Book review, movie criticism

Wednesday, July 11, 2018

Φραντς Κάφκα, Ο καλλιτέχνης της πείνας και άλλα διηγήματα


Φραντς Κάφκα, Ο καλλιτέχνης της πείνας και άλλα διηγήματα (μετ. Κώστας Προκοπίου) Γράμματα, χ.χ. σελ. 96)


  Το πρώτο διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή είναι ένα φανταστικό διήγημα που λειτουργεί ως παραβολή για τον κόσμο των καλλιτεχνών που γνωρίζουν μια μεγάλη άνοδο, η οποία όμως συχνά ακολουθείται από μια εξίσου μεγάλη πτώση (θυμήθηκα το «Γυρίζω σπίτι» του Μανουέλ ντε Ολιβέιρα που πραγματεύεται το ίδιο θέμα).
  Ο καλλιτέχνης της πείνας επιδεικνύεται σε ένα κλουβί, μέσα στο οποίο μένει νηστικός. Κάθε μέρα που περνάει αναγράφεται στο κλουβί. Ο κόσμος έρχεται και θαυμάζει. Όμως ο ιμπρεσάριος δεν τον αφήνει να μείνει νηστικός για παραπάνω από 40 μέρες, όχι γιατί κινδυνεύει η υγεία του αλλά γιατί ο κόσμος αρχίζει να χάνει το ενδιαφέρον του.
  Με την πάροδο των χρόνων το κοινό παύει σιγά σιγά να ενδιαφέρεται για τον καλλιτέχνη της πείνας, όπως χάνει κάθε ενδιαφέρον για ένα τραγουδιστή για παράδειγμα, όταν έχει περάσει πια η μόδα του. Βρίσκει δουλειά σε ένα τσίρκο, σαν καλλιτέχνης της πείνας, αλλά όχι σαν κύριο νούμερο. Το κλουβί του το βάζουν εκεί που είναι τα κλουβιά με τα ζώα, ώστε από αυτούς που περνούν να δουν τα ζώα, ίσως κάποιοι δείξουν ενδιαφέρον και γι’ αυτόν. 
  Δεν ξέρω πότε γράφηκαν αυτά τα διηγήματα, αλλά βλέπω ότι και με το δεύτερο διήγημα που έχει τον τίτλο «Ο αγροτικός γιατρός» ο Κάφκα φλερτάρει με το φανταστικό. Πάλι βλέπουμε τον ταλαιπωρημένο ήρωα, που πρωταγωνιστεί σχεδόν μόνιμα στα έργα του.
  Εδώ είναι ένας ηλικιωμένος γιατρός. Τον καλούν για μια επίσκεψη, αλλά το άλογό του έχει ψοφήσει και είναι αδύνατον να πάει με αυτόν τον χιονιά. Και κανείς από το χωριό δεν είναι διατεθειμένος να του δανείσει το άλογό του. Από το πουθενά εμφανίζεται ένας αμαξάς που του προσφέρει την άμαξα. Έχει βάλει στο μάτι την νεαρή υπηρέτριά του. Ο γιατρός δεν θέλει να τον αφήσει πίσω, αλλά τα άλογα πετάνε σαν αστραπή και σε χρόνο μηδέν βρίσκονται στον άρρωστο. Αυτός έχει μια περίεργη πληγή, εκ γενετής, στο μηρό του, που είναι γεμάτη σκουλήκια. Καθησυχάζει τον άρρωστο, και τελικά ξεφεύγει από αυτή την περίεργη οικογένεια που δεν τον άφηναν να φύγει. Όμως δεν επιστρέφει σπίτι του, έχει χάσει το δρόμο, και μάλλον είναι καταδικασμένος, σαν τον ιπτάμενο ολλανδό, να περιφέρεται με αυτή την περίεργη άμαξα για πάντα.
  «Γυμνός, εγώ ο γέρος άνθρωπος, περιπλανιέμαι εδώ κι εκεί, μέσα στην παγωνιά αυτής της δυστυχισμένης ηλικίας, με ένα γήινο αμάξι και με εξωγήινα άλογα» (σελ. 28).
  Είχα την υποψία, αλλά διαβάζοντας και αυτό το διήγημα έχω πια τη βεβαιότητα: αυτά τα διηγήματα τα έχω ξαναδιαβάσει, αλλά σίγουρα πάνε πάρα πολλά χρόνια. [Πριν 11 χρόνια. Περιέχεται στη «Μεταμόρφωση», αλλά στην κριτική που ανάρτησα έκανα μια απλή αναφορά σ’ αυτό. Έγραψα για το βιβλίο τις 7-10-2007 χωρίς να σκοπεύω να αναρτήσω, και γι’ αυτό δεν υπάρχει βιβλιογραφική αναφορά. Δεν αναφέρομαι επίσης στον «Καλλιτέχνη της πείνας», αν και πρέπει να τον διάβασα κι αυτόν εκεί. Αναφέρθηκα όμως στους «11 γιους», για τους οποίους γράφω πιο κάτω].
