Book review, movie criticism

Tuesday, July 10, 2018

Φραντς Κάφκα, Τα μπλε τετράδια


Φραντς Κάφκα, Τα μπλε τετράδια (μετ. Γιώργος Βαμβαλής), Επίκουρος 1982, σελ. 101


  Από τα οκτώ πρώτα ημερολογιακά τετράδια (στο σύνολό τους είναι δώδεκα) επιλέγει ο μεταφραστής, υποθέτω, για να μεταφράσει. Στο γερμανικό πρότυπο είναι 400 σελίδες, σίγουρα το σύνολό τους. Κάποιες καταγραφές τις έχω ήδη διαβάσει στους «Αφορισμούς». Και, πρέπει να πω εδώ, τα τετράδια μου άρεσαν περισσότερο από τους «Αφορισμούς». Ο λόγος; Δεν περιέχονται μόνο αφορισμοί αλλά και αυτοβιογραφικές εικόνες, και κυρίως bonsai διηγήματα. Ξαναβλέπουμε για άλλη μια φορά το λιτό ύφος και την μεγάλη φαντασία, που πετάει σχεδόν πάντα στην εκείθεν περιοχή του φανταστικού.
  Θα παραθέσουμε κάποια από αυτά που έχουμε υπογραμμίσει.
  «Ένα λάθος. Δεν ήταν η πόρτα μου αυτή, που άνοιξα πάνω στον μακρύ διάδρομο. “Λάθος”, είπα κι έκανα να βγω πάλι έξω. Είδα τον ένοικο, έναν αδύνατο σπανό άνδρα, να κάθεται σ’ ένα τραπεζάκι, πάνω στο οποίο ήταν μια λάμπα πετρελαίου μόνο» (σελ. 9).
  «Στο σπίτι μας, σ’ αυτό το τεράστιο συνοικιακό σπίτι, μια εργατική πολυκατοικία, που αναδύθηκε μέσα από ανθεκτικά μεσαιωνικά ερείπια, μένει στον ίδιο διάδρομο με μένα, μια εργατική οικογένεια, ένας γραφιάς σε δημόσιο γραφείο. Τον λένε βέβαια υπάλληλο, αλλά δεν είναι παρά ένας απλός γραφιάς, που μέσα στη φωλιά του ξένου ζευγαριού και των έξι παιδιών του περνάει τις νύχτες του πάνω σ’ ένα αχυρένιο στρώμα κατάχαμα. Σ’ αυτό εδώ το σπίτι, όπου μαζεύεται η δυστυχία που ξεβράζει η πόλη, υπάρχουν σίγουρα πάνω από εκατό άνθρωποι…» (σελ. 11).
  «Περιπλανιέμαι.
  Ο αληθινός δρόμος περνάει πάνω από ένα τεντωμένο σκοινί, που δεν είναι απλωμένο ψηλά παρά μόλις λίγο πάνω από το έδαφος. Φαίνεται πώς πιο πολύ είναι εδώ για να σκοντάφτει κανείς πάνω του παρά για να περπατάει» (σελ. 19-20).
  «Η ατυχία του Δον Κιχώτη δεν είναι η φαντασία του, αλλά ο Σάντσο Πάντσα» (σελ. 21).
  «Επιστολές του Βαν Γκογκ» (σελ. 42).
  Να δούμε πότε θα τις διαβάσω εγώ.
  «Κοιμήθηκα άσχημα, κοπιαστική μέρα (σελ. 42).
  «Οι έγνοιες, με το βάρος των οποίων ο προνομιούχος δικαιολογείται απέναντι στον καταπιεσμένο, είναι ακριβώς οι έγνοιες για τη διατήρηση της προνομιακής θέσης» (σελ. 43).
  «Ο Ποσειδώνας βαρέθηκε τις θάλασσές του. Η τρίαινα του ξέφυγε από τα χέρια. Ήρεμος καθόταν σε βραχώδη ακτή και ένας από την παρουσία του μαγεμένος γλάρος έκανε ακανόνιστους κύκλους πάνω από το κεφάλι του» (σελ. 70-71).
  «Αν σε λίγο πεθάνω ή γίνω εντελώς ανίκανος για τη ζωή – αυτή η πιθανότητα είναι μεγάλη, γιατί τις δυο τελευταίες νύχτες είχα ανησυχητικές αιμοπτύσεις – μπορώ να πω, πως κατακρεούργησα ο ίδιος τον εαυτό μου. Κι αν ο πατέρας μου παλιότερα με άγριες, αλλά κενές απειλές συνήθιζε να μου λέει: Θα σε σκίσω σαν ψάρι – στ’ αλήθεια, όμως, δεν με άγγιζε ούτε με το δαχτυλάκι του – να που πραγματοποιείται τώρα η απειλή χωρίς τη δική του συμβολή. Ο κόσμος – η Φ. είναι εκπρόσωπός του – και το Εγώ μου ξεσκίζουν σε άλυτη διαμάχη το σώμα μου» (σελ. 74).
  Η Φ. προφανώς είναι η Φελίτσια.
  Να παραθέσω κι ένα από τα ποιήματά του.
  «Ό,τι αγγίζω, μαραίνεται.

  «Η χρονιά του πένθους πέρασε,
  Τα φτερά των πουλιών αλάφρυναν.
  Το φεγγάρι φάνηκε σε κρύες νύχτες,
  μυγδαλιά κι ελιά ωρίμασαν από καιρό.

  Η ευεργεσία των χρόνων (σελ. 76).

  «Βράδυ στο ποτάμι. Μια βάρκα στο νερό. Ήλιος που δύει μέσα στα σύννεφα» (σελ. 79).
  Χάι κου αυτό.
  Παρόμοιο και το επόμενο:
  «Έρημα χωράφια, έρημη πεδιάδα, πίσω από την ομίχλη το αμυδρό πράσινο του φεγγαριού» (σελ. 101).
  Έχω γράψει κι εγώ ημερολόγια, σαν φοιτητής. Μετά το στρατό, οι καταγραφές σπανίζουν. Στα είκοσί μου έγραψα και μια αυτοβιογραφία. Πολύ αργότερα, νοιώθοντας την ανάγκη να γράψω πάλι πιο προσωπικά, έγραψα τα Rien. Riens autobiographiques, κατά το Riens philosophiques του Κίρκεγκορ, βιβλίο που αγόρασα φοιτητής αλλά δεν εδέησε να το διαβάσω.
    

Post a Comment