Book review, movie criticism

Friday, May 7, 2010

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό, κ. ά

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό

Η φωνή της Πεντέλης, Ιούνιος 1994, τ. 122

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη εκδόθηκε σε δεύτερη έκδοση (1992) η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη "Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό", (σελ.121) που είχε εκδοθεί σε πρώτη έκδοση από τις εκδόσεις Ιανός το 1989.
Καθυστερημένα κάνει την εμφάνισή του και ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης στα γράμματα, στα 36 του. Γεννήθηκε το 1953 στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Με τη συλλογή του με τίτλο "Η στενωπός των υφασμάτων" που παρουσιάσαμε τον Φλεβάρη στους αναγνώστες της "Φωνής της Πεντέλης", ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης κέρδισε το πρώτο κρατικό βραβείο διηγήματος. Σήμερα παρουσιάζομε την πρώτη του συλλογή, με την αίσθηση ότι έχουμε να κάνουμε με τον πιο αξιόλογο ίσως διηγηματογράφο της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.
Το κύριο χαρακτηριστικό των 18 διηγημάτων της συλλογής είναι η καταβύθιση των ηρώων τους στο παρελθόν. Το παρελθόν αυτό μπορεί να είναι απλά ένα δοχείο αναμνήσεων
που ανακαλούνται συνειρμικά από τυχαίους παράγοντες. Στο "οι μύγες υψώνουν σημαία" ο συγγραφέας, βλέποντας μια μύγα να καθίζει στο χακί του πουκάμισο, θυμάται ένα φίλο του στο στρατό, τον Ζαχαράκη, βίος και πολιτεία, και εξιστορεί σπαρταριστά επεισόδια απ' τη ζωή τους, που θυμίζουν αρκετά τη συλλογή διηγημάτων "μετά την αποψίλωση" (Σύγχρονη Εποχή)του Νίκου Σαραντάκου.
Με ανάλογο τρόπο ανακαλούνται συνειρμικά εικόνες από το παρελθόν και στα διηγήματα "η λεχωνιά είναι από κρύσταλλο", η "άλλη γυναίκα που έγινε δένδρο" και "η εικόνα που μ' έδερνε".
Το παρελθόν όμως μπορεί επίσης να είναι η μήτρα τραυματικών εμπειριών, στις οποίες εμμένουν οι ήρωες με μια ψυχαναγκαστική καθήλωση. Στον "πατέρα με το ρεπούμπλικο" για παράδειγμα, ο αφηγητής, έπειτα από μια οινοποσία που άρχισε μόνος του και συνέχισε με τους φίλους του, βλέπει όνειρο τον (πεθαμένο ) πατέρα του, μετά από εφτά χρόνια.
Στο "η ντραμς εκτός σχεδίου" έχει σαν θέμα το μη συμβιβασμό. Εξομολογείται πως ήταν παντρεμένος εικοσιέξι χρόνια με τη γυναίκα του. Πως, όταν τον γνώρισε, ήταν φοιτητής στα Νομικά κι ότι παράλληλα έπαιζε ντραμς σ' ένα νεανικό συγκρότημα. Ότι αφότου παντρεύτηκαν, εκείνος αναγκάστηκε να σταματήσει τη μουσική και να κάνει καριέρα σ' ένα δημόσιο οργανισμό. Ακόμη ότι, πριν ενάμιση χρόνο, εντελώς ξαφνικά, τον έπιασε κάτι σαν μελαγχολία. Δεν της μιλούσε κι ύστερα βγήκε από την υπηρεσία με παραίτηση και μειωμένη σύνταξη. Παιδιά δεν είχαν. Της ζήτησε να χωρίσουν, χάθηκε, εξαφανίστηκε". Εγκαταστάθηκε στο παλιό ετοιμόρροπο δυάρι και άρχισε να παίζει ντραμς, με κλειστές πόρτες και παράθυρα για να μην ενοχλεί τους γείτονες. Μετά από κάμποσο καιρό τα άνοιξε και έδωσε ένα ρεσιτάλ, που τους άφησε όλους έκθαμβους. Η δικαίωση της φυγής! Μετά από λίγες μέρες θα τον βρουν να ψήνεται στον πυρετό και να έχει σπασμούς. Το αδιέξοδό της! Δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς στο παρελθόν. Μόνο, ίσως, στο μέλλον. Και ο Gaugin ίδια ιστορία και ίδιο τέλος είχε. Κι ας έγινε διάσημος.
