Book review, movie criticism

Tuesday, December 2, 2014

Mohammad Rasoulof, Manuscripts don’t burn




  Σίγουρα δεν καίγονται τα χειρόγραφα, όμως όταν εκδοθούν σε βιβλία καίνε, και επειδή καίνε, συχνά καίγονται. Είμαι πεπεισμένος, η μόνη λύση είναι το ηλεκτρονικό βιβλίο. Αν είχε αυτή την αντίληψη και ο γέρος συγγραφέας μπορεί να την είχε γλιτώσει. Όμως αρνιόταν να αναρτήσει το βιβλίο του στο διαδίκτυο, ήθελε να χαϊδέψει το hard copy. Το αποτέλεσμα είναι ότι έμαθε για το χειρόγραφο η μυστική αστυνομία και προσπάθησε με κάθε τρόπο να το πάρει από τα χέρια του. Τελικά θα το καταφέρει, καθώς και τα δυο αντίγραφα που είχαν δυο φίλοι του. Με το τέλος της επιχείρησης θα βρουν το θάνατο όλοι τους.
Μα σε τι αναφερόταν αυτό το χειρόγραφο;
Αναφερόταν σε ένα συμβάν που είχε συμβεί πριν χρόνια. 31 αντιφρονούντες συγγραφείς πήγαιναν σε κάτι σαν φεστιβάλ ή συνέδριο, δεν θυμάμαι. Ο οδηγός του λεωφορείου τους, πράκτορας της ασφάλειας, είχε εντολή να το ρίξει στον γκρεμό.
Δεν τα κατάφερε. Την πρώτη φορά οι επιβάτες νόμισαν ότι επρόκειτο για ατύχημα. Τη δεύτερη φορά όμως δεν είχαν καμιά αμφιβολία.
Υπάρχει όμως και κάτι ανατριχιαστικό σ’ αυτή την υπόθεση. Στην αρχή της ταινίας μας δηλώνεται ότι στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα.
Το πιστεύω. Το ότι ο πράκτορας της μυστικής αστυνομίας ήταν συγκάτοικος στο ίδιο κελί με το συγγραφέα και μεταστράφηκε, ρίχνει κάποια σκιά στην Αντίσταση. Κάθε αντιστασιακός είναι δυνάμει προδότης. Δεν νομίζω να ήθελε να περάσει ένα τέτοιο μήνυμα ο Ρασούλοφ.
Η ταινία βλέπεται σαν θρίλερ. Συναρπαστική, με άφθονα σασπένς. Ένας Γαβράς ο Ρασούλοφ, που όμως δεν μιλάει για τα αυταρχικά καθεστώτα σε κάθε μήκος και πλάτος του πλανήτη μας αλλά για την πατρίδα του.
Να το ξαναγράψω, παραφράζοντας τον Bradley που παραφράζει τον Λάιμπνιτζ: η δημοκρατία είναι το καλύτερο των δυνατών καθεστώτων, και κάθε τι σ’ αυτήν είναι αναγκαίο κακό (στη θέση του «κόσμου» βάζω τη «δημοκρατία»). Μιλάμε βέβαια για δημοκρατία χωρίς επιθετικό προσδιορισμό, ισλαμική, σοσιαλιστική ή ό,τι άλλο. 

Για τον Ρασούλοφ έχουμε ξαναγράψει, εδώ.






Μαρία Αυγερινού, Διφορούμενες αλήθειες



Μαρία Αυγερινού, Διφορούμενες αλήθειες, Εντύποις 2014, σελ. 70

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Η πρώτη ποιητική συλλογή μιας πολλά υποσχόμενης ποιήτριας

