Book review, movie criticism

Thursday, May 27, 2010

Τάκης Θεοδωρόπουλος, Η πτώση του νάρκισσου

Τάκης Θεοδωρόπουλος, Η πτώση του νάρκισσου, Εστία 1994, σελ. 233

Δημοσιεύτηκε στο Διαβάζω, τ. 349

Από τα τέσσερα βιβλία του Τάκη Θεοδωρόπουλου που
κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή στην αγορά (όλα από τις εκδόσεις
Εστία εκτός από τον "Ψίθυρο της Περσεφόνης", εκδόσεις
Άγρα),μόνο η "Πτώση του Νάρκισσου" φέρει την ένδειξη
"μυθιστόρημα" κάτω από τον τίτλο. Στα υπόλοιπα, το μυθιστόρημα
ήταν απλώς πρόθεση. Στο πρώτο από τα τέσσερα, τον "Ψίθυρο της
Περσεφόνης", ο μύθος ανασυστήνεται αβέβαια μέσα από τις
προσπάθειες του ήρωα (ένα αντίγραφο του "Pierrot fou"
του Godar, που ζει ανάλογες καταστάσεις) να διαπεράσει ένα
πέπλο αμνησίας που του προκάλεσε ένας τραυματισμός. Στις
"Νύχτες της Αρκαδίας", μια ιστορία παρόμοια με τις "παράλληλες
ιστορίες" του Απόστολου Δοξιάδη (χρόνος η αρχαιότητα, και
πρόσωπα ένας καλλιτέχνης και μια καλλονή που ξετρελαίνει), η
ρυθμικότητα του λόγου και οι διάσπαρτοι ιαμβικοί
δεκαπεντασύλλαβοι δείχνουν πως έχουμε να κάνουμε με μια
ποιητική διάθεση που ξεστράτισε στην πρόζα για να δώσει μια
ιστορία ανθρωπολογικού (οι λαϊκές δοξασίες για τον Πάνα) και
όχι μυθιστορηματικού ενδιαφέροντος, παρά τις
μυθιστορηματικές σκηνές έντασης που υπάρχουν, όπως και στο
προηγούμενο έργο. Όσο για το "Αδιανόητο Τοπίο", αποτελεί μια
σπουδή του χώρου της ζωγραφικής (όπως ο "Θείος Πέτρος" του
Δοξιάδη, μια και τον αναφέραμε, αποτελεί μια σπουδή του χώρου
των μαθηματικών) και του καλλιτέχνη, με αναφορές στον Περικλή
Γιαννόπουλο και στο θέμα της ελληνικότητας. Στο έργο αυτό
υπάρχει μια αντιστροφή στη σχέση γεγονότων και περιγραφής, με
την περιγραφή να καταλαμβάνει ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος του
έργου: μια περιγραφή τοπίων αποκαθαρμένων μέσω της ματιάς του
καλλιτέχνη στη ζωγραφική τους απεικόνιση, μια "μίμηση της
μίμησης".
Η εσωτερική εστίαση του τριτοπρόσωπου αφηγητή με την οποία
περιγράφονται και οι πιο λεπτές συναισθηματικές διακυμάνσεις
χρησιμοποιήθηκε για την ανάδειξη μιας ποιητικής πρόζας
πλούσιας σε υφολογικές αποχρώσεις (κάτι που έκανε και η Ρέα
Γαλανάκη στο "Βίο του Ισμαήλ Φερίκ Πασά"),στα δυο πρώτα έργα
του συγγραφέα. Δεν έχει όμως την ίδια θέση στα δυο επόμενα με
τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή. Ο αφηγητής αυτός πάντα
"δείχνει", κατά τις υποδείξεις του Henry James, αφού δεν μπορεί
να "πει" τι γίνεται μέσα στην ψυχή των υπόλοιπων
προσώπων, χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να "λέγει" για τα δικά
του συναισθήματα. Ίσως αυτή η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο
"λέγω" και στο "δείχνω", η ταυτόχρονη αξιοποίηση και των
δυο, είναι που κάνει τόσο προτιμητέα την πρωτοπρόσωπη
ομοδιηγητική αφήγηση στη σύγχρονη αφηγηματική λογοτεχνία. Η
ετεροδιήγηση όμως του "Αδιανόητου τοπίου" περιορίζει το
"λέγω" του αφηγητή, πρόβλημα που ξεπερνά ο Θεοδωρόπουλος με
την παράθεση αποσπασμάτων από το ημερολόγιο του Γιώργου
Γαλανού, του καλλιτέχνη, σε μια μετεμφυλιακή καθαρεύουσα που
πλουτίζει υφολογικά το κείμενο. Ο μυθιστορηματικός λόγος δεν
είναι ο οποιοσδήποτε λόγος, ούτε καν ο οποιοσδήποτε
