Book review, movie criticism

Sunday, March 19, 2017

Franz Kafka, Η μεταμόρφωση, Το σινικό τοίχος, Γράμματα στη Μίλενα, Γράμμα στον πατέρα



Φράντς Κάφκα (1883-1924), Η μεταμόρφωση.

  Τη «Δίκη» και το «Κάστρο» τα διάβασα πριν πάρα πολλά χρόνια. Στη βιογραφία του Κάφκα με είχε εντυπωσιάσει το γεγονός ότι σώθηκαν σαν από θαύμα. Ετοιμοθάνατος ο Κάφκα, είχε παρακαλέσει το φίλο του και μετέπειτα βιογράφο του Max Brod να καταστρέψει τα χειρόγραφα. Αυτός πήγε στην κόλαση γιατί αγνόησε την επιθυμία του φίλου του, αλλά ο Δάντης μεσολάβησε και μεταφέρθηκε στον παράδεισο, γιατί πρόσφερε στην ανθρωπότητα δυο από τα μεγαλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: Τη «Δίκη», η οποία εκδόθηκε ένα χρόνο μετά το θάνατο του συγγραφέα, και τον «Πύργο», που εκδόθηκε μετά από δυο χρόνια.
  Η «Μεταμόρφωση» βρισκόταν επί χρόνια στο ράφι των τύψεων, μέχρι που πρόσφατα αποφάσισα να τη διαβάσω, πριν ένα μήνα περίπου. Αυτό που γράφει η Wikipedia, ότι οι πρώτες γραμμές της έχουν γίνει διάσημες και παρατίθενται συχνά, είναι κάτι που το έχω επιβεβαιώσει εδώ και πολλά χρόνια:
As Gregor Samsa awoke one morning from uneasy dreams he found himself transformed in his bed into a gigantic insect. The original German is this:
Als Gregor Samsa eines Morgens aus unruhigen Träumen erwachte, fand er sich in seinem Bett zu einem ungeheueren Ungeziefer verwandelt.
  Πριν ξεκινήσω να γράφω αυτές τις γραμμές είπα να ρίξω μια ματιά στην Encyclopaedia Britannica, στη βιογραφία του συγγραφέα. Από εκεί επιλέγω δυο φράσεις που φωτίζουν ένα από τα βασικά θέματα του έργου: την απελπισία του Κάφκα που δεν γνώρισε την αποδοχή και την αγάπη του πατέρα του. Η απελπισία αυτή εκδραματίζεται σε τρία από τα διηγήματα της συλλογής. Οι φράσεις αυτές είναι: (για τον πατέρα του)  belonged to a race of giants and was an awesome, admirable, but repulsive tyrant. Και: may be sought after and begged in vain for approval. Αναζητάει την επιδοκιμασία του, γράφει η Encyclopaedia Britannica, ενώ πιο σωστό νομίζω είναι ότι αναζητάει την αγάπη του.
  Η αναζήτηση της πατρικής αγάπης και επιδοκιμασίας μοιάζει με μια απωθημένη επιθυμία, που εμφανίζεται μεταμφιεσμένη, σαν νευρωσικό σύμπτωμα, στο φανταστικό των διηγημάτων του. Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, μήπως η λογοτεχνία ολόκληρη δεν είναι παρά μια μεταμόρφωση απωθημένων λίγο πολύ επιθυμιών, οι οποίες όμως, όπως κάθε απώθηση, πασχίζουν ταυτόχρονα να αποκαλυφτούν αλλά και να κρυφτούν, σαν νευρωσικό σύμπτωμα;
  Τρία από τα διηγήματα αποκαλύπτουν, υπό το φως της βιογραφίας, τη θεματική αυτή. Είναι χαρακτηριστικό το τέλος του διηγήματος που δίνει τον τίτλο στη συλλογή. Παρουσιάζεται η οικογένεια του μεταμορφωμένου σε έντομο ήρωα να νοιώθει ανακουφισμένη μετά το θάνατό του. Στην «Κρίση» ο ήρωας σιγοφωνάζει πέφτοντας από τη γέφυρα για να αυτοκτονήσει: « ‘Αγαπημένοι μου γονείς, κι όμως πάντοτε σας αγαπούσα’. Εκείνη τη στιγμή η κυκλοφορία πάνω στη γέφυρα ήταν αφάνταστα μεγάλη». Έτσι τελειώνει το διήγημα.