  Επί τέλους πείστηκε η Μαρία να εκδώσει τα ποιήματά της, που αραιά και πού αναρτούσε στον τοίχο της στο facebook. Το δείγμα που είχαμε υπόψη μας δεν μας άφηνε καμιά αμφιβολία για την ποιότητα της ποίησής της, πράγμα που επιβεβαιώσαμε διαβάζοντας αυτή τη συλλογή.
Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο: Διφορούμενες αλήθειες. Αποτελεί πρόκληση για κάθε ασχολούμενο με τη φιλοσοφία, ιδιαίτερα τη λογική, μαθηματική και μη. Υπάρχουν αλήθειες διφορούμενες; Ασφαλώς υπάρχουν, και αυτό μας το δείχνει το οξύμωρο σχήμα του, ένα σχήμα που υποδεικνύει ακριβώς το διφορούμενο των πεποιθήσεών μας, και σε τελευταία ανάλυση την αδυναμία της γλώσσας να εκφράσει με λογική καθαρότητα αυτό που θέλουμε να πούμε. Και στα ποιήματα της Μαρίας θα συναντήσουμε πολλά οξύμωρα, όπως «προσωρινά αιώνιο» (σελ. 22), «τίμια ατιμία» (σελ. 29) «Πόρνη αγία», που σαν τίτλος ποιήματος παραπέμπει διακειμενικά στην «Ευσεβή πόρνη» του Σαρτρ αλλά και στην «Αγία πόρνη της καρδιάς του» της Ελένης Στασινού.
Και μια και μιλάμε για φιλοσοφία, η έσχατη βεβαιότητα είναι το καρτεσιανό cogito, η ροή της σκέψης, που στη λογοτεχνία έχει κατηγοριοποιηθεί ειδολογικά ως stream of consciousness, ως ροή συνείδησης. Και τα ποιήματα της Μαρίας δίνουν αυτή την αίσθηση, τη ροή μιας συνείδησης γύρω από ένα ρευστό κέντρο που συχνά δίνεται με τον τίτλο.  
Υφολογικά αυτό υποβάλλεται και με τη μακροπερίοδο του λόγου. Τελεία θα συναντήσουμε μετά από πολλούς στίχους. Ας πάρουμε σαν δείγμα την αρχή του πρώτου ποιήματος της συλλογής, «Το παράθυρο του τρελού».

Προοπτική δεν υπάρχει
ούτε ύπαρξη
ένα παράθυρο μόνο κι ένας τρελός
που κρύβεται για να σωθεί
απ’ τον κόσμο, τις σκέψεις
την απελπισία μιας ελπίδας (σημειώνουμε το οξύμωρο)
ενισχύοντας την τρέλα
κομματιάζοντας τον αέρα
καταπίνοντας τα σύννεφα
στο αδιόρατο παρατείνει και απειλεί
υποφέρει στην αυτοσυντήρηση
ζητά απαντήσεις στην αοριστία
απλώνει εικόνες στο πατρικό σκαλοπάτι
πέφτει στα γόνατα, μπουσουλά σαν νήπιο
κι όλο περισσότερο πασχίζει να μάθει
γδέρνοντας το πάτωμα
γράφοντας στην απομόνωση
για ό,τι τον στοίχειωσε, για ό,τι δεν έζησε
γυρεύοντάς τον σε μια άλλη διάσταση
στην αγκαλιά μιας ΑΓΑΠΗΣ
κι ό,τι μακριά τον κράτησε: ένα βιβλίο, μια πένα, μια απουσία
σκηνές ζωής
καλούπια γυαλιστερά
απορημένες ελλείψεις
που διαπιστώνουν καχύποπτα
καθηλωμένα, άψυχα
την αλήθεια μιας βιογραφίας.

Ήδη ξεπεράσαμε το μισό του ποιήματος, με τον τελευταίο στίχο να βρίσκεται στην επόμενη σελίδα.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Αυγερινού είναι η τόλμη στη σύνθεση νεολογισμών. Διαβάζουμε π.χ. «μαγεύει χίμαιρη σκέψη, ντυμένη έκρηξη χρωμάτων» (σελ. 25), με το χίμαιρη σαν το θηλυκό ενός επιθέτου ετυμολογικά προερχόμενου από το ουσιαστικό χίμαιρα. Διαβάζουμε επίσης «αθέιστων στιγμών» (σελ. 28) κ.ά.
Με τη χρήση κεφαλαίων και παρενθέσεων δημιουργεί εφέ δισημίας, όπως «Πάλλεται λυγμός αγάπης η μέρα, ΜΑ(κ)ΡΙΑ σε δυο νύχτες φως…» (σελ. 25). Οι δυο σημασίες είναι «μακριά» και «Μαρία». Επίσης «Μέχρι ο θάνατος να μας χ-Ορίσει» (σελ. 28), χωρίσει και ορίσει, «με απουσίες υποΣχέσεων» (σελ. 47) «ΔιφορούΜενες Αλήθεις» (σελ. 67), με την υπογράμμιση της ετυμολογίας με το κεφαλαίο πρώτο γράμμα του δεύτερου συνθετικού, κ.ά.
Ερωτική και εξομολογητική ποίηση, μια ποίηση de profundis, κατακτά μονομιάς τον αναγνώστη. Πριν παραθέσουμε τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε όπως το συνηθίζουμε, που παρεισφρέουν εν αγνοία του συγγραφέα-ποιητή, θα δώσουμε ένα ακόμη δείγμα γραφής, το τέλος από τη «Λύρα».

