Book review, movie criticism

Saturday, May 1, 2010

Φατίχ Ακίν

Fatih Akin

Πριν είκοσι χρόνια, όταν άρχισα να γράφω βιβλιοκριτικές, πριν γράψω για ένα βιβλίο ήθελα να διαβάσω τα προηγούμενα έργα του συγγραφέα, για να έχω μια συνολική εικόνα του έργου του. Έτσι έγραψα για την Φακίνου, τον Κουμανταρέα, τον Βαλτινό, την Αλκυόνη Παπαδάκη, και δεν θυμάμαι ποιους άλλους. Δύσκολη δουλειά, δεν την έχω ξανακάνει, απαιτεί πολύ χρόνο. Σκέφτηκα να κάνω το ίδιο τώρα με τις ταινίες, που είναι πιο εύκολο. Μια ταινία για να τη δεις θέλεις δυο ώρες περίπου, ενώ ένα βιβλίο σου τρώει σαφώς πολλαπλάσιες ώρες. Έχω μαζέψει, κι εγώ δεν ξέρω, πόσες ταινίες. Έχω πάνω από είκοσι θήκες dvd, οι περισσότερες εκατοστάρες, όλες σχεδόν γεμάτες με dvd, γραμμένα από την τηλεόραση τα περισσότερα. Αγόρασα το any video converter για να τις μετατρέψω σε avi, γιατί με τα χρόνια τα dvd χαλούν, ενώ σε ένα σκληρό δίσκο διατηρούνται και μπορούν να μεταφέρονται συνεχώς. Και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές κανένα από τα δυο dvd recorder που έχω στο pc δεν μου διαβάζει τα «Παιδιά του δρόμου» του Αλί Ζάουα. Να δω μήπως το καταφέρω με κανένα από τα υπόλοιπα κομπιούτερ (τρία ακόμη, είναι πολλά;).
Ξεκίνησα με τη Σαμίρα Μαχμαλμπάφ, συνεχίζω τώρα με τον Φατίχ Ακίμ. Ο Ακίμ γεννήθηκε το 1973 στο Αμβούργο από τούρκους γονείς. Ζει και εργάζεται εκεί.
Θα ξεκινήσουμε χρονολογικά με τις ταινίες που είδαμε.

Και πρώτα πρώτα το Kurz und Schmerzlos (1998). Short Sharp Shock είναι ο αγγλικός τίτλος, έξυπνος, με την παρήχηση του sh, και «Βαθιά κοφτά ανθρώπινα» ο ελληνικός. Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Ακίν. Φαίνεται ότι δεν θέλει να ρισκάρει, και ακολουθεί την δοκιμασμένη χολιγουντιανή συνταγή. Πυροβολισμοί, ξύλο, μαχαιρώματα, φόνοι, είναι τα απαραίτητα συστατικά. Μόνο το κυνηγητό με αυτοκίνητα που δεν είδαμε.
Όμως ο μεγάλος σκηνοθέτης από τα ίδια υλικά φτιάχνει κάτι πολύ καλύτερο. Αυτό που αναδύεται μέσα από την ταινία είναι η βαθιά ανθρώπινη φιλία. Μια φιλία πολυπολιτισμική. Ένας έλληνας, ένας σέρβος (μουσουλμάνος, το μαθαίνουμε στην κηδεία του) και ένας τούρκος είναι αχώριστοι φίλοι. Και οι τρείς μετανάστες στη Γερμανία. Και οι τρείς ανήκουν περίπου στο περιθώριο. Ο τούρκος έχει κάνει φυλακή, ο έλληνας είναι κλεφτρόνι, για τον σέρβο δεν θυμάμαι. Και οι τρεις τους καπνίζουν χασίς. Ο σέρβος θα μπλέξει με την μαφία, και τα πράγματα σοβαρεύουν. Θα σκοτωθεί, ενώ ο έλληνας θα βρεθεί μαχαιρωμένος. Θα τη γλυτώσει, τουλάχιστον έτσι μας αφήνει να εννοήσουμε ο σκηνοθέτης στο τέλος της ταινίας. Όπως συμβαίνει πάντα, ο κακός που σκότωσε τον σέρβο θα τιμωρηθεί. Θα τον σκοτώσει ο τούρκος.
Η πολυπολιτισμικότητα είναι και εκτός ταινίας. Το ρόλο του έλληνα παίζει ο φίλος του Ακίν Αδάμ Μπουσδούκος, που έχει παίξει και σε άλλες ταινίες του.
Την ταινία την είδα ευχάριστα. Το μόνο που δεν μου άρεσε είναι ο μελοδραματισμός με τον μαχαιρωμένο έλληνα. Βέβαια, όπως είπα, μάλλον δεν πεθαίνει, αλλά πάλι να τραγουδάει σαν την Μαντάμ Μπατερφλάι το «Άσπρο μινόρε της αυγής», ε, αυτό πάει πολύ. Σε μένα μπορεί να μην άρεσε, αλλά φαντάζομαι ότι στους περισσότερους θεατές θα άρεσε.