  Όμως το φαινόμενο της μεταμφίεση της απωθημένης επιθυμίας που αγωνίζεται να βγει στο φως δεν εκφράζεται πουθενά πιο χαρακτηριστικά από ότι στο διήγημα «Οι έντεκα γιοι».
  Πρόκειται για ένα εξαιρετικά πρωτότυπο διήγημα. Έχουμε έναν πατέρα να παρουσιάζει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση τα πορτρέτα των έντεκα γιων του, ενώ απουσιάζει παντελώς η πλοκή. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν διδακτικό υλικό στη διδασκαλία της προσωπογραφίας. Ο Κάφκα στον ενδέκατο γιο δίνει το δικό του πορτρέτο, την αυτοπροσωπογραφία του. «Μερικές φορές με κοιτάζει σα να θέλει να μου πει: θα σε πάρω μαζί μου πατέρα. Κι εγώ σκέφτομαι: Είσαι ο τελευταίος που θα εμπιστευόμουν». Υπάρχει καλύτερη έκφραση της αγάπης του γιου, αλλά και της απόρριψής του από τον πατέρα; Τα υπόλοιπα δέκα πορτρέτα λες και φτιάχτηκαν για να μπερδέψουν τον αναγνώστη ως προς τη σημασία του τελευταίου.
  Η θεματική αυτή εντάσσεται στη γενικότερη θεματική της οποίας αποτελεί υποκατηγορία, όχι μόνο αυτών των διηγημάτων, αλλά και του συνολικού έργου του Κάφκα: τη θεματική της ματαίωσης, της αποτυχίας, είτε αυτή αναφέρεται στον έρωτα, όπως στο συντομότατο (μιας σελίδας) διήγημα «Στη γαλαρία», είτε γενικά στη ζωή, όπως στο «Ένας αγροτικός γιατρός». Τα έργα του Κάφκα, κινούμενα στα όρια του φανταστικού, αποτελούν μια αλληγορία του πραγματικού. 

Μπάμπης Δερμιτζάκης, 7-10-2007

Franz Kafka, Το σινικό τοίχος και άλλα διηγήματα (μετ. Γιώργος Βαμβαλής) Επίκουρος 1981, σελ. 88

  Στον μικρό αυτό τόμο περιλαμβάνονται διηγήματα που εξέδωσε μετά το θάνατο του Κάφκα ο φίλος του Μαξ Μπροντ.
  Και στα διηγήματα αυτά βλέπουμε την θεματική που κατατρύχει τον Κάφκα σχεδόν σε όλα του τα έργα: το άτομο, ανυπεράσπιστο μπροστά σε δυνάμεις που το ξεπερνούν.
  Το εκτενές διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή αποτελεί μια από τις εξαιρέσεις. Εδώ δεν υπάρχει η απειλή αλλά η αποξένωση ανάμεσα στον αυτοκράτορα και το λαό του.  
  Στο τετρασέλιδο «Η στρατολόγηση» βλέπουμε τη βία της εξουσίας, αλλά και τη μαγνητική επίδραση που ασκεί συχνά στα θύματά της (κάπου πρόσφατα έχω γράψει για το σύμπλεγμα «ταύτιση με τον επιδρομέα», νομίζω στην κριτική μιας ταινίας ενός αφρικανού σκηνοθέτη).
  Το δισέλιδο «Το κτύπημα στην πόλη» δεν χρειάζεται να το σχολιάσουμε. Θα παραθέσουμε μόνο τρία αποσπάσματα.
  «Αργότερα είπαν, όχι μόνο στην αδελφή μου, αλλά και εναντίον μου ως αδελφού θα απαγγελθεί κατηγορία» (σελ. 29).
  «Καθώς όμως πέρασα το κατώφλι της κάμαρας, είπε ο δικαστής, που είχε πηδήξει μπροστά και με περίμενε κιόλας: “Αυτόν τον άνθρωπο τον λυπάμαι”. Ήταν όμως πέρα από κάθε αμφιβολία πως μ’ αυτό δεν εννοούσε την τωρινή μου κατάσταση, αλλά τι μου ’μελλε να πάθω» (σελ. 30).
  Και το διήγημα κλείνει: «Μπορούσα εγώ ακόμα ν’ αναπνέω άλλον αέρα εκτός απ’ αυτόν της φυλακής; Τούτο είναι το μεγάλο ερώτημα ή, μάλλον, θα ήταν, αν είχα ακόμα ελπίδα διαφυγής» (σελ. 30).
  Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής της δισέλιδης «Δοκιμασίας» μας λέει ότι είναι υπηρέτης. Το τέλος είναι ιδιαίτερα καφκικό.
  «-Γιατί θέλεις να φύγεις; Κάθισε κάτω και πιες! Κερνάω. Κάθισα λοιπόν. Με ρώτησε μερικά πράγματα, δεν ήξερα να του απαντήσω, ναι, δεν καταλάβαινα καν τις ερωτήσεις. Γι’ αυτό του είπα: Ίσως να μετανιώσεις τώρα που με κάλεσες, γι’ αυτό φεύγω, κι έκανα να σηκωθώ. Άπλωσε όμως το χέρι του πάνω από το τραπέζι και με τράβηξε κάτω: -Μείνε, μου είπε, ήταν μονάχα μια δοκιμασία. Όποιος δεν απαντά στις ερωτήσεις έχει περάσει τη δοκιμασία» (σελ. 32).
  Και πάλι το τέλος από τη δισέλιδη «Γέφυρα».
  «Η γέφυρα γυρίζει! Δεν είχα στρίψει ακόμα κι άρχισα κιόλας να γκρεμίζομαι, έπεφτα, κι αμέσως ξεσκίστηκα και σουβλίστηκα πάνω στις μυτερές πέτρες, που πάντα με θωρούσαν τόσο ειρηνικά κάτω από τα αφρισμένα νερά» (σελ. 34).
  (Εδώ έκανα μια παρέμβαση. Αντί για «στρίψει» το κείμενο είχε «γυρίσει». Όμως μετά το «η γέφυρα γυρίζει» δεν ήμουν σίγουρος αν μπροστά στο επόμενο «γυρίσει» ήταν «είχα» ή «είχε». Τελικά ήταν «είχα», σωστά. I had not yet quite turned around γράφει η αγγλική μετάφραση. Το πρωτότυπο δυστυχώς δεν το έχω Επειδή με σύγχυσε είπα να επέμβω στη μετάφραση και το «γυρίσει» να το κάνω «στρίψει». Εξάλλου η επανάληψη λέξεων είναι γνωστό ότι πρέπει να αποφεύγεται.)
  Μισή σελίδα είναι το «Η αλήθεια για τον Σάντσο Πάντσα» και συνιστά μια περίπου ανατροπή του κλασικού μυθιστορήματος εστιάζοντας όχι στον ήρωα, αλλά στον υπηρέτη Πάντσο-Φίγκαρο. Και πάλι να δώσουμε το τέλος.
  «Ο Σάντσο Πάντσα, ένας ελεύθερος άνθρωπος, ακολούθησε ατάραχος, ίσως από κάποιο αίσθημα ευθύνης, τον Δον Κιχώτη στις περιπλανήσεις του και είχε απ’ αυτό μια μεγάλη και ωφέλιμη διασκέδαση» (σελ. 35).
  Και πάλι το τέλος από το επίσης ημισέλιδο «Παραιτήσου».
  «(Ο πολισμάνος) Χαμογέλασε και είπε: -Από μένα περιμένεις να μάθεις το δρόμο; -Ναι, του απάντησα, αφού δεν μπορώ να τον βρω μόνος μου. –Παραιτήσου, παραιτήσου, μου είπε, και μ’ ένα μεγάλο άλμα μου γύρισε την πλάτη, όπως οι άνθρωποι που θέλουν να ’ναι μόνοι με το γέλιο τους» (σελ. 36).
  Και η συλλογή τελειώνει με το εκτενέστατο «Το χτίσμα».
  Το διήγημα αυτό αποτελεί, τηρουμένων των αναλογιών, μια αντιστροφή της «Μεταμόρφωσης». Εκεί, ο ήρωας ξυπνάει κάποιο πρωί και νοιώθει ότι έχει μεταμορφωθεί σε κατσαρίδα. Εδώ, ένα ζώο σαν τυφλοπόντικας που όμως τρέφεται με κρέας («Τώρα πια βρίσκομαι κάτω από τα μούσκλα, θρονιασμένος πάνω στην κουβαλημένη λεία, περιρεόμενος από αίμα και χυμούς κρεάτων…» σελ. 59) μιλάει για την αγωνία του, καθώς ένας συνεχής άγνωστος θόρυβος, προφανώς από κάποιο ζώο πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτόν που σκάβει για το  δικό του κτίσμα «προς την κατεύθυνση του δικού μου, σελ. 84» απειλεί με καταστροφή.
  Το διήγημα, διαβάζουμε σε σημείωση, ο Κάφκα το είχε ολοκληρώσει, όμως το τέλος του χάθηκε.
  Δεν έχει σημασία. Εξάλλου αρκετά έργα έχουν ανοικτό τέλος. Ένα δραματικό τέλος θα ήταν η καταστροφή. Ένα μη δραματικό θα ήταν το μεγαλύτερο αυτό ζώο να σταματούσε μπροστά στο χτίσμα, έχοντας ολοκληρώσει την κατασκευή του δικού του.
  Έχει σημασία; Το σασπένς εξάλλου δεν είναι κάτι στο οποίο σκοπεύει ο Κάφκα. Αυτό που, πιστεύω, τον ενδιέφερε, είναι η έκφραση της αγωνίας μπροστά σε μια επαπειλούμενη καταστροφή.
  Χρειάζεται να το πω; Το ζώο αυτό στέκει μεταφορικά για τον άνθρωπο.


Φραντς Κάφκα, Η απόρριψη (μετ. Γιώργου Βαμβαλή), Επίκουρος 1971, σελ. 63

  Μικρά διηγήματα, μικρή η συλλογή, τα διάβασα πριν κατέβω στην Κρήτη και δεν πρόλαβα να γράψω γι’ αυτά καθώς με πίεζαν οι εκκρεμότητες πριν κατέβω. Τώρα καταλαβαίνω ότι ήταν λάθος μου, γιατί δεν τα θυμάμαι πια τα διηγήματα. Ευτυχώς υπάρχουν οι υπογραμμίσεις μου, και διαβάζοντάς τις θα τα θυμηθώ σιγά σιγά.
  Και αυτά τα διηγήματα κινούνται στο γνωστό κλίμα του Κάφκα, στο γκροτέσκο και το παράλογο. Και βέβαια το κύριο θέμα είναι ο άνθρωπος ως θύμα μιας αδυσώπητης εξουσίας ή στο έλεος δυνάμεων που τον ξεπερνούν.
  Σε κάποια η πλοκή τοποθετείται στην Κίνα, μια χώρα που έχει εμπνεύσει και άλλα διηγήματα στον Κάφκα, τα οποία διαβάσαμε στη συλλογή «Το σινικό τοίχος». Ξαναδιαβάζοντας αυτή την ανάρτηση βλέπω ότι κυρίως παραθέτω αποσπάσματα. Μάλλον το ίδιο θα κάνω κι εδώ, κοιτάζοντας τις υπογραμμίσεις μου.
  Από την «Απόρριψη», το πρώτο διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή.
  «Οι υπάλληλοι ήταν διαρκώς στις θέσεις του, οι ανώτεροι υπάλληλοι έρχονταν από την πρωτεύουσα, οι μεσαίοι τουλάχιστον από έξω, οι κατώτεροι έβγαιναν από μας, και έτσι έμενε η κατάσταση κι αυτό μας αρκούσε» (σελ. 10).
  «Σε σπουδαίες υποθέσεις όμως οι δημότες μπορούν να είναι πάντα σίγουροι για την απόρριψη. Και γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο παράδοξο ότι κατά κάποιον τρόπο δεν μπορεί να κάνει χωρίς αυτή την απόρριψη….» (σελ. 15).
  Εγώ δεν ήμουν σίγουρος για την απόρριψη, σε μια προσωπική ιστορία που έχω αφηγηθεί αλλού, αλλά μετά έμαθα για τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις και το γιατί ήταν αναπόφευκτο να απορριφθεί η προσφυγή μου.
  Από το «Ένα παλιό φύλλο».
  «Επίσης και από τα δικά μου αποθέματα έχουν πάρει μερικά καλά κομμάτια. Αλλά γι’ αυτό δεν μπορώ να παραπονεθώ, όταν παραδείγματος χάρη βλέπω τι συμβαίνει απέναντι στο χασάπη. Δεν προλαβαίνει να βάλλει τα είδη του μέσα, οι νομάδες του τα αρπάζουν και τα καταβροχθίζουν όλα. Και τα άλογά τους τρώνε κρέας· συχνά κάθεται ένας καβαλάρης δίπλα στο άλογό του και οι δυο τρώνε από το ίδιο κομμάτι κρέας, ο καθένας από μια άκρη» (σελ. 18).