Στη σχισμή του δρόμου άφησα πίσω μου
ένα ίσως
ένα μπορεί
και μια υποψία βραδινής αποκάλυψης
να υπενθυμίζει πως μόνη βαδίζω
ανέγγιχτη, έξω από τη ζωή
μ’ ένα εσύ κι ένα λυγμό
για μιαν Αγάπη αδιαίρετη
αναμάρτητη
εφιαλτική
που πλαγιάζει σε κελί αθετημένης υπόσχεσης
και ξυπνά λιποτάκτης σε θολή μιζέρια (σελ. 41-42)  

Και τέλος οι δεκαπεντασύλλαβοι, που είναι αρκετοί.

Πλούτος σιωπής η σιωπή, λήθη με πόνους γέννας (σελ. 20).
Έξι θανάτους να μετρά κι επτά μαύρες ανάσες,
Ανταμοιβή του έρωτα κι ανημποριά θανάτου,
Να σέρνω πάντα μια ζωή και δύο να πονάω (και οι τρείς από την «Πόρνη Αγία», σελ. 31).
Κρατώ κιτάπια ακάτεχα με πόνο θεατρίνου (σελ. 36).
Βυθίζονται στη λησμονιά οι ξεχασμένες πέτρες (σελ. 40).
Ρυτίδα μένει ο έρωτας λειψός, ναυαγισμένος (σελ. 55).
Ρυθμούς να τάζει στην ψυχή, ήχους σαν παραμύθι (σελ. 56).
Στον Ομφαλό της Άνοιξης οργίαζαν αισθήσεις (σελ. 61, θα τον περνούσε κανείς για σολωμικό).
Τ’ απρόβλεπτα σκιρτήματα, τις λυπημένες πόζες (σελ. 61).
Σύρε πάνω στο μάρμαρο, στο παγωμένο έξω (σελ. 62).
Στραγγίζοντας πειθήνια διεργασίες κύρους (σελ. 64).

Να ευχηθούμε να είναι καλοτάξιδη αυτή η ποιητική συλλογή, και σύντομα να εμφανιστεί και η επόμενη.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Monday, December 1, 2014

Lars von Trier, Almost all of his films


Lars von Trier, Almost all of his films

The element of crime (1984)

Είναι, διαβάζω στον παραπάνω σύνδεσμο, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Τρίερ. Πρόκειται για ένα αστυνομικό θρίλερ που διαφέρει από τα συνηθισμένα, κυρίως στην υποβλητική ατμόσφαιρα με ονειρικές σουρεαλιστικές εικόνες και μονοχρωμική λήψη όπου επικρατεί το κόκκινο. Κάπου είχα διαβάσει την τεχνική, ο σύνδεσμος γράφει αρκετά καθώς και για την υπόθεση του έργου. Ναι, σωστά είχα διαπιστώσει την ομοιότητα με τον Ταρκόφσκι, καθώς διαβάζω στον σύνδεσμο τη δήλωση του Τρίερ για τον θαυμασμό που τρέφει για τον ρώσο σκηνοθέτη. Σαν απότιση φόρου τιμής ξεκινάει την ταινία του με την εικόνα ενός γαϊδάρου που προσπαθεί να σηκωθεί, εικόνα που υπάρχει και στον «Αντρέι Ρουμπλιόφ».

Epidemic (1987)

Ιδιαίτερα επινοητικός ο Lars von Trier, έκανα καλά που αποφάσισα να δω όσο έργα του είχα μαζέψει. Εδώ δεν ασχολείται με υφολογικούς πειραματισμούς όπως στο προηγούμενο, καθώς έχει επινοήσει ένα πρωτότυπο στόρι το οποίο ο θεατής πρέπει να μπορέσει να παρακολουθήσει.
  Το σενάριο που θα υποβάλλουν αναφέρεται σε μια επιδημία. Εγκιβωτισμένα παρακολουθούμε σκηνές από αυτό το σενάριο, σαν να έχει γυριστεί σε ταινία. Όμως τις πέντε τελευταίες μέρες πριν την παράδοσή του ξεσπάει μια πραγματική επιδημία.
  Τα «εφέ τέλους» του Τρίερ (έχω δει ήδη τα δυο τελευταία έργα του) είναι εντυπωσιακά. Εδώ βλέπουμε τον εκπρόσωπο της κινηματογραφικής εταιρείας να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικός με ένα σενάριο μόλις 12 σελίδων, όταν στην εταιρεία του θέλουν τα σενάρια να είναι τουλάχιστον 150 σελίδες.
  Στην παρέα έρχεται ένας υπνωτιστής με το καθόλου περίεργο όνομα Μέσμερ και μια νοσοκόμα. Την υπνωτίζει και της ζητάει, ούτε λίγο ούτε πολύ (εδώ είναι η επινόηση) να μπει μέσα στην ταινία και να την περιγράψει. Μπαίνει στην ταινία, και πανικόβλητη περιγράφει τα φοβερά και τρομερά που βλέπει. «Μπαίνοντας» όμως κολλάει τον ιό της επιδημίας. Με δυσκολία συνέρχεται με την εντολή του υπνωτιστή, όμως έχει τα σημάδια της επιδημίας πάνω της, που σε λίγο εμφανίζονται και στους υπόλοιπους. Αυτοκτονεί διαβάζω στο σύνδεσμο, δεν το αντιλήφθηκα, σίγουρα όμως πεθαίνει.
  Να σημειώσουμε την υπέροχη εισαγωγή «Τανχόιζερ» του Βάγκνερ, που χρησιμοποιεί ο Τρίερ σαν μουσική υπόκρουση.