Ο εκφυλισμός που επέρχεται προϊόντος του χρόνου εκφράζεται συμβολικά και με το "ζυγιασμένο στιλέτο", που, ξεχαρβαλωμένο πια, έχει καταντήσει χαρτοκόπτης. Όμως, νοσταλγώντας λες κι αυτό το παρελθόν του,"...κάνει ξαφνικά ένα κρακ! και πετάει τη λεπίδα μόνο του, στριφογυρίζοντας, για λίγο, απειλητικά, επίφοβα, πάνω στο γραφείο".
Η αποξένωση είναι το θέμα στο "μια χελώνα ανάσκελα". Το διήγημα αυτό είναι αξιόλογο για μια "αντιστροφή". Ο αφηγητής νομίζει ότι κάτι συμβαίνει με τον άγνωστο που τον πλησίασε στο σινεμά, για να συνειδητοποιήσει στο τέλος ότι στην πραγματικότητα κάτι συμβαίνει με τον ίδιο.
Η εγκατάλειψη,("μύδια στο ανθοδοχείο"), η ματαίωση ("το ασπιδόνερο"),ο θάνατος ("ο Ανέστης"),η λήθη των νεκρών ("η γιαγιά συνοδηγός") είναι τα μοτίβα που κυριαρχούν στο παρόν. Ένα παρόν ζοφερό κι αβέβαιο, όπου μερικοί, για να επιβιώσουν, σκαρφίζονται τις πιο απίθανες απάτες, όπως ο δήθεν επιληπτικός στους "αφρούς". Ο αφηγητής θα τον ξαναπληρώσει, θαυμάζοντας την υποκριτική τέχνη του. Και η σύγχρονη οπτασία πάνω στη "ροζ βέσπα με παρμπρίζ" είναι απλησίαστη, άπιαστη, όπως και οι καλλονές πίσω από το τζάμι της τηλεόρασης, γυμνές ή ντυμένες. Οι γέροι ονειρεύονται δεκάδες ζεύγη πασουμάκια "που τα προσφέρουν αφειδώς\ στη νεαρή αμαζόνα", ενώ τρεις όμορφοι παλληκαράδες της Εξπρές Σέρβις "παρακαλούν από μέσα τους να πάθει κάτι η βέσπα". Οι φράσεις στα εισαγωγικά δεν είναι στίχοι. Θα μπορούσαν όμως να είναι. Τους απομόνωσα για να δείξω τον ρυθμικό κυματισμό του λόγου σ' αυτό το, καλύτερο ίσως, διήγημα της συλλογής (υπάρχουν και άλλοι τέτοιοι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι στα υπόλοιπα διηγήματα) που ο λυρικός του τόνος στιγμές στιγμές γίνεται ολότελα ποιητικός. "Όμως η βέσπα συνεχίζει την πορεία της, ένδοξη και ευπαθής και αποφασισμένη και άνετη, μια βέσπα θηλυκή όπως και η αναβάτις, περήφανη προβαίνει...συνεχίζει
έχοντας εξασφαλισμένη την αλληλεγγύη των ποιητών όσο και των γυναικών..."
Η βέσπα αντικατέστησε την κοντούλα λεμονιά. Όμως, αντίθετα απ' τη λεμονιά που είναι ριζωμένη και έκθετη στην πολιορκία μας, αυτή συνεχώς απομακρύνεται. Παρολαυτά, ο Σκαμπαρδώνης δεν την περιγράφει με την αίσθηση της ματαίωσης, αλλά σαν μια θεά
που σκορπίζει το φως της στην ανήλιαγη ζωή μας, το μόνο πλάσμαπου ίσως μπορεί να μας ανασύρει απ' τις καθέξεις μας στο παρελθόν.

Οι επόμενες βιβλιοκριτικές είναι ανέκδοτες

"Η ψύχα της μεταλαβιάς" (τραμ 1990) του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, είναι μια μικρούλα συλλογή πέντε διηγημάτων, η δεύτερη συλλογή του. Και σ' αυτά τα διηγήματα όπως και σ' εκείνα της πρώτης συλλογής, "μάτι φώσφορο κουμάντο γερό" ( σε δεύτερη έκδοση Καστανιώτης 1992) αλλά και της τρίτης, "η στενωπός των υφασμάτων" (Καστανιώτης 1992) κύριο θέμα είναι η φυγή στο παρελθόν, που φαντάζει ως ο απωλεσθείς παράδεισος. Η φυγή αυτή συχνά συμβολοποιείται με την προσκόλληση σε αντικείμενα που κληρονομήσαμε απ' αυτό, που επενδύονται με ένα φετιχιστικό χαρακτήρα, και που συνειρμικά μας παραπέμπουν σ' αυτό. Στην "ψύχα της μεταλαβιάς", που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή, ο ήρωας μάταια αναζητεί μια ψύχα στη θεία μετάληψη που παίρνει, και που ξέρει ότι στο παρελθόν μπορούσε να κάνει θαύματα. Στο "ουσούρ" βλέπουμε τον ετοιμοθάνατο γκαϊτατζή να προσπαθεί να ξαναπαίξει την γκάιντά του, υποβασταζόμενος από τους γέρους συντρόφους του, πάνω στο τραπέζι. Θα κατρακυλήσουν όλοι μαζί, και ο γκαϊτατζής θα
κτυπήσει στο κεφάλι και θα σκοτωθεί. Στο "ο κυρ Ευγένης ακούει ράδιο", ο κυρ Ευγένης δεν εννοεί να αποχωρισθεί το παλιό ξεχαρβαλωμένο τρανζιστοράκι του, παρά το καινούριο
ραδιομαγνητόφωνο που του κάνει δώρο ο αφηγητής. Αυτό το τρανζιστοράκι θα του αποθέσει κάτω από το κεφάλι, με το ακουστικό στο αυτί, σαν κτέρισμα, στο φέρετρό του.
Μετά από ένα χρόνο (1991) ο Σκαμπαρδώνης θα κυκλοφορήσει το "τα ταμπού και μούσι", με αναγραφόμενο συγγραφέα Νίκο Καβαθθία (εκδοτικός οργανισμός Θεσσαλονίκης,40 σελ.), μια απολαυστική παρωδία πάνω στη φόρμα του "μαραμπού και πούσι" του Νίκου Καβαδία. Μέχρι τώρα αυτός που κατά κόρον έχουν χρησιμοποιήσει τη φόρμα των ποιημάτων του για παρωδία είναι ο Καβάφης.Από τα τόσα παρωδιακά κείμενα που έχουν γραφεί, πιο
απολαυστικό απ' όλα είναι εκείνο το αμίμητο "απολείπειν ο θεός Αντώνιον" του Φρέντυ Γερμανού, μετά την αποπομπή του Αντώνη Τρίτση από το υπουργείο Παιδείας κατά την περίοδο της μεγάλης απεργίας των καθηγητών το 1988. Κλείνοντας θα παραθέσουμε ένα χαρακτηριστικό τετράστιχο.
Στο τριχωτό γατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και σε χουφτώνει παίζοντας χερούκλα αλλοδαπού
εκτός από τον νταβατζή κανείς δεν σε θυμάται
σε τούτο τον τρομαχτικό γκρεμό του κρεβατιού."

Η "στενωπός των υφασμάτων" είναι η τρίτη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη (Καστανιώτης 1992). Ο αινιγματικός τίτλος της συλλογής αυτής φωτίζεται από τον ίδιο το συγγραφέα, σε συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό "ρεύματα"(Ιαν.Φεβ.93,τεύχος 11,σελ.39.Η στενωπός των υφασμάτων "ήταν ένα παραδρόμι στην Οδησσό κατά την προεπαναστατική περίοδο, περί το 1815-1820,στο οποίο εξέθεταν τα εμπορεύματά τους οι έλληνες υφασματέμποροι".
Και σ' αυτή τη συλλογή, όπως είπαμε, η φυγή στο παρελθόν αποτελεί το κύριο μοτίβο. Πιο χαρακτηριστικό απ' αυτή την άποψη είναι το τελευταίο διήγημα της συλλογής, "ο εισαγγελέας εν ομίχλη", όπου παρουσιάζεται ένας αξιοσέβαστος εισαγγελέας να τρώει μαλλί της γριάς, όπως όταν ήταν παιδί, κρυμμένος κάτω από μια σκάλα για να μην τον δουν. Στην "μεγάλη χαρακιά", ο αφηγητής αναπολεί την "απότομη πλαγιά με τις ρεικιές που ολοκιτρίνιζε κατεβαίνοντας" των παιδικών του χρόνων. Μετά το τέλος των αναπολήσεων, κι ενώ ετοιμάζεται να φύγει, βλέπει μια επιγραφή: ανταλλακτικά Ιαπωνίας "ο Ερωτόκριτος". Στέκεται λίγο κι ύστερα διαβάζει φωναχτά."Αλλά βουβός ο τόπος που τ' ακούει". Το παρελθόν δεν είναι μόνο προσωπικό,αυτοβιογραφικό. Είναι και το παρελθόν της παράδοσης, που έχει πάψει πια να συγκινεί.
