Book review, movie criticism

Wednesday, May 19, 2010

Ανδρέας Μήτσου, Ο Χαρτοπαίχτης έχει φοβηθεί

Ανδρέας Μήτσου, "Ο Χαρτοπαίχτης έχει φοβηθεί", Νεφέλη 1993

Έρευνα, Μάιος-Ιούνιος 1994

Με την τέταρτη συλλογή διηγημάτων του ο Ανδρέας Μήτσου
καταξιώνεται σαν ένας από τους πιο αξιόλογους νεοέλληνες
πεζογράφους. Η συλλογή αυτή συνοψίζει τη μέχρι τώρα ποιητική
του. Η πρώτη του συλλογή," Ένα μήλο, ένα κυδώνι, ένα κλωνί
βασιλικό",(Ιθάκη 1982),ήταν μια αποθέωση της ποιητικής
πρόζας, και η δεύτερη, "Ο φόβος της έκρηξης" (Ζαχαρόπουλος
1987) της πεζογραφίας του φανταστικού, του σουρεαλιστικού.
Στην τρίτη συλλογή, "Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού"
(Οδυσσέας 1990) ο σουρεαλισμός προσγειώνεται στο απλά
γκροτέσκο, του οποίου εντείνεται η εντύπωση από το ψυχρό,
απρόσωπο ύφος ενός δημοσιογραφικού ρεπορτάζ, καθώς βρίσκεται
σε πλήρη διάσταση με τα θέματα που πραγματεύεται και που
θυμίζει τις αναλύσεις των "Ιστοριών παραψυχικών φαινομένων"
του Βασίλη Γκουρογιάννη. Το ίδιο αυτό ύφος αναπτύσσεται
περισσότερο στην τελευταία αυτή συλλογή διηγημάτων, όπου το
argumentative (ερμηνευτικό και σχολιαστικό) τμήμα τους
αυξάνει σε ποσοστό σε σχέση με τα προηγούμενα έργα.
Η αφήγηση στα διηγήματα αυτά γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, και
ο αφηγητής κυμαίνεται από μέτοχος ("εφιάλτης", "ο χαρτοπαίχτης
έχει φοβηθεί", "η αλλόκοτη συμπεριφορά του Νικόλα Μ.", "η παλιά
ενοχή μυρίζει κάπνα") σε απλό μάρτυρα, ("μια αβρή
συνωμοσία"), ενώ στους "κυνικούς εραστές" και στην "παλιά ενοχή", αν
και κάνει έντονη την παρουσία του με ρήματα όπως
πιστεύω, αντιπαθώ, λέω, παραδεχτώ, ορκιστώ, εξήγησα κ.ά, όχι μόνο
δεν είναι απλά μάρτυρας, αλλά απεναντίας διαθέτει όλα τα
χαρακτηριστικά του τριτοπρόσωπου αφηγητή που μπαίνει μέχρι
και τις πιο μύχιες σκέψεις και τα πιο απόκρυφα συναισθήματα
των ηρώων του και τα περιγράφει. Το ψυχρό ύφος υπογραμμίζει
την πρόθεση του αφηγητή, και παραπέρα του συγγραφέα, όχι να
εκφράσει την μέθεξή του στα γεγονότα, αλλά να προσφέρει τη
δική του ερμηνεία και εκδοχή για τον αναγνώστη, στον οποίο
μάλιστα απευθύνεται άμεσα κάποιες φορές.
Ο χρόνος των ιστοριών είναι απροσδιόριστος, ενώ στο "η παλιά
ενοχή μυρίζει κάπνα" παρατηρούμε μια σύμφυρση του χρόνου της
ιστορίας με χρόνους ιστορικούς (εποχή του Αλή πασά),τεχνική
που χρησιμοποιεί και ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης σε κάποια του
διηγήματα.
Από την άποψη της τεχνικής θα σταθώ ακόμη στο δεύτερο και
στο τελευταίο διήγημα. Στον "εφιάλτη" έχουμε τρεις
αφηγητές, ένα άντρα, μια γυναίκα και τον τριτοπρόσωπο
αφηγητή. Έτσι ο Μήτσου παρουσιάζει το ίδιο γεγονός με
διαφορετική εστίαση κάθε φορά, προκαλώντας ανάλογες
εντυπώσεις.
Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι το τελευταίο διήγημα που δίνει
τον τίτλο στη συλλογή, συνοψίζει την ποιητική του συγγραφέα
και δείχνει πιο ανάγλυφα τη "διάνοιά" του.
Καταρχήν υπονομεύει την ερμηνεία περί πλοκής. Ενώ η κλασική
αντίληψη θέλει την πλοκή σαν αιτιακή σύνδεση (Ε.Μ.Forster) ή
σαν νοηματοδοτούσα σύνδεση (Paul Ricoeur) των γεγονότων, που
συμπτωματικά μπορεί να συμπίπτει με την χρονολογική
αλληλουχία, ο Μήτσου τεμαχίζει την ιστορία σε εικόνες, οι
οποίες επιδέχονται διάφορους συνδυασμούς, όπως τα χαρτιά της
τράπουλας. Αυτό βέβαια ούτε με την αιτιακή σύνδεση έχει να
κάνει, ούτε με μια νοηματοδοτούσα λειτουργία. Απεναντίας,
αποσπώντας ο Μήτσου τις εικόνες-γεγονότα από τις αιτιακές και
νοηματικές συνδέσεις τους, ανατρέποντας τη χρονική τους
αλληλουχία, αναδεικνύει την αυτόνομη ποιητική τους ύπαρξη, της
οποίας το περιεχόμενο διαθλάται στην προοπτική της συνολικής
ιστορίας, γι αυτό και την κατακρεουργεί. Τον ίδιο στόχο
εξυπηρετεί και η επανάληψη κάποιων εικόνων, τρεις τέσσερις
φορές. Έτσι η πραγματική εικόνα (να αναφέρουμε ότι οι ιστορίες
είναι πραγματικές) επενδύεται με τη μαγεία του
υπερπραγματικού. Ο Μήτσου, αντιστρέφοντας την μέχρι τότε
ποιητική του, αντί να καταφεύγει στις σουρεαλιστικές εικόνες
του "Φόβου της έκρηξης", ανυψώνει στη σφαίρα του
σουρεαλιστικού πραγματικές εικόνες, αναδεικνύοντας το λυρικό
τους περιεχόμενο. Από την ανοικείωση της γλώσσας ως
σημαίνοντος περνάμε στην ανοικείωση της εικόνας ως
σημαινόμενου.
Οι ήρωες του Μήτσου έχουν όλοι τους ανεξαίρετα ένα
περιθωριακό ψυχισμό, ακόμη και όταν δεν είναι κοινωνικά
περιθωριακοί, από τον οποίο πηγάζει μια φοβερή δύναμη που
προβαίνει σε πρωτόφαντες πράξεις (και ο συγγραφέας και ο
ενωμοτάρχης γίνονται δολοφόνοι). Έτσι ο Μήτσου συναντάει τη
δυαδική αντίθεση αντισυμβατικότητα versus συμβατικότητα που
σηματοδοτεί ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης ελληνικής
λογοτεχνίας. Η αντισυμβατικότητα, και εδώ επίσης, είναι
παρεκκλίνουσα.
Post a Comment