Media (1988)

Η ταινία βασίζεται σε σενάριο του Καρλ Ντράγιερ και του Preben Thomsen. Πρόκειται για μια εικαστικά ποιητική τηλεταινία, την οποία οι εστέτ των σινεφίλ θα προκρίνουν από όλες τις ταινίες του Τρίερ. Η διαφορά από το έργο του Ευριπίδη είναι ότι εδώ η Μήδεια απαγχονίζει τα παιδιά της (μάλιστα το δεύτερο, το μεγαλύτερο, παρουσιάζεται να φτιάχνει μόνο του τη θηλιά και να κρεμιέται) και δεν τα σφάζει όπως στο έργο του Ευριπίδη.
  Η μητέρα είναι αυτή που αγαπά περισσότερο τα παιδιά της από ό,τι ο πατέρας, παρά τις εξαιρέσεις. Ο Ιάσων παρουσιάζεται εδώ ως μια τέτοια εξαίρεση, με την ατάκα (περίπου, όπως τη θυμάμαι) «Μακάρι να μπορούσα να έχω παιδιά χωρίς τη μεσολάβηση μιας γυναίκας». Έτσι η Μήδεια δεν έχει καμιά αμφιβολία για το πόσο θα πληγωθεί ο Ιάσων αν σκοτώσει τα παιδιά τους.
  Υπάρχει αρχέμυθος στον οποίο στηρίχτηκε ο Ευριπίδης; Στην βικιπαίδεια δεν διάβασα κάτι τέτοιο, χωρίς αυτό βέβαια να αποκλείει την ύπαρξή του. Όμως τελικά πόσο μπορεί να μετράει ο αρχέμυθος; Αυτό που μετράει περισσότερο είναι η καλύτερη εκδοχή του. Ο «Φάουστ» του Γκαίτε επισκιάζει τόσο τον προγενέστερο «Δόκτωρ Φάουστους» του Μάρλοου όσο και τον μεταγενέστερο «Δόκτωρ Φάουστους» του Τόμας Μαν, που έξυπνα προτίμησε να δώσει στο έργο του τον τίτλο του έργου του Μάρλοου και όχι του Γκαίτε.
  Οι αρχαίοι έλληνες είχαν συνείδηση της τραγικότητας της ζωής. Ένας σύγχρονος συγγραφέας, ή καλύτερα χολιγουντιανός σκηνοθέτης, θα παρουσίαζε πάνω στη σκηνή το ειδύλλιο της Μήδειας και του Ιάσωνα. Τα μετά δεν τον ενδιαφέρουν. Και ο Κορνάρος παρουσίασε το ειδύλλιο του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας. Αν οι ήρωές του ήσαν πραγματικοί, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το κεράτωμα, σίγουρα από τη μεριά Ερωτόκριτου, αλλά πιθανόν και από τη μεριά της Αρετούσας. Βέβαια το να σκοτώσει η Αρετούσα τα παιδιά τους θα ήταν μια ακρότητα.
  Στην πραγματική ζωή, με βάση το ό,τι η μητέρα αγαπά περισσότερο τα παιδιά, θα συναντήσουμε Μήδειους και όχι Μήδειες. Πριν χρόνια το διαβάσαμε στις εφημερίδες, που κάποιος έπνιξε τα τρία παιδιά του σπρώχνοντάς τα, αν θυμάμαι καλά, σε μια λίμνη, για να εκδικηθεί τη γυναίκα του που τον παράτησε. Κάπου στην Ελλάδα, έχω ξεχάσει πού. Μπορεί και στην Κόρινθο, όπου η Μήδεια σκότωσε τα δικά της παιδιά.