Όχι όμως και τον Ζαχαρία Παπαδά, που, καθώς διάβαζε "από νωρίς για τον καπετάν Λουκά" Γαρέφη, μακεδονομάχο, και αναδύθηκε από μέσα του, μετενσαρκωμένος, ο μακρινός αυτός συγγενής του, τραβάει για την Καστοριά να μεταφέρει μήνυμα από το προξενείο Θεσσαλονίκης στον προ πολλού αποβιώσαντα μητροπολίτη, σ' αυτό το σύντομο διήγημα με τίτλο "φανοί στρατοπεδείας", όπου με θαυμαστό τρόπο συμφύρεται το παρελθόν με το παρόν.
Η δύναμη που μπορεί να αντλήσει κανείς από την παράδοση φαίνεται και στο διήγημα "ορφανό χειρουργείο". Η ηρωίδα, αφού, όπως λέει, διάβασε τέσσερις ώρες όλα τ' αναστενάρια και κράτησε τις εικόνες, έκοψε ύστερα το μάγουλό της με ένα ξυραφάκι και έβγαλε ένα πολύποδα, ο οποίος απαιτούσε χειρουργική επέμβαση. Αντιστικτικά, παρατίθενται μια σειρά ξενόγλωσσοι όροι των ηλεκτρονικών υπολογιστών, σύμβολα του νέου κόσμου, με τους οποίους ασχολείται ο γιος.
Στη "μεγάλη πέμπτη", ένα "διήγημα" μιας παραγράφου και 8,5 γραμμών, ο Σκαμπαρδώνης αντιμετωπίζει τους αμφισβητίες της παράδοσης με μια συγκαταβατική ειρωνεία. Απ' αυτή την άποψη, αυτό το διήγημα χάι κου είναι χαρακτηριστικό της "ποιητικής" του, όπως εκφράζεται και στο διήγημα "ο φαρμακοποιός στον κήπο": η φόρμα είναι το πιο σημαντικό στη λογοτεχνία, "όχι το περιεχόμενο, παρόλο που στην συνέντευξη που αναφέραμε προσπαθεί να κρατήσει μέσες αποστάσεις. Καιριότητα και απέριττο στην έκφραση είναι τα χαρακτηριστικά της γραφής του, την οποία αντιθέτει συνειδητά (στην παραπάνω συνέντευξη) στον εσωτερικό μονόλογο της προηγούμενης γενιάς, ο οποίος έχει εγκαταλειφθεί από τούς σύγχρονους πεζογράφους. Έτσι, όταν διαβάσαμε για το πόσο παλεύει με τις λέξεις και τις αλλεπάλληλες γραφές, δεν εκπλαγήκαμε.
Η κατάδυση στο παρελθόν, ακόμη και όταν είναι τραυματικό, δεν είναι κατάρα. Είναι προνόμιο των εκλεκτών, σε καιρούς καθολικής λήθης και αναλγησίας, που είναι η πιο χαρακτηριστική όψη του αποανθρωπισμού των καιρών μας. Και ο Σκαμπαρδώνης αντιμετωπίζει με μεγάλη τρυφερότητα τους ήρωες του, που δεν πληγώθηκαν, αλλά αφέθηκαν να πληγωθούν από το παρελθόν, όπως ο «ρητινοσυλλέκτης», που γυρνάει με σαλεμένα μυαλά, μη έχοντας ξεπεράσει ακόμη το σοκ από το χαμό του μωρού του, που το κατασπάραξαν γουρούνια, και ο παππούς στο «πέρα απ' το ταβάνι», που έπεσε του θανατά απ' τη στενοχώρια όταν φαρμάκωσαν το σκυλί του, σύντροφο στα κυνήγια του.
Όμως αυτό που φαίνεται πιο ξεκάθαρα στη συλλογή αυτή, είναι ότι το κυρίαρχο αυτό θέμα της φυγής στο παρελθόν δεν αποτελεί παρά υποπερίπτωση ενός γενικότερου θέματος, που είναι η φυγή από ένα ζοφερό παρόν.
Στον «Τζεφ» για παράδειγμα, η φυγή έχει γεωγραφικό χαρακτήρα και συντελείται στο χώρο της φαντασίωσης. Καθισμένος «σ' ένα χαλασμένο υγρό αυτοκινητάκι» στον εγκαταλελειμμένο χώρο ενός Λούνα Παρκ, ονειρεύεται ότι ταξιδεύει σ' όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ.
