#σ# κάνει κουζουλό κοπέλι.

  Από τότε ήμουν πιο προσεκτικός όταν του έπαιρνα βεντούζες. Με τις βεντούζες τον κράτησα στη ζωή μέχρι τα 94 του. Έμενε 9 χρόνια μαζί μας, από τα 85 του δεν μπορούσε πια να μένει μόνος του στο χωριό.

  «Ο Αρμένης, πιάνοντας ένα μπράτσο κιθάρας…. -από τότε που μπήκανε οι Γερμανοί δουλεύουμε αναγκαστικά με ντόπια ξύλα…. Μόνο το κάλυμμα, μπροστά, είναι… από έλατο Βοσνίας» (σελ. 383).

  Το καλύτερο ξύλο για κάλυμμα, δηλαδή για καπάκι, λύρας, είναι το κατράνι ή φοινίκι. Απ’ αυτό το ξύλο είναι καμωμένα τα δοκάρια σε παλιά σπίτια. Είναι εισαγωγής από τα μέρη του Πόντου, τον Καύκασο… Μοσχομυρίζει. Το χρησιμοποιούσαν οι τούρκοι για τα χαρέμια τους. Ήλθε μια φορά στο χωριό μου ο Σήφης ο Μπουζάκης, καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται, μου έκανε κάποια μαθήματα λύρας και από αυτόν αγόρασα τη λύρα μου, και γέμισε τη σχάρα του αυτοκινήτου του με δοκάρια από κατράνι που πήρε από ένα χάλασμα, που θα τον έφταναν να φτιάχνει καπάκια για λύρες για όλη του τη ζωή. Ήταν κάπου μέσα της δεκαετίας του ’80.  

 

  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι που έπεσαν στην αντίληψή μας

Πάει και κάθεται βαριά στη θέση του Βασίλη (σελ. 20)

Κι αφουγκραζόμαστε μαζί, σαν συνεννοημένοι (σελ. 28)

Η ώρα είναι δυο παρά, κι έχει μεσημεριάσει (σελ. 50)

Το σπίτι μου το πατρικό είναι στη Μελενίκου (σελ. 98)

Γκαζιέρα με πετρέλαιο, μια ξύλινη ψωμιέρα (σελ. 144)

-με τόσο μαύρο που ρουφάς -κι εσύ ρουφάς και ξέρεις (σελ. 153)

Αφήστε, ρε, τον άνθρωπο να φάει και θα παίξει (σελ. 161)

Δεν μας φοβίζει ο θάνατος, μόν’ μας τρομάζει η πείνα (σελ. 165)

Τις καίει με πετρέλαια… τις ρίχνει στα πηγάδια (σελ. 200)

Με θέλει για διάδοχο και μ’ έμαθε την τέχνη (σελ. 225)

Γυρίζει προς τη θάλασσα ρεμβάζοντας και λέει (σελ. 292)

Να ετοιμαστώ, να θυμηθώ όλα τα παραδρόμια (σελ. 355)

Ξέπεσε έτσι ο άνθρωπος απ’ το πολύ μπαρμπούτι (σελ. 369)

Μου δείχνει ότι κατάλαβε, κι ότι έχει το νου του (σελ. 412)

Αλλά είχε φράγκα από πριν… είναι καλός δερβίσης (σελ. 417)

Έρχεται προς το μέρος μας ανοίγοντας τα χέρια (σελ. 420)

 

No comments: