Book review, movie criticism

Monday, July 16, 2018

Φραντς Κάφκα, Αμερική


Φραντς Κάφκα, Αμερική (μετ. Νίκος Ματσούκας), Γράμματα 1983, σελ. 271


  Πήραμε σβάρνα τον Κάφκα, ακολουθώ όσο μπορώ την παροιμία «όταν είναι ζεστό το σίδερο κολλά», και αφού ξαναδιάβασα τη «Δίκη» και τον «Πύργο» είπα να διαβάσω και όσα άλλα έργα του έχω και δεν τα διάβασα ακόμη. Η «Αμερική» ήταν ένα από αυτά.
  Ατέλειωτη κι’ αυτή, ευτυχώς βρέθηκε στο χέρια του Μαξ Μπροντ, ο οποίος δεν υπάκουσε στην τελευταία επιθυμία του Κάφκα (ίσως να ήταν και η προ-τελευταία του, δεν ξέρω), να καταστρέψει όσα χειρόγραφα είχε στα χέρια του (Παρεμπιπτόντως, και ο Βιργίλιος είχε την ίδια επιθυμία για την «Αινιάδα», αλλά ο αυτοκράτορας απαγόρευσε στον φίλο του να την ικανοποιήσει. Πρέπει να τη διαβάσω κι αυτή κάποια στιγμή).
  Έχω υπόψη μου ότι γίνονται συχνές αναφορές στη «Δίκη» και στον «Πύργο», λιγότερες όμως στην «Αμερική». Για να επιβεβαιώσω ψάχνω στη google, και στην αναζήτηση μου βγάζει 648.000 για τη «Δίκη», 393.000 για τον «Πύργο» και 297.000 για την «Αμερική».
  Μπορώ να υποθέσω πού οφείλεται αυτό.
  Οι περισσότερες αναφορές στα δυο πρώτα μυθιστορήματα έχουν να κάνουν με την πλοκή, που το φανταστικό της τοποθετείται σε μια εφιαλτική οργουελική μελλοντική εποχή. Αλλά ενώ ο Ζόζεφ Κ. προκαλεί τον έλεό μας εξαιτίας του τραγικού του τέλους (ο Κάφκα έγραψε το τελευταίο κεφάλαιο), ο Κ. όχι ιδιαίτερα, αφού αυτός δεν κατηγορείται, αλλά απλά μπλέκει στα γρανάζια της γραφειοκρατικής μηχανής του πύργου με αποτέλεσμα να περνάει πολλές ταλαιπωρίες. Εδώ δεν υπάρχει τέλος για να μάθουμε αν κατάφερε κάτι τελικά.  
  Στην «Αμερική» αντίθετα δεν υπάρχει τίποτα το φανταστικό. Ο Κάφκα είχε ακούσει πολλές ιστορίες για την Αμερική από συγγενείς του μετανάστες, που μάλλον απετέλεσαν το κίνητρο για να γράψει το μυθιστόρημα.
  Όμως και τα τρία έχουν κάτι κοινό: τον ταλαιπωρημένο ήρωα. Εδώ ο Καρλ δεν αντιμετωπίζει ένα «Πύργο» ή ένα σκοτεινό δικαστήριο, αλλά την κακομεταχείριση συγκεκριμένων ανθρώπων, κακομεταχείριση που κάποιες φορές παίρνει τη μορφή της σωματικής βίας.
  «Τώρα ο αρχιθυρωρός μπορούσε να ξεθυμάνει, αυτό που δεν μπορούσε να το πετύχει πρώτα με τη συζήτηση. Έπιασε τον Καρλ από το μπράτσο, όχι όμως με χέρι ήρεμο, έτσι που να ’ναι υποφερτό, κάθε άλλο! Το ξέσφιγγε μια στιγμή κι ύστερα το ’σφιγγε πιο δυνατά και ακατάπαυτα πιο δυνατά, χωρίς να λέει να σταματήσει, μια που είχε φυσικά και μεγάλη σωματική δύναμη. Τα μάτια του Καρλ άρχισαν να θολώνουν. Και σα να μην έφτανε αυτό, σα να είχε πάρει κι αυτή την εντολή, τον τραβούσε συνάμα, τον σήκωνε ψηλά, τον τράνταζε άγρια…» (σελ. 155-156).
  Μια υπηρέτρια στο σπίτι του κυριολεκτικά τον βιάζει. Περιγράφει με αποστροφή αυτή την εμπειρία. Αυτή μένει έγκυος και αυτός, δεκαεξάχρονος νεαρός, κυριολεκτικά εκδιώκεται από τους γονείς του ως μετανάστης στην Αμερική. Ένας πάμπλουτος θείος θα τον πάρει υπό την προστασία του, αλλά θα τον εκδιώξει και αυτός για ασήμαντη αφορμή. Στο μεταξύ όμως έχει μάθει πολύ καλά τα αγγλικά, και έτσι θα μπορέσει να βρει δουλειά χάρη σε μια καλή μαγείρισσα, σαν λιφτμπόι σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο. Πιο πριν όμως είχε υποστεί την κακομεταχείριση από δυο αλήτες, πρόπλασμα των βοηθών του Κ. στον «Πύργο». Μια επόμενη συνάντησή τους θα αποβεί μοιραία για τον Καρλ. Θα χάσει τη δουλειά του στο ξενοδοχείο και θα πέσει στα χέρια τους, ή μάλλον στα νύχια τους, όπου θα υποφέρει τα πάνδεινα.