Europa (1991)

  Ο Τρίερ φαίνεται έχει εμμονή με τον υπνωτισμό. Ο υπνωτιστής «υποτίθεται» (αυτό το μαθαίνουμε στο τέλος) ότι υπνωτίζει τον ήρωα της ταινίας, ώστε να περιπλανηθεί σε διάφορα επεισόδια της ζωής του. Κατά διαστήματα του υπαγορεύει σε ποια επεισόδια να περιπλανηθεί. Είναι αμερικανός πολίτης γερμανικής καταγωγής, που το 1945 πηγαίνει στην ηττημένη Γερμανία να εργαστεί. Θα πιάσει δουλειά, δοκιμαστικά, σε ένα τραίνο. Όμως τον περιμένουν πολλές εκπλήξεις.
  Η ταινία μου θύμισε Κάφκα, αλλά όχι την «Αμερική», την οποία δεν έχω διαβάσει και πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσω (από εκεί, διαβάζω τώρα στον σύνδεσμο, επηρεάστηκε ο Τρίερ), αλλά τη «Δίκη». Όχι σαν πλοκή, αλλά σαν ομοιότητα ανάμεσα στους ήρωες, τον Joseph K. και τον Leopold. Και οι δυο είναι ανίσχυροι μπροστά σε δυνάμεις που τους ξεπερνούν. Ο Leopold βρίσκεται ανάμεσα σε δυο αντιτιθέμενες δυνάμεις οι οποίες τον πιέζουν ασφυκτικά: τις αμερικανικές δυνάμεις κατοχής και τους Βέρβολφ, τις δυνάμεις αντίστασης ενάντια στην κατοχή. Όπως διαβάζω στην βικιπαίδεια δεν ήταν εντυπωσιακές, αλλά υπήρξαν. Ποτέ δεν είχα ακούσει γι’ αυτές, αλλά ήταν αναμενόμενες, όπως και η ιρακινή αντίσταση στην αμερικάνικη κατοχή. Στο τέλος του έργου τον βλέπουμε να πνίγεται, όταν οι Werwolf ανατίναξαν τη γέφυρα τη στιγμή που περνούσε το τραίνο στο οποίο επέβαινε (γι’ αυτό πιο πάνω βάζω το υποτίθεται σε εισαγωγικά).
  Νευρωσικός ο Τρίερ όπως διαβάζω, παρουσιάζει την σκηνή του πνιγμού για πάνω από πέντε λεπτά. Μου θύμισε τη σκηνή του βιασμού στο «Μη αναστρέψιμος» του Γκασπάρ Νοέ, αλλά και τον Χάνεκε στις καλύτερές του (δηλαδή στις χειρότερες) στιγμές.

Breaking the Waves (1996)

  Μα τι να γράψω γι’ αυτή την ταινία, που την είδα πριν χρόνια και τη θεωρώ σαν μια από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει ποτέ, και γι’ αυτό άλλωστε την ξαναείδα. Μια ταινία για τον έρωτα, την πίστη, την αυτοθυσία. Με ένα εντυπωσιακό εφέ τέλους, όπως αυτό της «Μελαγχολίας».

The idiots (1998)

Για την ταινία έχω ήδη γράψει εδώ

Dancer in the dark (2000)