  Το επόμενο διήγημα, δισέλιδο, έχει τίτλο «Στη γαλαρία».
  Περιγράφεται μια γυναίκα στο τσίρκο, που πάνω σε ένα άλογο κάνει επικίνδυνα ακροβατικά, και στο τέλος κάνει με επιτυχία το salto mortale. Το κοινό χειροκροτεί και «ο νεαρός της γαλαρίας γέρνει κι ακουμπά το πρόσωπό του πάνω στα κάγκελα και στο τέλος της παράστασης, βυθισμένος σ’ ένα φοβερό όνειρο, κλαίει χωρίς να ξέρει το λόγο» (σελ. 30).
  Έτσι τελειώνει το διήγημα.
  Το επόμενο έχει τίτλο «Μπροστά στο νόμο».
  Είναι το διήγημα που έχει ενσωματώσει ο Κάφκα στη «Δίκη», αρκετά διάσημο.
  Ο χωρικός θέλει να δει τον νόμο. Ο θυρωρός του απαγορεύει να περάσει. Περιμένει χρόνια ολόκληρα, μήπως ο θυρωρός αλλάξει γνώμη. Τελικά, ετοιμοθάνατος, ρωτά γιατί δεν ήλθε κανείς άλλος να δει τον νόμο. Και το διήγημα τελειώνει με την απάντηση του θυρωρού: «Κανείς άλλος δεν μπορούσε να γίνει δεκτός στο νόμο, γιατί η πόρτα αυτή ήταν μόνο για σένα προορισμένη. Τώρα θα την κλείσω» (σελ. 32).
  Το επόμενο διήγημα είναι «Οι έντεκα γιοι».
  Στο διήγημα αυτό ο πατέρας δίνει τα πορτραίτα των έντεκα γιων του. Σε όλους θα βρει ψεγάδια. Το πορτραίτο του 7ου γιου πλησιάζει πολύ την προσωπογραφία του Κάφκα.
  Νομίζω ότι εδώ ο Κάφκα βγάζει το άχτι του με τον πατέρα του, πριν τον κατηγορήσει ανοιχτά στο «Γράμμα στον πατέρα». Τέτοιο στραβόξυλο που είναι ο πατέρας του, όποιο και να είχε γιο θα του φερόταν με απαίσιο τρόπο. [Τι σου είναι η πρόσληψη!!! Πριν έντεκα χρόνια θεώρησα ότι το πορτραίτο του Κάφκα είναι ο 11ος γιος].
  «Ανακοίνωση σε μια Ακαδημία» είναι το επόμενο διήγημα, με έντονα φιλοζωικό χαρακτήρα.
  Την ανακοίνωση την κάνει ένας άνθρωπος που πριν πέντε χρόνια ήταν πίθηκος. Αφηγείται τη ζωή του, από τη στιγμή της αιχμαλωσίας του μέχρι εκείνη τη στιγμή. Οι σατιρικές αιχμές είναι εμφανείς, ιδιαίτερα στο επεισόδιο που ένας ναύτης τον μαθαίνει να πίνει μπύρα με το μπουκάλι.
  Όταν τέλειωσε το ταξίδι κατάλαβε ότι είχε δυο επιλογές: ζωολογικός κήπος ή βαριετέ. «Είπα στον εαυτό μου: βάλε τα δυνατά σου να πας στο βαριετέ. Αυτή είναι η διέξοδος. Ο ζωολογικός κήπος είναι ένα άλλο κλουβί. Αν μπεις μέσα, είσαι χαμένος. Έτσι μάθαινα, κύριοί μου. Αχ, μαθαίνει κανείς όταν είναι ανάγκη· μαθαίνει όταν ζητά διέξοδο. Κι η μάθηση είναι αμείλικτη. Επιστατεί τον εαυτό του με το μαστίγιο. Στην πιο μικρή αντίσταση, ξεσκίζει τις σάρκες του. Η πιθηκίσια μου φύση εκτοξευόταν στα ύψη με εκρηκτική δύναμη. Γιαυτό ο πρώτος μου δάσκαλος έγινε κι αυτός πίθηκος· άφησε τα μαθήματα και τον έκλεισαν στο φρενοκομείο. Ευτυχώς γύρισε πάλι γρήγορα» (σελ. 48).
  Το απόσπασμα αυτό το παρέθεσα για το χιούμορ που υπάρχει στο τέλος· που με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι η πρόζα του Κάφκα είναι εντελώς αγέλαστη, κάτι βέβαια που δεν εκπλήσσει.