Το επόμενο έργο είναι το «Im Juli» (2000) «Η Ιουλία τον Αύγουστο» είναι ο ελληνικός τίτλος, και ο αγγλικός – επί τέλους, μια μετάφραση του πρωτότυπου- In July.
Ο μεγάλος σκηνοθέτης φαίνεται αμέσως, με το εφέ του απροσδόκητου. Το έργο ξεκινάει σαν θρίλερ. Οι κώδικες είναι σαφείς, ένα πτώμα στο πορτ-μπαγκάζ σ’ αυτό παραπέμπει. Στη συνέχεια βλέπουμε με έκπληξη ότι πρόκειται για μια σπαρταριστή κομεντί. Μια κομεντί με μεγάλη ευρηματικότητα, που το θέμα δεν είναι απλώς ο έρωτας, αλλά ο αγώνας που πρέπει να κάνεις, οι θυσίες τις οποίες πρέπει να υποστείς, για να τον κερδίσεις τελικά. Σκηνοθετικά ευρηματικός ο Ακίν, παρουσιάζει το μαστουρωμένο ζευγάρι να αιωρούνται πάνω στο σκάφος, στο κατάστρωμα του οποίου υποτίθεται ότι είναι ξαπλωμένοι. Σε μια άλλη σκηνή παρουσιάζει τον ήλιο με το πρόσωπο μιας κοπέλας που εμπλέκεται στις περιπέτειες του ήρωα –ή μάλλον τον εμπλέκει στην πιο δύσκολη περιπέτειά του, αφού του κλέβει το πορτοφόλι με το διαβατήριο. Μαγικός ρεαλισμός.
Το επεισόδιο με το πτώμα ήταν in media res. Κάποια στιγμή το ξανασυναντάμε στην ιστορία. Ενώ η προηγούμενη ανατροπή ήταν ειδολογική, τώρα είναι ενδοκειμενική, ένα ακόμη εφέ απροσδόκητου. Ένα πτώμα, και μάλιστα σε πορτ μπαγκάζ, παραπέμπει σε έγκλημα. Τελικά το πτώμα δεν ήταν παρά ο θείος του οδηγού, που πέθανε στη Γερμανία και ο ανιψιός το μεταφέρει στην Ισταμπούλ.

Στο Solino (2002) ο Ακίν, σκηνοθέτης και σεναριογράφος, σκοτεινιάζει, και μάλιστα σταδιακά, στην ίδια ταινία. Να αντιμετώπισε προβλήματα στην προσωπική του ζωή; Η ταινία ξεκινάει με το ίδιο ξέφρενο χιούμορ που είδαμε στο Im Juli (Το όνομα της κοπέλας, που κάθε φορά που πρέπει να συστηθεί, συμπληρώνει: «όπως Ιούλιος, ο μήνας»). Ο Ακίν παρακολουθεί τις ζωές δυο μικρών αδελφών, από το έτος 1964, στο Σολίνο της Ιταλίας, μέχρι τη Γερμανία όπου επιστρέφουν. Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν, το χιούμορ χάνεται, εμφανίζονται πολλά προβλήματα, όλα γίνονται σοβαρά. Ο αδελφός κλέβει την φιλενάδα του αδελφού, ο πατέρας απατά τη μητέρα, και αυτή, αφού τον έχει παρατήσει εν τω μεταξύ, όταν μαθαίνει ότι έχει λευχαιμία θέλει να γυρίσει στην Ιταλία. Το τέλος είναι γλυκόπικρο. Ο απατημένος αδελφός που έχει συνοδεύσει τη μητέρα του Στο Σολίνο παντρεύεται με μια παιδική του φίλη. Ο αδελφός του φαίνεται ότι έχει εγκαταλειφθεί από τη φίλη του. Η ταινία τελειώνει με τον αδελφό του, καταχειροκροτούμενο από τους θεατές στο τέλος της προβολής μιας ταινίας του, να τον πλησιάζει και να τον αγκαλιάζει, σε ένδειξη συγχώρεσης. Ο Ακίν θεματοποιεί εδώ τη λαχτάρα του για τον κινηματογράφο στο πρόσωπο του ενός αδελφού, που φτάνει στο σημείο να κλέψει μια κάμερα για να ικανοποιήσει το πάθος του από ένα γνωστό του φωτογράφο. Θα τον συλλάβουν. Ο φωτογράφος, κατανοώντας τη λαχτάρα του, θα του κάνει δώρο μια καλύτερη κάμερα.