  Και αυτή η ταινία βραβεύθηκε στις Κάννες, με το Χρυσό Φοίνικα αυτή τη φορά (Το «Σπάζοντας τα κύματα είχε κερδίσει το Μεγάλο Βραβείο). Εδώ έχουμε μια παραλλαγή του θεματικού τρίπτυχου του «Σπάζοντας τα κύματα». Απουσιάζει η πίστη και στη θέση της έχουμε τη μητρική αγάπη. Υπάρχει επίσης η αυτοθυσία, ενώ μια μικρή θέση έχει και ο έρωτας.
  Το έργο, διαβάζω στη βικιπαίδεια, είναι musical drama film. Μόνο ο Λαρς φον Τρίερ θα μπορούσε να σκαρφιστεί ένα τέτοιο έργο γιατί, όπως λέει και η Σάλμα, η ηρωίδα της ταινίας, της αρέσουν τα μιούζικαλ γιατί σ’ αυτά δεν συμβαίνει τίποτα δυσάρεστο. Εδώ όμως συμβαίνουν πολλά δυσάρεστα.
  Πάσχοντας από μια κληρονομική πάθηση των ματιών που οδηγεί σταδιακά στην τύφλωση και την οποία ξέρει ότι θα κληρονομήσει και ο γιος της, μαζεύει χρήματα για να εγχειριστεί όταν θα γίνει 13 χρόνων που είναι η πιο κατάλληλη ηλικία. Θα της τα κλέψει ο κατά τα άλλα καλός γείτονας, που έχει μια πολυέξοδη γυναίκα. Θα του τα πάρει πίσω, αυτός θα προσπαθήσει την τελευταία στιγμή να τα ξαναπάρει απειλώντας την με το πιστόλι του (είναι αστυνομικός), ακολουθεί μια πάλη κατά την οποία εκπυρσοκροτεί το όπλο και αυτός πληγώνεται θανάσιμα. Την εκλιπαρεί να τον σκοτώσει. Αυτή πυροβολεί στο πλάι του. Όμως καθώς αυτός κρατάει σφικτά τον χαρτοφύλακα με τα χρήματα και δεν τον αφήνει, αυτή τον κτυπάει με ένα κιβώτιο στο κεφάλι και τον σκοτώνει. Θα προλάβει να δώσει τα λεφτά στον γιατρό για την εγχείρηση του γιου της. Στη συνέχεια θα συλληφθεί, θα δικαστεί και θα καταδικαστεί σε θάνατο. Αρνείται να δώσει τα λεφτά της εγχείρησης σε ένα δικηγόρο για την αναθεώρηση της δίκης της, θέλει να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό για τον οποίο τα αποταμίευε όλα αυτά τα χρόνια.
  Πιστεύω ότι είναι από ελαφρά έως πολύ νοσηρός ο τρόπος με τον οποίο πεθαίνει τους ήρωές του ο Τρίερ, από την σκηνή του πνιγμού στο Europa μέχρι τον απαγχονισμό της Σάλμας. Όμως σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση οι σχετικές σκηνές του τέλους θα μπορούσαν να θεωρηθούν και σαν μια καταδίκη της θανατικής ποινής.
  Όλα τα πρόσωπα του έργου διακρίνονται για μια σπάνια καλοσύνη, όχι μόνο οι φίλοι αλλά και τα αφεντικά. Και όπως διάβασα μετά στη βικιπαίδεια, το έργο αυτό μαζί με τα δυο προηγούμενα αποτελούν μια τριλογία, την «Τριλογία της χρυσής καρδιάς». Δεν θυμάμαι τους «Ηλίθιους» που το είδα πριν χρόνια, και στο «Σπάζοντας τα κύματα» δεν διακρίνονταν όλα τα πρόσωπα για την καλοσύνη τους, σ’ αυτό το έργο όμως όλα είχαν χρυσή καρδιά.
  Να το γράψουμε κι αυτό, πανέμορφη η Κατρίν Ντενέβ παρά τα πενήντα επτά της.

The five obstructions (2003)

  Νομίζω είναι καλύτερα να δώσω την περίληψη από τον παραπάνω σύνδεσμο.

The Five Obstructions (Danish: De fem benspænd) is a 2003 Danish film by Lars von Trier and Jørgen Leth. The film is a documentary, but incorporates lengthy sections of experimental films produced by the filmmakers. The premise is that Lars von Trier has created a challenge for his friend and mentor, Jørgen Leth, another filmmaker. Von Trier's favourite film is Leth's The Perfect Human (1967). Von Trier gives Leth the task of remaking The Perfect Human five times, each time with a different 'obstruction' (or obstacle) given by von Trier.
 
  Αυτό που συνειδητοποίησα βλέποντας αυτό το κατά το ήμισυ ντοκιμαντέρ έργο είναι ότι ο ντοκιμαντερίστας δεν φιλμάρει μόνο ότι έχει σαν στόχο να φιλμάρει, αλλά και κάτι αξιόλογο που μπορεί να συναντήσει κατά την περιπλάνηση με την κάμερα. Εδώ η κάμερα παρακολουθεί τον ήρωα στο διάδρομο ενός ξενοδοχείου. Ξάφνου σταματάει. Σε κάποιο δωμάτιο κάνουν έρωτα. Κάθεται και κρυφακούει. Αφού κρυφακούσει κάμποση ώρα γυρνάει πίσω.
  Πρωτότυπα πειραματικό το έργο, βλέπω να έχει (παρ’ όλ’ αυτά) υψηλά ποσοστά στις «Σάπιες ντομάτες», στον «Μετακριτικό» και στο IMDb.

Dogville (2003)

Ανατρεπτικός και πρωτότυπος ο Τρίερ, νόμισα ότι και αυτή τη φορά θα πέθαινε την ηρωίδα του. Όμως όχι, στο τέλος συντελείται μια φοβερή ανατροπή, τοποθετώντας την ταινία στην κατηγορία των έργων εκδίκησης. Η Grace (Nikol Kidman, τελικά εξαιρετική ηθοποιός) είναι μια αγία που θεωρεί τη συγνώμη σαν την υπέρτατη αρετή, όμως στο τέλος πείθεται ότι χρειάζεται και το φραγγέλιο. Σαν υπότιτλο του έργου θα έβαζα το «Μακριά από το αγριεμένο πλήθος», και συνειδητοποίησα έντονα τη μοναξιά που μπορεί να νοιώθει κάποιος όταν είναι διαφορετικός και στο έλεος των όποιων… Μου θύμισε έντονα το Our town του Thornton Wilder παρ’ όλο που η δική του μικρή πόλη πολύ απέχει από αυτή του Τρίερ, καθώς ο δανός σκηνοθέτης παρουσιάζει το έργο του σαν θεατρικό έργο με τα επεισόδια να παρουσιάζονται πάνω σε ένα μικρό χώρο που μοιάζει με θεατρική σκηνή, πράγμα που δημιουργεί ένα αίσθημα αποστασιοποίησης ενισχύοντας όμως τον παραβολικό χαρακτήρα του έργου και το «μήνυμά» του. Από τις καλύτερες του Τρίερ, και αυτή υποψήφια στις Κάνες, χωρίς να κερδίσει όμως βραβείο.