  Από το «Για το ζήτημα των νόμων».
  «Εκτός απ’ αυτό, οι ευγενείς δεν έχουν προφανώς κανένα λόγο να επηρεάζονται κατά την ερμηνεία εις βάρος μας, γιατί οι νόμοι είναι από την αρχή τους ορισμένοι για τους ευγενείς, οι ευγενείς στέκουν έξω από το νόμο, και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο φαίνεται ότι ο νόμος δόθηκε αποκλειστικά στα χέρια των ευγενών» (σελ. 20).
  «…είναι κάτι το πολύ βασανιστικό να εξουσιάζεται κανείς από νόμους που δεν τους γνωρίζει» (σελ. 20).
  «Υπάρχει μια μικρή ομάδα που είναι αυτής της γνώμης και προσπαθεί να αποδείξει πως όταν υπάρχει ένας νόμος, μπορεί να λέει μόνο: Ό,τι κάνουν οι ευγενείς είναι νόμος» (σελ. 21).
  Από το «Μια διασταύρωση». Ξεκινάει ως εξής:
  «Έχω ένα παράξενο ζώο, μισό γατάκι, μισό αρνί. Είναι μια κληρονομιά από την περιουσία του πατέρα μου. Αναπτύχθηκε όμως στον καιρό μου, πρώτα ήταν πιο πολύ αρνί παρά γατάκι. Τώρα όμως έχει πάρει κι από τα δυο το ίδιο. Από τη γάτα κεφάλι και νύχια, από το αρνί μέγεθος και μορφή» (σελ. 25).
  «Μέσα του έχει δυο ειδών ανησυχίες, αυτές της γάτας και αυτές του αρνιού, όσο διαφορετικές κι αν είναι» (σελ. 27).
  Από το μακροσκελές «Γιοζεφίνα η τραγουδίστρια, ή ο λαός των ποντικών».
  «Αλλά κι αυτό το γνωρίζουν κατά βάθος όλοι, και όμως τρέχουν πάλι μόλις η Γιοζεφίνα γουστάρει κάπου και κάποτε να τραγουδήσει. Απ’ αυτό θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς πως η Γιοζεφίνα βρίσκεται σχεδόν έξω από το νόμο, πως αυτή μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, ακόμη κι αν βάζει σε κίνδυνο το σύνολο, και πώς σ’ αυτή συγχωρούνται όλα» (σελ. 43).
  Από την «Επιστροφή στο σπίτι» έχω υπογραμμίσει μόνο τον δεύτερο ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο που παραθέτω στο τέλος. Ο ήρωας όταν επιστρέφει σπίτι του νοιώθει εντελώς αποξενωμένος. Όχι, δεν νομίζω να την είχε υπόψη του ο Σεφέρης όταν έγραφε το «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου».
  Και δυο ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι:
Αξίζει να τον δει κανείς σε τέτοιες δεξιώσεις (σελ. 11)

Σου φαίνεται παράξενο, αισθάνεσαι στο σπίτι; (σελ. 53)

Φραντς Κάφκα, Γράμματα στη Μίλενα (μετ. Ευάγγελου Αρχ. Αντώναρου), Βίπερ 1971, σελ. 173

  Η αλληλογραφία ανθρώπων του πνεύματος είναι πάντοτε ενδιαφέρουσα – ή σχεδόν πάντα (για μένα τουλάχιστον). Θυμάμαι ότι με απογοήτευσε η αλληλογραφία των Πάστερνακ-Τσβετάγιεβα-Ρίλκε, όχι όμως και η αλληλογραφία Έρμαν Έσσε-Τόμας Μαν. Από την ανάρτηση που έκανα παραθέτω ένα απόσπασμα, σχετικό με αυτήν εδώ την βιβλιοκριτική.
   (Από επετειακό κείμενο του Τόμας Μαν για τα εξηντάχρονα του Έρμαν Έσσε:
  «… τη συμπάθειά του για την τσεχο-εβραϊκή μεγαλοφυΐα του Φραντς Κάφκα, τον οποίο από νωρίς αποκάλεσε «μυστικό βασιλιά της γερμανικής πεζογραφίας» και στον οποίο σε κάθε κρίσιμη ευκαιρία εκφράζει το θαυμασμό του όπως σε κανένα άλλο σύγχρονο ποιητικό πνεύμα» (σελ. 89).