Δυο χρόνια αργότερα, με το «Ποτέ μαζί», το χιούμορ εγκαταλείπει εντελώς τον Ακίν. (Παρεμπιπτόντως να σχολιάσουμε λίγο τις αλλαγές των τίτλων από τους διανομείς. Συχνά δεν μεταφράζουν, αλλά επινοούν – ή νομίζουν ότι επινοούν-έναν πιο πιασάρικο τίτλο. Η πιο εξωφρενική περίπτωση που ξέρω είναι ο Pierrot fou του Γκοντάρ που στα ελληνικά έγινε «Ο δαίμων της 11ης ώρας». Έναν τέτοιο τίτλο μόνο ο δαίμων της δωδεκάτης ώρας θα μπορούσε να επινοήσει. Εδώ, ο πρωτότυπος τίτλος Gegen die Wand, στα ελληνικά έγινε «Ποτέ μαζί» και στα αγγλικά «Head on»).
Οι κεντρικοί ήρωες είναι γερμανοί μετανάστες. Ο Τσάιτ, περίπου περιθωριακός από τότε που έμεινε μόνος (υποθέτουμε ότι η γυναίκα του τον παράτησε, ότι δεν πέθανε), κάποια στιγμή παίρνει το αμάξι του και στουκάρει σε έναν τοίχο («ενάντια στον τοίχο» είναι ο τίτλος της ταινίας). Όχι από το μεθύσι. Ο γιατρός στην κλινική που τον κουράρουν είναι σίγουρος ότι πρόκειται για απόπειρα αυτοκτονίας.
Η Σιμπίλ (αυτή δεν είναι αλκοολική, είναι ναρκομανής) έκανε και αυτή απόπειρα αυτοκτονίας, κόβοντας τις φλέβες της. Γιατί; Εδώ βλέπουμε το κατηγορώ του σκηνοθέτη για τις σκουριασμένες ιδέες περί τιμής των συμπατριωτών του. Ας μην ξεχνάμε, είναι μουσουλμάνοι. Διάβασα πριν λίγα χρόνια ότι ένας τούρκος μετανάστης τρίτης γενιάς σκότωσε την αδελφή του γιατί έβγαινε λέει με γκόμενους. Ο αδελφός της Σιμπίλ δεν την σκότωσε, απλά της έσπασε τη μύτη από το ξύλο όταν την είδε να κρατιέται χέρι χέρι με ένα αγόρι.
Η Σιμπίλ ζητάει από τον Τσάιτ να την παντρευτεί. Αυτός την αποπέμπει σκαιότατα. Θα ξανασυναντηθούν, και αυτή θα επιμείνει. Θα είναι ένας λευκός γάμος, δεν αντέχει πια στο σπίτι της, αν μείνει κι άλλο θα αυτοκτονήσει. Αυτό λυγίζει τον Τσάιτ και δέχεται να παντρευτούν. Αυτή κάνει τη ζωή της. Αυτός ζηλεύει. Αυτός έχει μια φιλενάδα κομμώτρια, κοντά στην οποία δουλεύει η Σιμπίλ. Όταν ανακαλύπτει τη σχέση του η Σιμπίλ, ζηλεύει. Χωρίς να το καταλάβουν έχουν ερωτευθεί ο ένας τον άλλο. Σε μια σκηνή ζηλοτυπίας ο Τσάιτ θα κτυπήσει τον Νίκο, έναν έλληνα με τον οποίο η Σιμπίλ είχε σχέση μιας βραδιάς, και θα τον σκοτώσει. Θα καταλήξει φυλακή. Η Σιμπίλ του λέει ότι θα τον περιμένει. Γυρνάει στην Πόλη. Η πρέζα δεν την αφήνει να κάνει φυσιολογική ζωή. Σε κάποια στιγμή θα τη δούμε μαχαιρωμένη. Πέθανε; Εδώ έχουμε ένα μεγάλο σασπένς. Ο Τσάιτ θα αποφυλακισθεί, και θα πάει στην Πόλη να τη γυρέψει. Αυτή δεν έχει πεθάνει. Τώρα έχει άνδρα και μια κόρη. Θα τη βρει. Θα κάνουν επί τέλους έρωτα.
Το δεύτερο σασπένς: Της ζητάει να πάνε μαζί στην πατρίδα του. Δίνουν ραντεβού μια ορισμένη ώρα, στο σταθμό λεωφορείων. Αυτή ετοιμάζει τις βαλίτσες της. Όμως κάποια στιγμή σωριάζεται εξουθενωμένη στο κρεβάτι. Είναι μεγάλη η απόφαση. Ο Τσάιτ την περιμένει. Μπαίνει στο πούλμαν. Το πούλμαν φεύγει. Αυτή δεν εμφανίζεται. Και η ταινία τελειώνει εδώ.
Υπάρχει ένας ακόμη σαρκασμός για τους συμπατριώτες του. Σε μια παρέα, οι φίλοι του Τσάιτ του ζητάνε να πάει μαζί τους σε μπουρδέλο. Αυτός αρνείται. Τους λέει: «Γιατί πηγαίνετε στις πουτάνες και δεν πηδάτε τις γυναίκες σας;». Ένας απ’ αυτούς σηκώνεται και τον κτυπάει. Άκου, πηδάμε τις γυναίκες μας. Είναι απαράδεκτο να χρησιμοποιεί κανείς αυτή τη λέξη όταν μιλάει για τις γυναίκες τους. Φυσικά δεν του περνάει από το μυαλό ότι είναι εξίσου απαράδεκτο να ξενοπηδάει. Αλλά, το έχουμε γράψει και αλλού, στο Ισλάμ μόνο οι άνδρες έχουν δικαίωμα στο σεξ, όχι η γυναίκες. Και όχι μόνο σ’ αυτή τη ζωή, αλλά και στην άλλη.
Και αυτό το έχω γράψει: Διάβασα κάπου ότι η εγγύτητα φουντώνει τη σεξουαλική επιθυμία ενώ η απόσταση μεγαλώνει τον έρωτα. Στις ιστορίες που υμνείται ο έρωτας, οι ερωτευμένοι κάνουν έρωτα μόλις στο τέλος – ή δεν κάνουν, όπως π.χ. στο «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» του Μάρκες. Ο Ερωτόκριτος είναι το κλασικό μας παράδειγμα. Και ξαφνικά θυμάμαι τον «Θαλασσόλυκο» του Τζακ Λόντον που παρουσιάσαμε πριν δυο χρόνια, που και εκεί το ζευγάρι τα φτιάχνει μόλις στην τελευταία σελίδα.
Σ’ αυτή την ταινία φαίνεται το πόσο σκοτεινιάζει ο Ακίν. Στο Im Juli βλέπουμε τους ήρωες να φιλιούνται, αλλά δεν τους βλέπουμε να κάνουν σεξ. Στην τελευταία σκηνή μαντεύουμε ότι έχουν κάνει, και ξεκινάνε διακοπές με οτοστόπ μαζί, δεν χωρίζουν. Εδώ τους βλέπουμε να κάνουν σεξ. Και μετά χωρίζουν.
Ο Ακίν είναι επινοητικός. Η ταινία ξεκινάει με μια κομπανία να παίζει ένα τραγούδι στις όχθες του Βοσπόρου. Το τραγούδι δεν τελειώνει. Σαν σε ιντερμέδιο βλέπουμε την κομπανία αυτή, διακόπτοντας την αφήγηση, να συνεχίζει το τραγούδι, κάπου πεντέξι φορές. Το τέλος του τραγουδιού είναι το τελευταίο πλάνο της ταινίας.
Επινοητικός; Μήπως έκλεψε την ιδέα, διευρύνοντάς τη, από το «Θίασο» του Αγγελόπουλου; (Κάπου στη μέση της ταινίας βλέπουμε το θίασο να παίζει με φόντο τη θάλασσα).
Και μια και είπαμε για Αγγελόπουλο, έλεος, δεν αντέχω άλλη ταινία για τον εμφύλιο. Είπαμε, να μην ξεχάσουμε το παρελθόν μας, αλλά όχι και να μας γίνει εμμονή. Η «Σκόνη του χρόνου» ήταν η τελευταία του ταινία που είδα με θέμα, όπως και ο «Θίασος», τον εμφύλιο. Το «Η ζωή στους βράχους» της φίλτατης Αλίντας Δημητρίου δεν μετράει, αυτή είναι ντοκιμαντέρ.