αφηγηματικός. Έχει ιδιαίτερες αρετές, αρετές που αν και συχνά
ξεφεύγουν από την προσοχή των ερευνητών (που ο φετιχισμός της
γλώσσας τούς κάνει να ξεχνάνε ότι το μυθιστόρημα είναι η
αφήγηση ενός μύθου, μιας ιστορίας, που θα μπορούσε κάλλιστα να
την αφηγηθεί κανείς με μια άλλη γλώσσα, όπως π.χ. τη γλώσσα της
κινηματογραφικής εικόνας) δεν διαφεύγουν την προσοχή του
κοινού. Αυτές τις αρετές του καλού μυθιστορήματος τις διαθέτει
η "Πτώση του Νάρκισσου".
Κατ' αρχήν, ο δραματικός λόγος, ο ευθύς λόγος (που,
παρεμπιπτόντως, "δείχνει" τι "λένε" τα άλλα πρόσωπα σ' αυτό το
δεύτερο αφηγηματικό επίπεδο που δημιουργεί),ελλείπων στα
προηγούμενα έργα του Θεοδωρόπουλου, εδώ κυριαρχεί. Έπειτα, το
έργο αυτό διαθέτει ένα συναρπαστικό μύθο με άφθονο σασπένς,
γνώρισμα του καλού κλασικού μυθιστορήματος, που στη σύγχρονη
ελληνική μυθιστοριογραφία σπανίζει. Τρίτον, διαθέτει αυτό το
πνευματώδες χιούμορ που εισέδυσε μόλις πριν δυο δεκαετίες στη
μυθιστοριογραφία μας. Δεν θα αναφέρω σαν παραδείγματα τα δυο
μεγαλύτερα μπεστ σέλλερ των τελευταίων χρόνων, τα "Βαμμένα
κόκκινα μαλλιά" και τη "Μητέρα του σκύλου", αλλά τη "Φανταστική
Περιπέτεια", αυτή τη σπαρταριστή σάτιρα που βάζει ένα τέρμα
στην αγέλαστη και βλοσυρή πεζογραφία του Αλέξανδρου Κοτζιά.
Τέταρτο, διαθέτει όχι μόνο αισθησιασμό, που έτσι κι αλλιώς
υπάρχει σε αρκετή δόση στη σύγχρονη πεζογραφία μας, αλλά και
βία (εμπλοκή του ήρωα σε μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας, όπου
σκοτώνει - ή νομίζει ότι σκοτώνει - έναν "κακό".
Πέμπτο, τα επεισόδια και οι καταστάσεις έχουν ένα έντονα
μετωνυμικό (μιμητικό\διδακτικό θα έλεγε ο Αριστοτέλης)
χαρακτήρα, εξεικονίζοντας τυπικές καταστάσεις της σημερινής
κοινωνίας: διαζύγια, λαθρεμπορία και αρχαιοκαπηλία και γενικά
κομπίνες, οργιώδεις διασκεδάσεις μιας μεγαλοαστικής τάξης, το
πάθος του φιλότεχνου, κοσμοπολιτισμό (οι χώροι της ιστορίας
είναι η Αθήνα, το Παρίσι και η Νέα Υόρκη) και τέλος τον έρωτα,
ο οποίος έχοντας εγκαταλείψει τις ρομαντικές μεταταρσιώσεις
μιας προηγούμενης πεζογραφίας υποβιβάζεται σε απλή καψούρα
από την οποία ο ήρωας, αργά ή γρήγορα, θεραπεύεται.
Τέλος έχουμε τις υφολογικές αρετές της γραφής, με κύριο
χαρακτηριστικό τις "ανοίκειες λεκτικές συνδέσεις" ("ημέρες
συναισθηματικού χαμηλού", σελ.25,"εκείνα τα εσώρουχα που με
έφερναν προ των φαντασιακών μου ευθυνών" σελ.42,παραθέτουμε
στην τύχη δυο παραδείγματα) που συνήθως υπηρετούν τις
χιουμοριστικές προθέσεις του.
Κάποιες αστοχίες ("...ένας απ' αυτούς που μοιάζουν με
περιφερόμενα "μηδέν άγαν". Δεν έτρωγε, δεν έπινε, δεν κάπνιζε
και δεν μιλούσε." σελ.17 και "Τα μηδενικά του λογαριασμού μου
στην τράπεζα είχαν πολλαπλασιασθεί, μετά την επιτυχία της
συναλλαγής..." σελ.20) δεν υπονομεύουν την καλή εντύπωση που
μας έκανε το έργο, χωρίς να πούμε ότι συμβαίνει το ίδιο και με
μια κακή χρήση του υπερσυντέλικου με τον οποίο ο συγγραφέας
έχει την τάση να αντικαθιστά τον αόριστο, σε μια λαθεμένη
χρήση. Οπωσδήποτε το έργο αυτό δείχνει μια ανοδική πορεία του
συγγραφέα που τον φέρνει εγγύτερα στο αναγνωστικό
κοινό, πράγμα που φαίνεται από το ότι η δεύτερη έκδοσή του
έγινε μόλις δυο μήνες μετά την πρώτη.
Post a Comment