  Και ένα τελευταίο: «Έχει στη ματιά της [η χιμπαντζίνα φίλη του] το παραλήρημα του φοβισμένου και γυμνασμένου ζώου» (σελ. 49).
  Αλήθεια, έχει παρατηρήσει κανείς ανάλογο βλέμμα στα ζώα στα κλουβιά;
  Το επόμενο διήγημα είναι επίσης από τα πιο γνωστά του. Έχει τίτλο «Στην αποικία των καταδίκων».   Είναι και το μεγαλύτερο της συλλογής, 32 σελίδες.
  Τέσσερα πρόσωπα είναι οι κύριοι χαρακτήρες σ’ αυτό: ο υψηλός ξένος που κλήθηκε να πει τη γνώμη του για το σύστημα δικαιοσύνης της αποικίας, ο αξιωματικός, ο στρατιώτης και ο καταδικασμένος σε θάνατο. Ο αξιωματικός εξηγεί στον ξένο το μηχανισμό της μηχανής εκτέλεσης, επινόηση του προηγούμενου διοικητή, που είναι ταυτόχρονα και μηχανή βασανισμού πριν από την εκτέλεση. Ο καινούριος διοικητής, του λέει, είναι αντίθετος, και γι’ αυτό του ζητάει να συνηγορήσει για να μην την καταργήσει. Ο ξένος αρνείται.
  Μέχρι εδώ σκεφτόμουν ότι το διήγημα αποτελούσε μια σατιρική εικονογράφηση πρακτικών του παρελθόντος, όταν οι εκτελέσεις γινόντουσαν δημόσιο θέαμα-τέτοιο ήταν την εποχή του προηγούμενου διοικητή. Όμως το διήγημα εξελίσσεται σε γκροτέσκο. Ο αξιωματικός, βλέποντας ότι δεν έχει τη συμπαράσταση του ξένου, βγάζει τον κατάδικο από το μηχάνημα και παίρνει ο ίδιος τη θέση του. Το μηχάνημα, ξεχαρβαλωμένο, επιταχύνει τη διαδικασία της εκτέλεσης από το δωδεκάωρο που προβλεπόταν σε ελάχιστα λεφτά. Σε λίγο ο αξιωματικός είναι νεκρός.
  Πηγαίνουν στο καφενείο, όπου κάτω από ένα τραπέζι βρίσκεται θαμμένος ο παλιός διοικητής. Εκεί υπάρχει μια επιγραφή που λέει: «Εδώ αναπαύεται ο παλιός διοικητής. Οι οπαδοί του, που δεν επιτρέπεται τώρα να έχουν κανένα όνομα, του έσκαψαν τον τάφο και του έβαλαν την πέτρα. Υπάρχει μια προφητεία, πώς ο διοικητής ύστερα από ορισμένα χρόνια θα αναστηθεί κι απ’ αυτό το σπίτι θα οδηγήσει τους οπαδούς για την κατάκτηση της αποικίας. Πιστεύετε και περιμένετε!» (σελ. 81).
  Λέτε;
  Το τελευταίο διήγημα έχει τον τίτλο «Η κρίση».
  Αρκετά γκροτέσκο και αυτό.
  Ο Γκέοργκ αναρωτιέται αν θα πρέπει να γράψει στο φίλο του που βρίσκεται στη Ρωσία, αποτυχημένος μετανάστης όπως πιστεύει, για τον αρραβώνα του. Τελικά αποφασίζει να του γράψει. Ενημερώνει το γέρο πατέρα του. Αυτός οργίλος, του βάζει τις φωνές. Και μαθαίνουμε μυστικά.
  Την αρραβωνιαστικιά του την έκλεψε από το φίλο του. Ο φίλος του δεν ήταν ο αποτυχημένος που νόμιζε, ο πατέρας του ήταν ο εμπορικός του αντιπρόσωπος στην πατρίδα. Τα δικά του γράμματα διάβαζε, όχι του γιου του. Και καταλήγει: «Ήσουν βέβαια ένα αθώο παιδί, ήσουν όμως οπωσδήποτε κι ένας διαβολικός άνθρωπος! Γιαυτό μάθε το: σε καταδικάζω τώρα σε θάνατο, να πνιγείς!» (σελ. 95).
  Το αλλόκοτο της ιστορίας είναι ότι ο Γκέοργκ πηγαίνει και πέφτει από τη γέφυρα στο ποτάμι και πνίγεται.
  Έχουμε ήδη γράψει για τα τρία μεγάλα του μυθιστορήματα, όμως θα αναρτήσουμε μόλις δούμε και τις ταινίες.

Post a Comment