Το «Διασχίζοντας τη γέφυρα: ο ήχος της Ισταμπούλ» (2005) είναι ένα μουσικό ντοκιμαντέρ. Ο Ακίν παρακολουθεί τον συνεργάτη του Alexander Hacke ο οποίος έγραψε τη μουσική στο Gegen die Wand, να εξερευνά την Ισταμπούλ αναζητώντας τη μουσική της. Ακούμε από τούρκικη ραπ μέχρι τσιγγάνικα. Κάποια τραγούδια που έφεραν τούρκοι από την Βουλγαρία μας θύμισε έντονα δικά μας δημοτικά, βορειοελλαδίτικα. Ακούσαμε και κούρδικα τραγούδια. Ο μπαγάσας ο Ακίν (ή ο φωτογράφος του) έπαιρνε συνεχώς γκρο πλαν την όμορφη κούρδισα τραγουδίστρια. Εκτός από την κοπέλα έδειξε και έναν Κούρδο μουσικό. Αυτόν δεν τον έπαιρνε γκρο πλαν.
Μάθαμε από το έργο ότι με τη δικτατορία του 1980 είχαν απαγορευτεί τα κούρδικα τραγούδια και στους Κούρδους είχε απαγορευθεί να μιλάνε τη μητρική τους γλώσσα. Μετά το 1990 οι Τούρκοι, την ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενοι – με τέτοιου είδους απαγορεύσεις, Ευρωπαϊκή Ένωση γιοκ – επέτρεψαν ξανά τα κούρδικα τραγούδια και την κουρδική γλώσσα. Μπράβο πάντως στον Ακίν που κατέγραψε τη μαρτυρία.

Το Auf der anderen Seite (αγγλικός τίτλος The edge of heaven, και ο ελληνικός «Η άλλη πλευρά της Ισταμπούλ) είναι ένα έργο που δεν με ενθουσίασε ιδιαίτερα, και ας πήρε το βραβείο καλύτερου σεναρίου στις Κάνες. Για να πω την αλήθεια, βρίσκω τον Ακίν πολύ δυτικό, και άθελά μου τον συγκρίνω με τον Nuri Bilge Ceylan, ο οποίος είναι τούρκος και δουλεύει στην Τουρκία, και που μου αρέσει περισσότερο. Βέβαια πιστεύω ότι σε μια πλειοψηφία θεατών ο Ακίν θα αρέσει περισσότερο. Με συγκίνηση είδα ανάμεσα στο καστ την Χάνα Σιγκούλα, αυτή τη μεγάλη ηθοποιό που όλοι μας θαυμάσαμε στα έργα του Φασμπίντερ.
Βέβαια το έργο έχει την πρωτοτυπία του. Ένας γιος Τούρκου μετανάστη ψάχνει να βρει την κόρη μιας τουρκάλας πόρνης, που άθελά του σκότωσε ο πατέρας του για να καταλήξει στη φυλακή όπου θα πεθάνει μετά από λίγο. Οι αφηγηματικές αναμονές είναι ότι θα τη συναντήσει. Η πρωτοτυπία του Ακίν είναι ότι θα την συναντήσει εκτός πλαισίου της ιστορίας. Ο γιος αυτός, επιστρέφοντας στο βιβλιοπωλείο του, θα τη συναντήσει αναπόφευκτα. Η κόρη αυτή συγκατοικεί με την Χάνα, στην οποία άφησε για λίγο το βιβλιοπωλείο του για να πεταχτεί να δει ένα φίλο του σε ένα παραλιακό χωριό.
Η κόρη είναι τουρκάλα ακτιβίστρια. Την έχουν εντοπίσει και την τελευταία στιγμή θα καταφέρει να το σκάσει στη Γερμανία. Εκεί θα συναντήσει τη Lotte, την κόρη της Χάνα, η οποία θα την βοηθήσει. Ήξερε ότι ήταν ομοφυλόφιλη; Πάντως οι δυο κοπέλες θα κάνουν σχέση. Μπράβο στον Ακίν που θίγει ένα θέμα που είναι ταμπού για τους μουσουλμάνους.
Όμως η κόρη θα απελαθεί και η Λόττε θα πάει στην Ισταμπούλ για να τη σώσει. Η μητέρα της διαμαρτύρεται.
Η αφηγηματική αναμονή είναι ότι θα τη σώσει. Όμως εδώ ο Ακίν, μπροστά σε ένα αδύναμο «σασπένς του τι» θα γίνει στο τέλος, αν θα καταφέρει να τη σώσει τελικά, δημιουργεί ένα «σασπένς του πώς», που είναι απείρως πιο μεγάλο. Του πώς τι; Πώς σκοτώνεται η Λόττε. Μα πώς το ξέρουμε ότι σκοτώνεται; Ο Ακίν χωρίζει την ταινία σε τρία μέρη, βάζοντας τίτλους. Το δεύτερο μέρος έχει τίτλο «Ο θάνατος της Λόττε». Έτσι ξέρουμε ότι την περιμένει ο θάνατος, η αγωνία είναι να μάθουμε με ποιο τρόπο πεθαίνει.
Η μητέρα της, μετά τη θάνατό της, έρχεται στην Ισταμπούλ για να ικανοποιήσει την επιθυμία της, να σώσει την ακτιβίστρια.
Διαδηλώσεις αριστερών, μια αστυνομική καταδίωξη, ένα πιστόλι που κρύβεται, κάνουν την ταινία συναρπαστική. Και ενώ εγώ είμαι λάτρης του έπους στο μυθιστόρημα, στον κινηματογράφο είμαι λάτρης της ελάχιστης αφήγησης και του έντονου λυρισμού (Σοκούροφ, «Μητέρα και γιος», Κουροσάβα, «Όνειρα», Ταρκόσφσκι, κ.λπ). Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είδα την ταινία πολύ ευχάριστα.