  Όταν θαυμάζεις έναν συγγραφέα απεριόριστα, είναι φυσικό να διαβάζεις κάθε τι που έχει γράψει, ακόμη και αν δεν είναι πρωτοκλασάτο. Είναι αναπόφευκτο εξάλλου να μη βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο όλα τα έργα ενός συγγραφέα. Κάποια είναι αριστουργήματα ενώ κάποια είναι απλώς καλά. Κάποιοι, κάποια, θα τα έκριναν ακόμη και κακά. Αυτός είναι ο λόγος που εκδίδεται μια αλληλογραφία, γιατί ο εκδότης ξέρει ότι ενδιαφέρει ένα μεγάλο κοινό.
  Δεν ξέρω αν ο εκδότης το πρότεινε στη Φελίτσε Μπάουερ ή η Φελίτσε Μπάουερ στον εκδότη, να του πουλήσει τις επιστολές που της είχε γράψει ο Κάφκα (υπήρξε αρραβωνιαστικιά του). Όπως και να έχει, τις πούλησε το 1955, καθώς βρισκόταν σε τρομερές οικονομικές δυσκολίες μετά το θάνατο του άντρα της.
  Θα τα διαβάσω κι αυτά;
  Αν πέσουν στα χέρια μου. Έχω όμως διαβάσει το «Η άλλη δίκη-τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε» του Elias Canetti,
  Το πώς κατέληξαν τα γράμματα της Μίλενας Γιέσενκα να φτάσουν στον εκδότη δεν ξέρω. Υπήρξε μια σχέση, κυρίως δι’ αλληλογραφίας, ανάμεσα σ’ αυτή και τον Κάφκα για δυο περίπου χρόνια, από το 1919 μέχρι το 1920. Δίσταζε να παρατήσει τον άντρα της για τον Κάφκα, του οποίου η υγεία συνεχώς επιδεινωνόταν. Τον χώρισε όμως το 1925, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Κάφκα. Πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των Ναζί. Δεν ήταν εβραία, αλλά την είχαν συλλάβει σαν μέλος της τσέχικης αντίστασης.
 Η αλληλογραφία, που γράφεται συνήθως de profundis, δίνει ένα πιο ξεκάθαρο πορτραίτο, σχεδόν πάντα. Διαβάζοντας την αλληλογραφία αυτή γνώρισα τον Κάφκα περισσότερο από ό,τι από τα βιβλία του. Τον βλέπω να τρέφει βαθιά αισθήματα για τη Μίλενα, αλλά και συχνά αμφιταλαντευόμενα. Ακόμη, μέσα σ’ αυτά περιέχονται ενδιαφέρουσες ιστορίες.
  Όμως να παραθέσω κάποια αποσπάσματα.
  «Βέβαια, δεν λέω, έχει και το γράμμα της Τρίτης τα αγκάθια του που, καθοδηγημένα από το χέρι σου, τρυπάνε το κορμί, αλλά, πέσμου – αυτή είναι η αλήθεια μιας στιγμής, μιας στιγμής που πάλλεται από ευτυχία και πόνο, πέσμου υπάρχει τίποτε στον κόσμου που να προέρχεται από σένα και να μην μπορώ να το αντέξω; (σελ. 33).
 Το απόσπασμα αυτό εικονογραφεί πολύ χαρακτηριστικά τις σχέσεις τους.
  Και το παρακάτω:
  «Σ’ αυτά τα γράμματα πρέπει να έχεις το εντυπωσιακό κεφάλι της Μέδουσας, τα φίδια του τρόμου παιχνιδίζουν γύρω από το κεφάλι σου κι εμένα με ζώνουν τα φίδια του φόβου» (σελ. 46).
  «Φυσικά, η Μίλενα δεν σε ξέρει καθόλου, μόνο μερικά γράμματα κι ιστορίες τη θάμπωσαν» (σελ. 56).
  Μιλάει για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο. Η Μίλενα είχε διαβάσει ένα διήγημά του που την εντυπωσίασε και του έγραψε ζητώντας του να το μεταφράσει (στα τσέχικα, ο Κάφκα ήταν γερμανόφωνος). Έτσι έγινε η γνωριμία τους.
  «Και να φανταστεί κανείς ότι στην ουσία δεν αγαπάω εσένα, αλλά κάτι περισσότερο, το νόημα που δίνει στη ζωή μου η ύπαρξή σου» (σελ. 78).