Manderlay (2005)

  Αποτελεί τη συνέχεια του Dogville, και δεύτερο μέρος της σχεδιαζόμενης τριλογίας «ΗΠΑ-Χώρα των ευκαιριών». Σκηνοθετικά είναι όπως και η προηγούμενη, σαν σε θεατρική σκηνή που, εκτός από το εφέ της αποστασιοποίησης επιτρέπει και ένα χαμηλό προϋπολογισμό.
  Μου θύμισε το Underground του Κουστουρίτσα, καθώς βλέπουμε και εδώ ένα χωριό μαύρων να αγνοεί, 70 χρόνια μετά, την κατάργηση της δουλείας. Ακόμη μου θύμισε τον «Καλό άνθρωπο του Σιτσουάν» του Μπρεχτ, με την Grace να θέλει να οργανώσει τους ελεύθερους πια μαύρους του Μαντερλέι.  
  Πρέπει να ομολογήσω ότι η ταινία με άφησε λιγάκι αμήχανο. Εν τάξει, η ελευθερία δεν έφερε και την πολυπόθητη ισότητα, οπωσδήποτε όχι την οικονομική, πράγμα που δείχνεται πιο χαρακτηριστικά στις εικόνες τέλους, με την Κου Κλουξ Κλαν κ.ά. Όμως οι ίδιοι οι μαύροι παρουσιάζονται σαν ανίκανοι να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους, με τη διαφθορά να ενδημεί ανάμεσά τους όπως σε κάθε κοινότητα λευκών. Η Grace κάποια στιγμή ομολογεί ότι το Μαντερλέι δεν διαφέρει από την Dogville. Στο τέλος περιμένουμε ότι θα έλθει ο πατέρας της να τους καθαρίσει, όπως έκανε και στη Dogville, αλλά δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι μαύροι έχουν σκοπό να την κρατήσουν με το ζόρι για να παίξει το ρόλο της πεθαμένης πια ιδιοκτήτριάς τους, της μεγάλης μητέρας, μιας αγαθής δικτατόρισσας, που θα τους διοικήσει προς όφελός τους βάζοντας μια τάξη στις υποθέσεις τους και στη ζωή τους γενικότερα. Τελικά θα καταφέρει να το σκάσει.
  Η ταινία μου άφησε μια αίσθηση ρατσισμού. Πιάσε τους λευκούς και κτύπα τους μαύρους.  Πανάθλια χώρα, δεν φάνηκε καθόλου σαν η χώρα των ευκαιριών όπως πράγματι είναι, το όνειρο κάθε μεξικανού, και όχι μόνο. Δεν εκπλήσσομαι που το τρίτο μέρος της τριλογίας δεν γυρίστηκε ποτέ.

The boss of it all (2006)

Δεν περίμενα από ένα σκηνοθέτη όπως ο Τρίερ να μας δώσει και κωμωδία, όμως αυτό έκανε με «Το αφεντικό όλων αυτών». Καθώς δεν με είδα να γελάω στην αρχή την αντιμετώπισα με καχυποψία, όμως εξελίχθηκε σε μια πολύ καλή κωμωδία, με ιδιαίτερα πρωτότυπο στόρι. Το αφεντικό της εταιρίας φορτώνει όλες τις δυσάρεστες για τους υπαλλήλους αποφάσεις στο «μεγάλο αφεντικό» που είναι στο εξωτερικό. Κάποτε όμως που αποφασίζει να πουλήσει την εταιρεία του και να πετάξει στο δρόμο τους υπαλλήλους του, ανάμεσα στους οποίους και τους έξι πιο στενούς του συνεργάτες, θα πρέπει να βρει ένα «μεγάλο αφεντικό» για να υπογράψει. Θα προσλάβει έναν ηθοποιό, που όμως όταν αποκαλύπτει τα σχέδιά του είναι εντελώς απρόθυμος στο ρόλο του. Θα τον βοηθήσει να τα βγάλει πέρα η πρώην του, που συμπτωματικά είναι η νομικός σύμβουλος της αγοράστριας εταιρείας. Όπως διαβάζω στον παραπάνω σύνδεσμο, είναι η ταινία που έτυχε της καλύτερης αποδοχής μετά το «Σπάζοντας τα κύματα».