To New York, I love you (2009), είναι όπως το «Καθένας το σινεμά του», ένα έργο με δεκάλεπτες ιστοριούλες (στο «Καθένας το σινεμά του» ήταν τρίλεπτες) γυρισμένες από δέκα σκηνοθέτες. Τέσσερις από αυτούς, ανάμεσα στους οποίους και ο Φατίχ Ακίν, έχουν γράψει και το σενάριο. Ο Ακίν, γιος μεταναστών, γυρίζει μια ιστοριούλα όπου τόσο οι ήρωες όσο και οι ηθοποιοί είναι μετανάστες. Για τον τούρκο δεν είμαστε σίγουροι, αλλά είμαστε σχεδόν σίγουροι για τον Κινέζο και την Κινέζα. Συγκινητική ιστορία. Ο μεσόκοπος ζωγράφος μαγεύεται από την ομορφιά μιας πωλήτριας. Θα της ζητήσει να ποζάρει για να της φτιάξει το πορτρέτο. Αυτή αρνείται. Της αφήνει τη διεύθυνσή του, μήπως αλλάξει γνώμη. Στο μεταξύ τη ζωγραφίζει από μνήμης. Κάποια στιγμή που το αφεντικό της το παίρνει ο ύπνος θα το σκάσει από το κατάστημα που δουλεύει και θα πάει να τον βρει. Όμως πολύ αργά. Ο ζωγράφος έχει πεθάνει. Μάλλον από ένα δεύτερο εγκεφαλικό ή μια δεύτερη καρδιακή προσβολή. Θα βρει όμως διάφορες εικόνες της. Θα μαζέψει μια από χάμω και θα την πάρει μαζί της.
Με έπιασε κατάθλιψη βλέποντας την Τζούλη Κρίστη γριά και τον Ελάι Γουόλας γέρο. Δεν τους αναγνώρισα (το καστ της ταινίας το είδα στο τέλος), ούτε την πανέμορφη Λάρα στον «Δόκτορα Ζιβάγκο», ούτε τον «άσχημο», που τόσο με μάγεψε η ηθοποιία του, στο «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος». Όμως ήταν γοητευτική η Τζούλη. Όπως λέει και ο φίλος μου ο Σταύρος, «το καλό παπούτσι κάνει και καλό χλαμπούτσι».

 Soul Kitchen (2009). Διάβασα κάπου στο διαδίκτυο ότι ο Φατίχ Ακίν δεν επαναλαμβάνεται ποτέ. Και το διαπίστωσα και μ’ αυτή την κωμωδία. Το Im Juli είχε το περιεχόμενο μιας κομεντί, μια ερωτική ιστορία, αλλά ήταν σπαρταριστό σαν κωμωδία. Το Soul Kitchen είναι κωμωδία όπου ο έρωτας βέβαια έχει τη θέση του, αλλά δεν αποτελεί και το κεντρικό θέμα. Στην αρχή την ταινία την είδα με επιφύλαξη, γιατί δεν είδα να γελώ πολύ, όμως σιγά σιγά ο ρυθμός γινόταν όλο και πιο ξέφρενος, και το γέλιο έβγαινε πιο άφθονο. Πρωταγωνιστής κι εδώ ο έλληνας φίλος του Φατίχ Ακίν, ο Αδάμ Μπουσδούκος, με το όνομα Ζήνων Καζαντζάκης, ιδιοκτήτης ρεστοράν (αλήθεια, ποιος έξυπνος στο cine.gr γράφει Καζαντζίδης αντί Καζαντζάκης;).
Υπάρχει ένας ψυχολογικός μηχανισμός ταύτισης με τον κεντρικό ήρωα. Η ταύτιση αυτή μπορεί να ενισχυθεί και από άλλα στοιχεία, όπως συνειδητοποίησα μ’ αυτή την ταινία. Ο Ζήνων παθαίνει κήλη μεσοσπονδύλιου δίσκου, πιο απλά δισκοπάθεια, που τον ταλαιπωρεί σε όλη την ταινία. Το ίδιο κι εγώ, έχω δισκοπάθεια, που εμένα με ταλαιπωρεί μια ζωή.
Ακούμε και εδώ τραγούδια, όχι ένα, όπως στο Kurz und Schmerzlos, αλλά τέσσερα πέντε: Τη Φραγκοσυριανή, Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο, και κάποια ρεμπέτικα που δεν τα είχα ξανακούσει. Υπάρχει και εδώ μια ελληνική ατάκα, όπως και στο Kurz und Schmerzlos, που τη σημείωσα αμέσως για να μην την ξεχάσω, τυπικά ελληνική: Γεια σου μαλάκα.
Γεια σου μπαγάσα Φατίχ. Ζήτω η ελληνοτουρκική φιλία, όπως θα ’λεγε και ο Μίκης.

