Book review, movie criticism

Sunday, May 16, 2010

Μανόλης Πρατικάκης, Τα δυσεύρετα χρώματα του τέλου

Μανόλης Πρατικάκης, Τα δυσεύρετα χρώματα του τέλους

Κρητικά Επίκαιρα, Μάρτης 1994, και Γράμματα και Τέχνες, Καλοκαίρι 1994.


Τα δυσεύρετα χρώματα του τέλους είναι η δέκατη ποιητική συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη, ονοματισμένη από τη μεγαλύτερη από τις τέσσερις ενότητες που την απαρτίζουν. Η ενότητα αυτή φέρει και τον υπότιτλο «λεπτομέρειες από τη ζωή και το θάνατο του ποιητή Νίκου Καρούζου». Ο Νίκος Καρούζος στάθηκε πνευματικός πατέρας για τον Μανόλη Πρατικάκη, ο οποίος με τη σειρά του τού συμπαραστάθηκε σαν γιος στο θάνατο του.
Γιος! «Ναι, αυτός ασθμαίνει. Μα τ’ αρχαία του πνευμόνια είναι κιόλας του μεγάλου πόντου τα αρμόνια. Και οι σφυγμοί του κελαηδίσματα του παραδείσου». Οι στίχοι αυτοί είναι σχεδόν παραλλαγή παρόμοιων στίχων που έγραψε ο ποιητής για τον πατέρα του σε προηγούμενη συλλογή. Αυτή η αναδρομή αποτελεί κιόλας ένα «δείχτη» της συλλογής, όπου ο ποιητής αναμετράει την μέχρι τώρα πορεία του και επαναλαμβάνει τις οφειλές του. Και αν με την παραπάνω ενότητα αποτίει φόρο τιμής στον (πνευματικό) πατέρα του, με την επόμενη, τρίτη ενότητα («υπό την σκιά του») αποτίει φόρο τιμής στον (πνευματικό) παππού του, τον Σολωμό. Αυτό το κάνει με την άμεση αναφορά («Γυναίκα της Ζάκυθος»), με τους διάσπαρτους δεκαπεντασύλλαβους, που συχνά αποτελούν απόηχους στίχων του Σολωμού (παράβαλε π.χ. «μέσα στο φως καθώς νογά κρυφά τον εαυτό του», σελ. 39, με τον σολωμικό στίχο -από τον Πόρφυρα- «άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του), και με την αντωνυμία «Του» με Τ κεφαλαίο, με την οποία αναφέρεται στον ποιητή, όπως τα ιερά κείμενα στον Ουράνιο Πατέρα.
Για την ποιητική και τη θεματική του Πρατικάκη, των οποίων το απόσταγμα περνά σ' αυτή τη συλλογή, έχουμε μιλήσει και σε προηγούμενα σημειώματα μας. Παρατηρούμε κι εδώ την εικονοποιεία του νερού και του βουνού, το παιχνίδι με τις διπλές σημασίες των λέξεων («Τα Άγραφα! Τα Άγραφα!... Ούτε μια
σταγόνα μελάνι»), και τον απόηχο, μέσω του Σολωμού, του δημοτικού τραγουδιού.
Όσον αφορά την θεματική, βλέπουμε κι εδώ τον φετιχιστικό ανιμισμό της
«μαγείας της μη διεκδίκησης» («το παλιό μαγγανοπήγαδο». «Να κρατάς μια
πέτρα, ένα στεγνό χορτάρι και να λες: ξηρή ψυχή σοφότατη κι αρίστη». «Έχει
αυτοδίδακτου νου νοημοσύνη το νερό, το χέρι του είναι η χαίτη της κίνησης».
ΙV, Χ και ΧΙV από τα «καθαρόαιμα»).
Ακόμη βλέπουμε τον ποιητή να διαλογίζεται για μια ακόμη φορά πάνω στην
ποίηση και στην υπαρξιακή συνθήκη του ποιητή - και όχι μόνο. ("Κατά πώς
φέγγει, κατά πώς στάζει/ ο άγιος στα σπήλαια/ ο ποιητής φέγγει μες’ στο κενό/
που είναι/ το μόνο αειθαλές μας φύλλωμα» ΧVΙΙ. «Κάθε λεξούλα διασχίζει τη
χαράδρα σαν φανός θυέλλης» VΙΠ).
Τους νομάδες σαν σύμβολο τους συναντήσαμε και στη «Γενεαλογία».

Νομάδες μου νεύουν με μάτια ποταμίσια.
Χορευτής ο αγέρας αύριο θα γίνει γιος μου.
Πλαγιάζω με την ωραία μιγάδα αναχώρηση. XIX

Το μοτίβο της φυγής που βλέπουμε εδώ εκφράζεται αλλού σαν νόστος της
πατρικής γης και της παιδικής ηλικίας.

Ξεχασμένος κάτω εκεί στον νότο, όλο με χαμένο βιβλίο στου
τρεχούμενου νερού το σχέδιο, με άκοπα άνθη για την ώρα
του πένθους να με λένε των μικρών ανέμων τα εγκώμια.