  Το πώς ξέφυγε δεν μας το λέει ο Κάφκα, προφανώς δεν είχε σκεφτεί ακόμη τον τρόπο. Όμως τους ξέφυγε, γιατί στο τελευταίο κεφάλαιο τον βλέπουμε να προσλαμβάνεται από ένα θίασο που εδρεύει στην Οκλαχόμα, ο οποίος προσλαμβάνει όλους όσους ζητούν δουλειά.
  Ύποπτο για τον αναγνώστη, αλλά και για τον Καρλ, που όμως δεν έχει πολλές επιλογές.
  Δεν μαθαίνουμε τελικά τι σόι ήταν αυτός ο θίασος. Ο Μαξ Μπροντ όμως, στον επίλογό του, μας λέει ότι ο Κάφκα σκόπευε να δώσει χάπι εντ στο μυθιστόρημά του. Θα έδειχνε τον Καρλ να ξεφεύγει από τα νύχια του θιάσου και να πέφτει επί τέλους σε καλά χέρια; Το ότι ο Κάφκα παράτησε τη συγγραφή του για να ασχοληθεί με τον «Πύργο» και αργότερα με τη «Δίκη» δείχνει ότι το τέλος που σχεδίαζε τον έφερε σε αμηχανία. Ένα χάπι εντ, το ξέρουμε καλά τώρα, θα ήταν ιδιαίτερα αντικαφκικό.
  Υφολογικά είναι ο γνωστός μας Κάφκα: διεξοδικός στην αφήγηση και στην περιγραφή, χωρίς καθόλου λογοτεχνικές φιοριτούρες.
  Και ένα ακόμη χαρακτηριστικό απόσπασμα.
    «Ωστόσο μέσα σ’ αυτό τον κλοιό κυριευόταν από μια αγωνία αόριστη που σα δυνάμωνε έκανε τα μάτια του να θαμπώνουν» (σελ. 74).
  «Αγωνία αόριστη». Αυτό μπορεί να γενικευθεί σαν γενική διάθεση του Καρλ, που στέκει μετωνυμικά για τον σύγχρονο άνθρωπο, και οπωσδήποτε για τον ίδιο τον Φραντς. Τώρα αν αυτή η αγωνία έχει ψυχολογικές ρίζες όπως θα έλεγε ο Φρόιντ ή υπαρξιακές-μεταφυσικές όπως θα έλεγε ο Γιάλομ, δεν έχει ίσως και τόση σημασία.
  Είδαμε και την τηλεταινία του Zbyněk Brynych «Amerika oder der Verschollene», Αμερική ή ο χαμένος (1969, υπάρχει στο διαδίκτυο με γερμανικούς υπότιτλους).
  Είπαμε, ο Κάφκα είναι διεξοδικός στις αναλύσεις και τις περιγραφές του, τα επεισόδια είναι λίγα, έτσι ο περισσότερος διάλογος χώρεσε στη δίωρη τηλεταινία. Με τη λογική ενός θεατρικού έργου τόσο η κάμερα όσο και οι ήρωες κινούνται ελάχιστα. Δεν ξέρω γιατί θυμήθηκα βλέποντάς την τον Φασμπίντερ. Θα σημειώσω το τέλος, ένα μονόπλανο με το βλέμμα του Καρλ να κοιτάζει έξω από τον σιδηρόδρομο που τον μεταφέρει στην Οκλαχόμα, σχεδόν δυόμισι λεπτών. Το ίδιο μονόπλανο είδαμε σαν εφέ τέλους και στη «Δίκη» του Κονσταντίν Σιλιβέρστοβ, με την κάμερα ακίνητη να παρατηρεί για πολύ ώρα τους δυο εκτελεστές που απομακρύνονται στο δρόμο και χάνονται μέσα στο πλήθος.
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, που βέβαια πιστώνονται στον μεταφραστή.
Πριν να τα κάνει όλα αυτά χαμήλωσε τα μάτια (σελ. 45)
Πηγαίνετε τον νεαρό στη δεσποινίδα Κάρλα (σελ. 77)
Κι έπεσε το κεφάλι του ξανά στο μαξιλάρι (σελ. 91)
Να πίνουν δυνατά ποτέ σε κάθε ευκαιρία (σελ. 104)
Θα βρισκόταν άλλοτε μια τέτοια ευκαιρία (σελ. 123)
Με μάτια όλο προσοχή κάτι ν’ ανακαλύψουν (σελ. 167)
Να έφευγες αθέατος από μια άλλη πόρτα (172)
Πλησίασε ένα παιδί με φαγωμένη μύτη (179)
Κλεισμένα ακόμα βλέφαρα και σαν απελπισμένη (192)
Και πέρασαν λίγα λεπτά μέχρι να ησυχάσουν (238)
Τ’ απότομα ξεσπάσματα της άγριας φωνής του (240)
Εκεί στην άκρη της αυλής με το σωρό εκείνο (266)

Στο απροσπέλαστο βάθος των δρόμων (σελ. 98, ανάπαιστος)
Θα σου έδειχνα εγώ/ πώς μπορεί κανείς να λούσει (σελ. 254, τροχαίος)
Κι όταν κανείς το συνήθιζε (σελ. 266 δάχτυλος)

Post a Comment