Fatih Akin, Σκουπίδια στον κήπο της Εδέμ (2012)

«Σκουπίδια στον κήπο της Εδέμ» είναι ο γερμανικός τίτλος. Οι άγγλοι έδωσαν το δικό τους «Μολύνοντας τον παράδεισο», κι εμείς τον δικό μας «Ο Παράδεισος δεν είναι εδώ».
Το έργο είναι ντοκιμαντέρ, και έχει να κάνει με το οικολογικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε σε ένα παραλιακό χωριό κάπου στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, στην Τραπεζούντα. Η κάμερα του Ακίν καταγράφει τις εξελίξεις μιας πενταετίας. Με αυτά που βλέπεις σου σηκώνεται η τρίχα. Ούτε σ’ εμάς θα διανοούνταν να κάνουν μια τέτοια χωματερή, εντελώς δίπλα στο χωριό. Οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν, αλλά ποιος τους ακούει. Ο δήμαρχος κάθισε στο σκαμνί του κατηγορουμένου πολλές φορές.
  Εκτός από το οικολογικό πρόβλημα ο Ακίν μας παρουσιάζει όψεις της ζωής του χωριού. Βρεθήκαμε σε ένα πανηγύρι όπου ακούσαμε ποντιακά, είδαμε την καλλιέργεια του τσαγιού, που σ’ αυτούς είναι όπως σε εμάς το λάδι στην Κρήτη, και ακούσαμε τους νέους να μιλάνε για το όνειρό τους να φύγουν. Ναι, δεν έχουν σκοπό να περάσουν όλη τους τη ζωή σ’ αυτό το χωριό.
  Εξαιρετικό ντοκιμαντέρ.

The cut (2014)

  Μετά το ντοκιμαντέρ «Garbage in the Garden of Eden» (2012) που αναφέρεται στους αγώνες των κατοίκων ενός χωριού στη Μαύρη θάλασσα, του Camburnu, ενάντια στην κυβερνητική απόφαση να δημιουργήσουν στο χωριό τους μια χωματερή, ο Φατίχ Ακίν γυρίζει το περίφημο πια έργο του «Η μαχαιριά» (The cut, 2014, για πρώτη φορά σε αγγλική γλώσσα).

  Η «Μαχαιριά» έχει δυο θέματα: την γενοκτονία των αρμενίων και τη δύναμη της αγάπης, της πατρικής αγάπης. Η γενοκτονία είναι το φόντο της ιστορίας, και καταλαμβάνει το πρώτο μέρος της ταινίας.

  Τον Ναζαρέτ τον παίρνουν από το σπίτι του το 1915 και τον πηγαίνουν σε τάγματα εργασίας. Εκεί κάποια στιγμή τους προτείνουν την ελευθερία τους, με τον όρο να γίνουν μουσουλμάνοι. Ορισμένοι δέχονται. Τους υπόλοιπους τους δένουν και τους σφάζουν ένα ένα για να μην χαλάνε σφαίρες. Ανατριχιαστική σκηνή, μου ήταν αδύνατο να τη δω. Όμως τον Ναζαρέτ δεν τον σφάζει εκείνος που τον ανέλαβε. Πατάει το μαχαίρι του στο λαιμό του για να τρέξει αίμα και να φανεί ότι τον έσφαξε. Το βράδυ επιστρέφει, τον συνεφέρνει και τον παίρνει μαζί του. Φουκαράς, έκλεψε σαν τον Γιάννη Αγιάννη για να φάει και κατέληξε στη φυλακή. Τον αποφυλάκισαν μαζί με άλλους καταδίκους αναθέτοντάς τους αυτό το ρόλο: να σφάζουν αρμένιους.

  Η «μαχαιριά» όμως του έκοψε τις φωνητικές χορδές. Ήταν αρκετά βαθιά, ο τούρκος αυτός έπρεπε να είναι πειστικός. Με λάσπη μαλαγμένη με κάτουρο καταφέρνουν να του επουλώσουν την πληγή, όμως δεν μπορεί πια να μιλήσει.

  Παρακολουθώντας το οδοιπορικό του Ναζαρέτ μέχρι να φτάσει στο τουρκοκρατούμενο Χαλέπι της Συρίας, που σε λίγο απελευθερώνεται από τους άγγλους, βλέπουμε και τους δυο άλλους τρόπους εξόντωσης των αρμενίων, των γυναικόπαιδων αυτή τη φορά: τις πορείες θανάτου και τους χώρους συγκέντρωσης, στην έρημο, όπου τους άφηναν να αργοπεθαίνουν από την πείνα και τις αρρώστιες. Εκεί συναντάει την πεθερά του. Του λέει ότι όλη η οικογένειά του πέθανε. Τον παρακαλεί να δώσει ένα τέλος στα βάσανά της σκοτώνοντάς την. Είναι ετοιμοθάνατη. Τελικά θα πάρει την απόφαση.