Αντίχριστος (2009)

  Παρά τα τρία χρόνια που μεσολάβησαν, θεωρώ μεγάλο το άλμα, από την κωμωδία στο θρίλερ. Από αυτό το έργο και μετά (έχω ήδη δει τα δυο επόμενα) ο Τρίερ σκοτώνει τους ήρωές του. Επιμύθιο: μην εμπιστεύεστε τους ψυχολόγους, να εμπιστεύεστε τους χαπάκηδες τους ψυχίατρους. Αν άφηνε τη γυναίκα του με τα χάπια, θα είχε γλιτώσει τα χειρότερα. Πιστεύει ότι η κατάθλιψη που περνάει η γυναίκα του οφείλεται στο θάνατο του μικρού τους παιδιού. Όταν θα καταλάβει ότι η γυναίκα του δεν είναι καταθλιπτική αλλά ψυχωσική, θα είναι αργά γι’ αυτόν. Το έργο δεν το βλέπω καθόλου να εντάσσεται (μαζί με τα δυο επόμενα) στην «Τριλογία της κατάθλιψης», όπως διαβάζω στον παραπάνω σύνδεσμο. Δεν θα με εξέπληττε αν το έβλεπα να αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας της ψύχωσης.
  Δεν είμαι λάτρης του είδους, αλλά θα αρέσει πολύ σ’ αυτούς που τους αρέσουν τα θρίλερ.
 




Μελαγχολία (2011)
  Με λατινικούς χαρακτήρες, αλλά ελληνικός ο τίτλος. Αναφέρεται στην Justine, μια από τις δυο ηρωίδες του έργου, αδελφές. Η μελαγχολία της αποκαλύπτεται, ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος που έχει τίτλο Claire, το όνομα της αδελφής της, ότι είναι κάτι σοβαρότερο: βαριά κατάθλιψη.
  Ενώ το πρώτο μέρος είναι περίπου η ψυχογραφία μιας καταθλιπτικής, την ημέρα του γάμου της με όλα τα απροσδόκητα που μπορούν να συμβούν, το δεύτερο είναι ένα θρίλερ φαντασίας. Ένας passer by, αστεροειδής που θα περάσει δίπλα από τη γη, υπάρχει ενδεχόμενο να συγκρουστεί μαζί της καταστρέφοντας τα πάντα. Η αδελφή της είναι τρομοκρατημένη, ο γιος της αρχικά περίεργος αλλά αργότερα φοβισμένος, ενώ ο άντρας της κρύβει πολύ καλά το άγχος του. Όταν αντιλαμβάνεται το αναπόφευκτο τέλος, παρατηρώντας τον αστεροειδή με το μικροσκόπιό του, αυτοκτονεί με τα ηρεμιστικά χάπια της γυναίκας του. Το τέλος είναι ολότελα εντυπωσιακό: Οι τρεις εναπομείναντες, κρατούμενοι από τα χέρια, μέσα στη «μαγική σπηλιά», πάσσαλοι ενωμένοι στην κορυφή σε σχήμα κώνου, περιμένουν το αναπόφευκτο τέλος. Που έρχεται με τη μορφή μιας λαίλαπας από φωτιά, σκεπάζοντάς τους.
  Εντυπωσιακός ο Trier που, έχω καιρό να το γράψω αυτό, σαν μεγάλος σκηνοθέτης υπογράφει και το σενάριο. Και βέβαια η μουσική υπόκρουση με τις αργόσυρτες, μελαγχολικές μελωδίες του «Τριστάνου και της Ιζόλδης» ήταν εξαιρετική.

Nymphomaniac (2013)

Μια γυναίκα αφηγείται τις ερωτικές της περιπέτειες σε έναν ηλικιωμένο κύριο που την περιμάζεψε από χάμω όπου είχε πέσει κτυπημένη από τον πρώην φίλο της, ή μάλλον την «αρρώστια» της. Αυτός την ακούει με υπομονή και τη συμβουλεύει. Το τέλος είναι απροσδόκητο. Προσπαθεί να τη βιάσει. Στην έκπληξή της τής λέει «μα αφού έχεις πάει με τόσους άνδρες». Της έχει πει γιατί δεν κατάφερε να σκοτώσει τον πρώην της, γιατί δεν είχε βγάλει την ασφάλεια. Τώρα ξέρει, πυροβολεί και τον σκοτώνει. Ένα ολότελα απροσδόκητο τέλος, εκεί που φαινόταν η ταινία σαν ένα «δοκίμιο» πάνω στην νυμφομανία.