Η συλλογή αυτή του Μανόλη Πρατικάκη εικονογραφεί μια τάση
της σύγχρονης ποίησης, θα λέγαμε καλύτερα την ακραία συνέπειά
της, που είναι ταυτόχρονα μια επι-στροφή, και επαναπροσδιορίζει
την ουσία της ποίησης και την τέχνη του ποιητή.
Ο ποιητής στην αρχαιότητα ήταν ένας μεσολαβητής, που οι
μούσες χρησιμοποιούσαν σαν διάμεσό τους για να φτάσουν στον
ακροατή. Ο ποιητής της εποχής εκείνης αποδίδει το προϊόν της
τέχνης του περισσότερο στην έμπνευση, στην επέκεινα μεσολάβηση
(των μουσών, των θεών) παρά στη δική του συνειδητή προσπάθεια
και επεξεργασία. Αυτός ήταν ο λυρικός ποιητής.
Ο ποιητής του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, επικολυρικός, με
πλατειές συνθέσεις, ήταν αναπόφευκτο να τονίζει την συνθετική
φύση της τέχνης του, τον επώδυνο συχνά χαρακτήρα της
προσπάθειάς του.

'Σ βάθη πελάγου αρμένιζα, μα δα 'ρθα στο λιμιώνα
μπλιό δε φοβούμαι ταραχές, μάνιτες και χειμώνα

γράφει ο ποιητής του Ερωτόκριτου με ανακούφιση στο τέλος του
έργου.
Σήμερα απεναντίας η ποίηση έχει εξοβελίσει τον επικό της
χαρακτήρα, έχει πάψει να είναι αφηγηματική, έχει εγκαταλείψει
τις πλατειές συνθέσεις. Το "μικρό είναι όμορφο", μια από τις
κύριες αρχές της οικολογικής φιλοσοφίας, ακολουθείται ήδη εδώ
και αρκετές δεκαετίες από τους ποιητές. Αντί των οροσειρών με
τις λυρικές κορυφώσεις και τα πεδινά αφηγηματικά
μεσοδιαστήματα των πολύστιχων έργων μιας προηγούμενης εποχής
έχουμε τις λυρικές εξάρσεις των σύντομων ποιημάτων. Ο
Σολωμός, μεγάλος ποιητής και ευαίσθητος στα σήματα του καιρού
του, αλλά και δέσμιος της αφηγηματικής παράδοσης, θέλησε να
δημιουργήσει πλατειές συνθέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να μη
μπορέσει να δώσει ολοκληρωμένο έργο γιατί οι λυρικές στιγμές
της έμπνευσης έπρεπε να συνδεθούν με συνδετικούς
αφηγηματικούς στίχους, αναπόφευκτα ήσσονες. Προτίμησε να μην
τους γράψει και να κρατήσει μόνο τα πετράδια της έμπνευσής
του που, έχοντας συλληφθεί στα πλαίσια ενός αφηγηματικού
σχεδίου, έμειναν αναγκαστικά ασύνδετα "αποσπάσματα".
Στη σύγχρονη ποίηση είμαστε μάρτυρες ενός ανάλογου
φαινομένου. Στα πολύστιχα ποιήματα, κρυστάλλινοι στίχοι μιας
"ουράνιας έμπνευσης" (για να αποδώσουμε κι εμείς ποιητικά την
ευαισθησία και ικανότητα του άξιου ποιητή) συνδέονται με
ήσσονες στίχους. Όμως αυτοί οι δεύτεροι συνεχώς απωθούνται, με
αποτέλεσμα (σε συμφωνία άλλωστε με τη γενικότερη αντίληψη των
σημερινών θεωριών της λογοτεχνίας για τον ενεργητικό ρόλο του
δέκτη) ο αναγνώστης να καλείται να καλύψει κενά νοηματικής
αβεβαιότητας -ξαναδιαβάζοντας τα ποιήματα.
Δεν συμβαίνει το ίδιο με τα σαν χάι κου ολιγόστιχα, πολλές
φορές μονόστιχα, ποιήματα. Τα ποιήματα αυτά είναι αληθινές
αστραπές έμπνευσης που καρφώνονται σαν ερωτικά βέλη στην
καρδιά του αναγνώστη. Τα διαβάζει συνεχώς, όχι για να διαλύσει
σύννεφα αβεβαιότητας, αλλά για να τα απολαύσει ξανά και
ξανά, όπως ο μουσικόφιλος βάζει ξανά και ξανά το αγαπημένο του
κομμάτι στο πικάπ.
Αυτές οι σκέψεις μου δημιουργήθηκαν διαβάζοντας την
ποιητική αυτή συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη. Και ενώ τα
πολύστιχα ποιήματά του ήσαν ελάχιστα "κρυπτικά", με
εξαιρετικούς στίχους, εμείς απολαύσαμε (διαβάζοντας και
ξαναδιαβάζοντας) τα ολιγόστιχα "καθαρόαιμα" και το "αλφάβητο
του παραδείσου", που ανοίγουν και κλείνουν εντυπωσιακά τη
συλλογή.
Post a Comment