  Μετά το οδοιπορικό της σωτηρίας αρχίζει το οδοιπορικό της αναζήτησης. Μαθαίνει ότι τελικά οι κόρες του επέζησαν. Θα ψάξει να τις βρει. Από τον Λίβανο θα πάει στην Κούβα, και από εκεί στις ΗΠΑ. Θα τα καταφέρει.

  Σ’ αυτή την ταινία βλέπουμε επίσης τον «μαγικό ρεαλισμό» που είδαμε και στο «Im Juli», σε δυο σκηνές. Στην έρημο, έχοντας πέσει κάτω εξαντλημένος, τον ενθαρρύνει το όραμα της γυναίκας του να σηκωθεί. Στην Αμερική, κτυπημένος από ομοεθνείς του άσχημα και βρισκόμενος πάνω στις ράγες μιας σιδηροδρομικής γραμμής ενθαρρύνεται από τις δυο του κόρες, που του παρουσιάζονται σαν σε όραμα, να σηκωθεί.

  Επίσης βλέπουμε πάλι θεματοποιημένη την αγάπη του για το σινεμά, όπως στο «Solino». Ο Ναζαρέτ, ακόμη στο Χαλέπι, προτιμάει να πάει να δει μια ταινία και όχι στα μπουρδέλα που του προτείνει ο φίλος του. Η ταινία είναι του Τσάρλι Τσάπλιν, στο τέλος της οποίας ξαναβρίσκεται ευτυχισμένος με τον πιτσιρίκο. Κάθεται χάμω θλιμμένος, ενώ οι άλλοι θεατές φεύγουν ένας ένας γύρω του. Προφανώς σκέφτεται αν θα τα καταφέρει κι αυτός να συναντήσει τις κόρες του.

  Σκληρή ταινία, και πολύ συγκινητική.

 

Tschick (Goodbye Berlin, 2016)

  Ο Φατίχ Ακίν είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες και νομίζω ότι έχω δει όλα τα έργα του. Μετά την προπέρσινη «Μαχαιριά» που αναφερόταν στη γενοκτονία των αρμενίων μας δίνει στη συνέχεια ένα εντελώς διαφορετικό έργο. Πρόκειται για ένα νεανικό road movie με δυο δεκατετράχρονους νεαρούς, τον Μάικ και τον Τσικ που δίνει και το όνομα στην ταινία, και μια μεγαλύτερη κοπέλα, την Ίζα, που θα προστεθεί για λίγο στην παρέα τους. Η ταινία είναι μεταφορά από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Wolfgang Herrndorf, που κυκλοφορεί και σε ελληνική μετάφραση με τον τίτλο «Βερολίνο, γεια» από τις εκδόσεις Κριτική.
  Αφηγητής είναι ο Μάικ. Η μητέρα του είναι αλκοολική, περίπου σε διάσταση με τον πατέρα του που τα έχει με μια νεαρή. Δεν είναι ο αστεράτος μαθητής, ούτε ο ωραίος που θα έχει κατακτήσεις. Όμως είναι ερωτευμένος με την πιο όμορφη κοπέλα της τάξης τους, την Τατιάνα. Σε λίγο έχει τα γενέθλιά της. Σαν γενέθλιο δώρο της φτιάχνει το πορτραίτο. Όμως δεν θα τον καλέσει· αυτόν και τον Τσικ, ένα νεαρό από τη Ρωσία, με τατάρικα χαρακτηριστικά, ορφανό όπως θα μάθουμε στο τέλος. Συνειδητά περιθωριακός, έχει κουρεμένο το κεφάλι του αφήνοντας ένα τσουλούφι. Είναι όμως αστεράτος μαθητής, στα μαθηματικά είναι ο μόνος που παίρνει Α+. Αλλά όπως θα διαπιστωθεί, και στη λογοτεχνία είναι καλός. Για την πυξίδα έχει διαβάσει στο Steppenwolf. –Δεν είναι συγκρότημα; Του λέει ο Μάικ. –Βλάκα, του απαντάει ο Τσικ.
  Θα κλέψει ένα λάντα και θα πάρει παρέα και τον Μάικ. Θα τους παρακολουθήσουμε σε αρκετά επεισόδια, καθώς ψάχνουν να βρουν να φάνε, βενζίνη για το αυτοκίνητο και να ξεφύγουν από την αστυνομία. Προορισμός είναι ο παππούς του Τσικ, σε ένα πολύ μακρινό μέρος. Η Ίζα που θα προστεθεί στην παρέα θα τους αποχωριστεί σε λίγο, όταν πέφτει πάνω σε ένα πούλμαν που πηγαίνει στην Πράγα. Εκεί βρίσκεται η αδελφή της. Θα ζητήσει από τον Μάικ τριάντα ευρώ. Θα της τα δώσει. Θα τον ανταμείψει με ένα φιλί. Πιο πριν ίσως να είχαν κάνει έρωτα, αν δεν επέστρεφε ο Τσικ που είχε πάει για αναζήτηση τροφίμων.
  Η ταινία ξεκινάει in media res, δείχνοντας τον Μάικ με καταματωμένο πρόσωπο για τη δημιουργία του απαραίτητου «σασπένς του πώς» κατέληξε εκεί. Είχαν ένα ατύχημα με ένα φορτηγατζή που ήθελε να τους συνεριστεί στην κόντρα. Ο Τσικ θα το σκάσει ενώ ο Μάικ θα οδηγηθεί στο δικαστήριο. Θα ξεμπλέξει;
  Όπως και να έχει, αυτό το ταξίδι ήταν ένα ταξίδι ενηλικίωσης. Δεν θα είναι πια ο ίδιος. Και οι συμμαθητές του θα τον βλέπουν διαφορετικά.
  Πολύ καλή ταινία, οι πιτσιρικάδες θα ενθουσιαστούν ενώ οι μεγάλοι θα τη δουν πολύ ευχάριστα.
  Πρέπει να ξαναδιαβάσω τον «Τομ Σώγιερ» και τον «Χώκλμπερι Φιν».

