Book review, movie criticism

Friday, May 14, 2010

Άρης Σφακιανάκης, Όταν βρέχει και φοράς παπούτσια κόλετζ

Άρης Σφακιανάκης,"Όταν βρέχει και φοράς παπούτσια κόλετζ"

Κρητικά Επίκαιρα, Οκτώβρης 1994

Με το "Όταν βρέχει και φοράς παπούτσια κόλετζ", το πρώτο του
βιβλίο,(Κέδρος 1981) ολοκληρώνουμε την παρουσίαση του έργου
του Άρη Σφακιανάκη.
Το γκροτέσκο,(σουρεαλιστική εικόνα, παράξενη ιστορία), είναι
ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της σύγχρονης "μεταπολιτικής"
πεζογραφίας. Οι σύγχρονοι πεζογράφοι μας, (Ευγενία
Φακίνου, Φαίδωνας Ταμβακάκης, Παύλος Μάτεσης, Βασίλης
Γκουρογιάννης κ.α.) απομακρύνονται από τον ρεαλισμό, από τις
οικείες εικόνες της καθημερινότητας, με τις οποίες μας είχε
συνηθίσει η μεταπολεμική "κοινωνική-πολιτική"
πεζογραφία, ακόμη και σε έργα των τελευταίων
"πολιτικοποιημένων" συγγραφέων, όπως η Μάρω Δούκα στο "Εις τον
πάτο της εικόνος", όπου τα πρισματικά μεγεθυσμένα μυθήματα του
μύθου και ο εσωτερικός μονόλογος οδηγούν σε ανάλογες
εντυπώσεις με τις καθαυτό γκροτέσκ αφηγήσεις. Θα λεγε κανείς
πως το σύγχρονο "αστικό" αναγνωστικό κοινό, από τη μια
αναζητάει έργα με "εικόνες από μια έκθεση" της
καθημερινότητας, και από την άλλη αποστρέφει, περίπου
αηδιασμένος, το πρόσωπό του απ' αυτή, και κοιτάζει να ξεχαστεί
μέσα σε μια σουρεαλιστική αφήγηση, μέσα όμως από τις εικόνες
της οποίας, βγαλμένες για λογαριασμό του μέσα από ένα
συλλογικό ασυνείδητο από τον συγγραφέα, προβάλλουν τα μοτίβα
του εφιάλτη και της φυγής.
Τα δυο αυτά μοτίβα βρίσκονται σε ισόρροπες αναλογίες στον
Ταμβακάκη και την Φακίνου. Στο Σφακιανάκη έχουμε την κατάκλυση
από εφιάλτες στα δυο πρώτα του εφηβικά έργα (το πρώτο
εκδίδεται όταν ο συγγραφέας είναι μόλις 23 χρόνων, και το άλλο
τρία χρόνια μετά) ενώ την φυγή θα την πραγματοποιήσει στα 32
του χρόνια με τον "Τρόμο του κενού", ευτυχισμένες αναμνήσεις
μια ανέμελης εφηβείας, στην οποία η ανάμνηση των εφιαλτών
υπάρχει μόνο στον τίτλο. Στο γκροτέσκ θα επανέλθει, όμως με δυο
μόνο από τα δεκατρία διηγήματα της τελευταίας του συλλογής "Η
νόσος των κινέζικων εστιατορίων".
Οι "εφιάλτες", όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος το περιεχόμενο των
διηγημάτων του στο οπισθόφυλλο, είναι γεμάτες από το ονειρικό
κατά την ψυχανάλυση περιεχόμενο: σεξ και φαλλικά σύμβολα . Το
φίδι εμφανίζεται τουλάχιστον δυο φορές, ενώ το σεξ απλώνεται
σε μια πλατιά γκάμα αποκλίσεων και διαστροφών, από το
ομοφυλοφιλικό μέχρι το νεκροφιλικό. Η γυναίκα είναι ταυτόχρονα
αντικείμενο έλξης, υποτίμησης και αποστροφής.
Από όλα τα διηγήματα της συλλογής ξεχωρίσαμε το "σπιτάκι
στην παραλία", ένα διήγημα διαφορετικό από τα
υπόλοιπα. Διαφορετικό για δυο λόγους: Πρώτον, μέσα σε τρεισήμισι
σελίδες ο αφηγητής δίνει μια ιστορία γεμάτη σασπένς. Στα
προηγούμενα διηγήματα, αυτό που ήταν μια υποψία σασπένς, στην
πραγματικότητα δεν ήταν παρά η αίσθηση θρίλερ που αποπνέουν
οι γκροτέσκ εικόνες. Δεύτερο, υπάρχει εδώ ένα πρόσωπο με σάρκα
και οστά, όχι το συμβατικό πρόσωπο των άλλων διηγημάτων που
βλέπει εφιάλτες, και που προπαντός δεν είναι έρμαιο των
καταστάσεων αλλά προβαίνει σε επιλογές, επιλογές θανάσιμες
αλλά ταυτόχρονα αποκαλυπτικές της σφοδρότητας του πάθους του.
Δυο νέοι ομοφυλόφιλοι προμηθεύουν γυναίκες σε έναν αρσενικό
επιβήτορα, ο οποίος μετά - ή μάλλον κατά τη διάρκεια της
συνουσίας - τις σκοτώνει, σαν μέρος της σεξουαλικής του
ικανοποίησης. Οι δυο ομοφυλόφιλοι, παρακολουθώντας κρυφά,
ικανοποιούνται αμοιβαία. Η συμφωνία είναι ότι πρέπει να
βρίσκουν μια γυναίκα κάθε μέρα. Μια μέρα όμως αποτυγχάνουν, και
στην απελπισία του, ο ένας από τους δυο ντύνεται γυναίκα.
Σε μια ακραία έκφραση του ομοφυλόφιλου πάθους, πεθαίνει με
την ικανοποίηση της ηδονής που μπόρεσε να προσφέρει στον
σύντροφό του.
Το ύφος της αφήγησης είναι λιτό και ψυχρό, που φαίνεται
ακόμη ψυχρότερο καθώς γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, από ένα δρων
πρόσωπο που αφηγείται λες και αυτά στα οποία συμμετέχει δεν
τον ενδιαφέρουν.
Διαβάζοντας αυτά τα διηγήματα συνειδητοποίησα ,για μια
ακόμη φορά, πως η απόλαυση ενός κειμένου δεν έχει να κάνει
μόνο με την ποιότητα του ύφους του και της αφηγηματικής
τεχνικής του, αλλά και με το θέμα του. Πόσοι άραγε από τους
αναγνώστες θα έβρισκαν συναρπαστικούς αυτούς τους
εφιάλτες; Αρχίζω μάλιστα να αναρωτιέμαι, αν οι κριτικές
συζητήσεις δεν είναι σε μεγάλο βαθμό εκ των υστέρων
εκλογικεύσεις, δίνοντας μια επίφαση αντικειμενικότητας σε κάτι
που σε τελευταία ανάλυση είναι ζήτημα γούστου. Μήπως η
gestalt σύλληψη, η άμεση, αδιαμεσολάβητη προσέγγιση του
κριτικού ως αναγνώστη, δημιουργεί την προκρούστεια κλίνη του
κριτικού ως κριτικού, όπου θα "αποδείξει" μετά τι περισσεύει ή
τι λείπει από το έργο;
Post a Comment