Η φυγή είναι επίσης έκφραση μιας στέρησης, που μεταφράζεται σε επιθυμία. Η προσπάθεια πλήρωσης της στέρησης, de facto όταν το αντικείμενο της επιθυμίας βρίσκεται στο παρελθόν (και που συχνά δεν είναι παρά μια συμβολική μετωνυμία του ίδιου του παρελθόντος), θα ικανοποιηθεί μόνο στο χώρο της φαντασίας («η μεγάλη χαρακιά») ή του συμβολικού («ο εισαγγελέας εν ομίχλη»). Πολλές φορές αυτό συμβαίνει ακόμη και όταν το αντικείμενο της επιθυμίας βρίσκεται στο παρόν.
Η ένταση με την οποία βιώνει τη στέρησή του ο ήρωας, όπως εκφράζεται με την εναγώνια προσπάθειά του να την καλύψει, έστω και υποκατάστατα, αποκαλύπτει μια μεγάλη ευαισθησία, η οποία τον καταξιώνει στα μάτια μας, κάνοντας πιο έντονη και τη συμπόνια («έλεο») που νιώθουμε γι αυτόν. Ταυτόχρονα μας δημιουργείται και το αίσθημα του φόβου, μπροστά στην τρομαχτική δύναμη μιας ανελέητης πραγματικότητας και ενός αδυσώπητου πεπρωμένου, που μόνο μια μερική και υποκατάστατη ικανοποίηση μπορεί να επιτρέψει, εκφράζοντας έτσι, όπως είπαμε, και το μέγεθος της ματαίωσης που υφίσταται ο ήρωας. Πολύ χαρακτηριστικό απ' αυτή την άποψη είναι το μικρό και απέριττο, υπέροχο ποιητικό-σουρεαλιστικό διήγημα «ρίχνει μπετά όλη νύχτα». Ο πατέρας αγωνίζεται με χίλιους κόπους να χτίσει το σπίτι τους ρίχνοντας νύχτα το μπετόν, εκείνη την εποχή που τα αυθαίρετα τα έχτιζαν οι φουκαράδες για να στεγάσουν τη φτωχή φαμίλια τους, και όχι οι πλούσιοι καταπατώντας δασικές εκτάσεις για τα εξοχικά τους. «Δεν πρόλαβε να το δει τελειωμένο, γιατί έπαθε καρδιακό βάφοντας τα κάγκελα. Πέθανε σαν σήμερα, 11 Οκτωβρίου, πριν εικοσιτρία χρόνια. Από τότε συνεχίζει να ρίχνει μπετά όλη νύχτα. Είναι θαμμένος εδώ κοντά- πίσω απ' τα πεύκα, στο Αναστάσεως. Αν τον φωνάξω, θα μ' απαντήσει».
Η στέρηση συχνά, όπως και ο τρόπος που βιώνεται, εκφράζει, πέρα από την ευαισθησία του ήρωα, και τον αξιακό του κόσμο. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το διήγημα «ένα μικρό πουλί», όπου η αποδημία του αγαπημένου του χελιδονιού αφήνει κυριολεκτικά απαρηγόρητο τον ήρωα, με αποτέλεσμα τελικά να αυτοκτονήσει. Και ο Πότης έβαλε τα κλάματα, σε μια υστερική κρίση, που έχασε την «μπουμπούκα» του, το χελιδόνι που κυριολεκτικά είχε αναστήσει, και που το σκότωσε ο φύλακας της φυλακής, στο ομώνυμο διήγημα του Μάριου Χάκκα (Τυφεκιοφόρος του εχθρού, Κέδρος 1966). Ο ανώτερος αξιακός κόσμος του ήρωα τον οδηγεί κάποτε σε μια ακραία μορφή απόδοσης δικαιοσύνης, όπως τον θηροφύλακα Αιμίλιο Νυχτοπάτη, που «εκτελεί» τον λαθροκυνηγό που σκότωσε τον ένα από τους δυο εναπομείναντες θαλασσαετούς στο βιότοπο της Βόλβης, «έτσι, για το σημάδι».
Ευαίσθητοι ήρωες, κυνηγημένοι από το παρελθόν τους, αποτελούν την πινακοθήκη αυτής της συλλογής ενός από τους πιο αξιόλογους, πολλά υποσχόμενους διηγηματογράφους μας.
Post a Comment