In the fade (Aus dem Nichts, Μαζί ή τίποτα, 2017)

  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Ο Φατίχ Ακίν είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες και έχω δει όλα του τα έργα.   Παρεμπιπτόντως και των συμπατριωτών του Σεμίχ Καπλάνογλου (περιμένω πώς και πώς να δω τον «Σπόρο» στη δημοσιογραφική προβολή τη Δευτέρα που μας έρχεται) και Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν, έχω δει όλα τους τα έργα, αγαπημένοι και αυτοί.
  Έχω ξαναγράψει ότι θεωρώ το σασπένς σαν σημαντικό στοιχείο για την επιτυχία μιας ταινίας. Βέβαια υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, μια ταινία να είναι καταπληκτική με ελάχιστο ή καθόλου σασπένς. Όμως το σασπένς είναι ειδολογικά εκ των ων ουκ άνευ για ταινίες crime, horror, adventure, war, thriller· χοντρικά δηλαδή στις περισσότερες ταινίες που κυκλοφορούν.
  Crime, drama χαρακτηρίζει την ταινία το IMDb, ενώ η βικιπαίδεια απλώς drama.
  Για άλλη μια φορά το στόρι είναι το πρόσχημα. Στην «Μαχαιριά» ο Φατίχ Ακίν καταγγέλλει τη γενοκτονία των Αρμενίων. Στο «Μαζί ή τίποτα» καταγγέλλει τα εγκλήματα των νεοναζί. Στα γράμματα τέλους της ταινίας διαβάζουμε ότι οι νεοναζιστές σκότωσαν 10 άτομα ανάμεσα στο 2000 και το 2007, 8 από τα οποία τουρκικής καταγωγής, μόνο και μόνο γιατί ήσαν μετανάστες.
  Σε συνέντευξή του στον Γιάννη Κοντό ο Φατίχ Ακίν δήλωσε ότι ήθελε να γυρίσει μια ταινία με θέμα την άνοδο του νεοναζισμού και τα εγκλήματά του. Όμως τι είδους ταινία; «Όταν έγραψα το σενάριο και συζητούσα για τα σχέδιά μου, πολλοί στη Γερμανία έλεγαν ότι κανένας δεν θα την παρακολουθήσει. Γι’ αυτό τη συνέλαβα ως θρίλερ, προκειμένου να την κάνω ελκυστική σε ένα ευρύτερο κοινό.
  Τελικά ο Ακίν λέγει ότι γύρισε θρίλερ. Βέβαια είναι και crime και drama, όμως στα θρίλερ είναι πιο έντονο το σασπένς.
  Οι νεοναζί βάζουν μια βόμβα στο γραφείο του άντρα της Diane Kruger (εξαιρετική στην ερμηνεία της) και τον σκοτώνουν. Μαζί σκοτώνεται και το παιδί της που βρέθηκε εκεί τυχαία. Τυχαία θα ανακαλυφθούν οι ένοχοι. Θα καθίσουν στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
  Να μην πω περισσότερα, η ταινία παίζεται, δεν θέλω να κάνω spoiler. Θα πω μόνο ότι η ταινία ανήκει σε ένα υποείδος, της εκδίκησης.
  Μου αρέσουν πολύ οι ταινίες εκδίκησης καθώς δημιουργούν μια ψευδαίσθηση θείας δικαιοσύνης και αναπόφευκτης τιμωρίας του κακού, κάτι που δεν συμβαίνει συνήθως στην πραγματικότητα. Πόσα δεν είναι τα εγκλήματα μένουν ανεξιχνίαστα;
  Υπάρχει μια εξαίρεση, η περίπτωση με τους 47 σαμουράι που εκδικήθηκαν το θάνατο του αφέντη τους, αρχές του 18ου αιώνα, πραγματική ιστορία πάνω στην οποία γυρίστηκαν διάφορες ταινίες και τις οποίες έχω δει σχεδόν όλες.
  Να πούμε τέλος ότι ένα μεγάλο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στην Ελλάδα και ακούμε ελληνικά. Σε μικρούς ρόλους παίζουν και τέσσερις έλληνες ηθοποιοί. Ο ένας απ’ αυτούς, ο Γιάννης Οικονομίδης, σαν μέλος της Χρυσής Αυγής.
  Συμπληρώνω την επομένη.
   Διάβασα κάποιες κριτικές για την ταινία και έμαθα ότι η ταινία του «Η μαχαιριά» (αναφέρεται στη γενοκτονία των Αρμενίων) που εμένα με συγκλόνισε δεν είχε επιτυχία. Αυτό δεν μου προκάλεσε έκπληξη, γιατί είδα μια ανάλογη πρόσληψη από δυτικούς κριτικούς της ταινίας «Back to 1942» (2012) του Feng Xiaogang που αναφέρεται σε ένα φοβερό λιμό που έπληξε μια περιοχή της Κίνας το 1942 με χιλιάδες θύματα, τότε που μαινόταν ο σινοϊαπωνικός πόλεμος.
  Εδώ ισχύει η φράση «κάτι τρέχει στα γύφτικα». Γύφτικα στην προκειμένη περίπτωση είναι η Αρμενία και η Κίνα.

 


 


 

Post a Comment