Book review, movie criticism

Monday, May 10, 2010

Άρης Σφακιανάκης, H νόσος των κινέζικων εστιατορίων

Άρης Σφακιανάκης, H νόσος των κινέζικων εστιατορίων

Κρητικά Επίκαιρα, Ιούλης 1994.

Ο Άρης Σφακιανάκης, μετά το μυθιστόρημα «Ο τρόμος του κενού», που δεν ήταν παρά μια σειρά επεισόδια με ενοποιητικό ιστό την ταυτότητα του αφηγητή, που σε άλλα είναι αυτοδιηγητικός και σε άλλα απλά μάρτυρας, ξαναγυρνάει στο διήγημα, τη φόρμα που του ταιριάζει περισσότερο, με την τρίτη συλλογή του με τίτλο «Η νόσος των κινέζικων εστιατορίων» (Κέδρος 1993).
Η συλλογή αυτή συνοψίζει τη μέχρι τώρα ποιητική του Σφακιανάκη. Ο συγγραφέας εξακολουθεί να πατάει στο ρεαλισμό του "Τρόμου του κενού", φλερτάρει όμως και με το σουρεαλισμό των δυο πρώτων του συλλογών, αν και μόλις με δύο διηγήματα από τα δεκατρία, ενώ μια ατμόσφαιρα γκροτέσκ είναι διάχυτη και σε κάποια από τα υπόλοιπα διηγήματα. Το χιούμορ επίσης, όπως και στον "Τρόμο του κενού", είναι κυριαρχικά καλπάζον και αποτελεί τη μεγαλύτερη αρετή των διηγημάτων αυτών.
Οι ήρωες είναι και εδώ σεξομανείς. Σαν γνήσιοι δον Ζουάν, ή θα τρέχουν πίσω από μια γυναίκα - το σπανιότερο - ή θα κοιτάζουν πώς να την ξεφορτωθούν - το συχνότερο. Η γυναίκα, όπως και στις προηγούμενες συλλογές, αντιμετωπίζεται γενικά με περιφρόνηση, και οι μεταφορές που χρησιμοποιεί σ’ αυτήν ο αφηγητής είναι ανάλογες: «ρόδινες ρόγες σαν εξογκώματα πίτσας» (σελ. 15), «υπέροχα μάτια… μ’ αυτό το αγελαδίσιο βλέμμα» (σελ. 40), «…φορώντας ένα κίτρινο κολάν με μαύρες ρίγες που την έκαναν να μοιάζει με κάμπια» (σελ. 41.), «Μαζεύεται σαν κάμπια» (σελ. 133). Ακόμα και όταν η γυναίκα είναι απ’ αυτές που τον ενδιαφέρουν, μια μεταφορά περιγραφική στις προθέσεις είναι αρνητική στις συνυποδηλώσεις: «Η Αθηνά είναι ψηλή, σαν σάρισα, όμως λικνίζεται σαν αρθρόποδο στα τσιφτετέλια» (σελ. 168).
Σε κάποια διηγήματα υπάρχει μια αντιστροφή: ο αφηγητής αποτελεί αντικείμενο περιφρόνησης και απόρριψης ενός κατακτητικού θηλυκού. Μήπως ο συγγραφέας εικονογραφεί σχέσεις αδιέξοδες με το άλλο φύλο, όπως κάνει με σπαραγμό η Βαμβουνάκη; Καθόλου. Φαίνεται να υποστηρίζει την άποψη του Λάιμπνιτζ, ότι αυτός είναι ο καλύτερος των δυνατών κόσμων και με το αυτοσαρκαστικό πολλές φορές χιούμορ του είναι σαν να μας λέει ότι δεν πρέπει να παίρνουμε στα σοβαρά τις κακοτυχίες μας, αλλά να τις διασκεδάζουμε. Όμως η νοσηρότητα των σχέσεων που εικονογραφούνται δύσκολα αποκρύβεται, και η νόσος (των κινέζικων εστιατορίων, των πυραμίδων, της Αϊτής - οι δυο πρώτες είναι και τίτλοι διηγημάτων) σε σχέση με κάποιες αρρώστιες του αφηγητή και των γυναικών του, αποτελεί τον ισοτοπικό δείκτη μιας κοινωνικής κατάστασης, προϊόν μιας βαθύτερης ίσως αυτοσυνείδησης του συγγραφέα που σε ένα επίπεδο επιφάνειας προσπαθεί να την κρατήσει απωθημένη με το χιούμορ.
Βλέποντας το βιβλίο στις βιτρίνες πριν το αγοράσω, αναρωτιόμουν τι σχέση έχουν τα γιαπωνέζικα ιδεογράμματα με μια νόσο των κινέζικων εστιατορίων. Έκανα τη σκέψη μήπως όλα τα ιδεογράμματα ήσαν «κινέζικα» για τον επιμελητή του εξωφύλλου και δεν ήξερε τη διαφορά Τελικά ο ήρωας, εξαιτίας της νόσου, πήγε σε γιαπωνέζικο εστιατόριο. Ευτυχώς που διάβασα το βιβλίο, γιατί αλλιώς θα είχα παρεξηγήσει τη γλωσσομάθεια του επιμελητή. Μετά από αυτό, πιστεύω πως το πάρκο της Ουράνιας Ευτυχίας (σελ 96) πρέπει να υπάρχει πράγματι κάπου στο Τόκιο και δεν πρόκειται για σύγχυση με την πλατεία Τιαν Αν Μεν του Πεκίνου.
Post a Comment