  Φράντς, αυτό θα ’πρεπε να το γράψεις διαφορετικά. Για παράδειγμα «Σ’ αγαπάω τόσο πολύ, μα τόσο πολύ, που αυτός ο έρωτας δίνει όλο το νόημα στη ζωή μου».
  «Γιατί να μην είμαι, λόγου χάρη, η τυχερή ντουλάπα του δωματίου σου, για να μπορώ έτσι να έχω διαρκώς το βλέμμα μου καρφωμένο επάνω σου, όταν κάθεσαι στην κουνιστή πολυθρόνα ή στο γραφείο σου ή όταν ξαπλώνεις στο κρεβάτι ή όταν κοιμάσαι» (σελ. 83).
  Υπάρχουν ένα σωρό μαντινάδες σ’ αυτό το μοτίβο, το μοτίβο του «Να ’μουνα, ίντα να ’μουνα». Σε μια ιστοσελίδα βρήκα κάποιες, ξέρω ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες, ήξερα πολλές αλλά τις έχω ξεχάσει. Παραθέτω την πρώτη.
 Να ’μουνα, ίντα να ’μουνα, πιρούνι του σπιτιού σου
 Κι όντε θα τρως να αισθάνομαι τη γλύκα του χειλιού σου.
  «Χθες σε συμβούλεψα να μη μου γράφεις καθημερινά, το ίδιο πιστεύω και σήμερα, και θα ήταν και για τους δυο μας πολύ καλό και στο ξαναλέω σήμερα, και μάλιστα με μεγαλύτερη έμφαση. Σε παρακαλώ όμως, Μίλενα, να μη συμμορφωθείς, και να συνέχισε να μου γράφεις καθημερινά, έστω και σύντομα, πιο σύντομα και από το σημερινό γράμμα, μόνο δυο γραμμές, μόνο μία, μόνο μία λέξη, μα αν μου λείψει αυτή η λέξη θα δεινοπαθήσω φρικτά» (σελ. 86).
 Αντικρουόμενα μηνύματα σαν τα διπλόσημα (double bind) για τα οποία μίλησε ο Gregory Bateson και που συχνά οδηγούν τον δέκτη στη σχιζοφρένεια.
 Φράντς, πάει, θα το τρελάνεις το κορίτσι.
 «Και λεφτά δυστυχώς δεν θα μπορέσω να σου στείλω πια άλλα» (σελ. 110).
 Κατά καιρούς της έστελνε χρήματα, και της ζητούσε να μη διστάσει να του ζητήσει αν είχε ανάγκη. Πιο κάτω διαβάζουμε: «Θα μπορούσες να μην είχες καταστρέψει τα γενέθλιά σου αν μου είχες ζητήσει προηγουμένως χρήματα. Θα τα φέρω μαζί μου» (σελ. 146)
  «…υπάρχει κάποιος παράξενος, απροσδιόριστος φόβος στα γράμματά σου, δεν ξέρω αν είναι με το μέρος μου ή αν είναι εναντίον μου, ο φόβος υπάρχει μέσα σ’ αυτή την ξαφνική βιασύνη σου για τη συνάντησή μας» (σελ. 114).
  Και αυτό χαρακτηριστικό απόσπασμα για τη σχέση τους:     
  «Αλήθεια δεν ξέρετε ότι μόνο στους χοντρούς μπορεί να έχει εμπιστοσύνη κανείς; (σελ. 39). Ο Κάφκα, με ύψος 1.80, ήταν μόλις 56 κιλά.
  Χοντροί όλου του κόσμου, παρηγορηθείτε.
  «Γιατί, ας αφήσουμε τα αστεία, κι ας σκεφθούμε τι θα γινόταν πριν από μερικά χρόνια, αν σηκωνόταν μια κοπέλα κι έλεγε στους δικούς της: Σας αφήνω, θα παντρευτώ Εβραίο. Αυτό ήταν μια πράξη θάρρους, κι η κοπέλα που θα τολμούσε κάτι τέτοιο, θα ήταν πιο θαρραλέα και από την Ιωάννα της Λωρραίνης» (σελ. 40).
  Μάντεψε ποιος θα ’ρθει το βράδυ, σε λευκό, όχι σε μαύρο.
  «Εγώ ασπρομάλλης σχεδόν από τις άγρυπνες νύχτες και τους πονοκέφαλους» (σελ. 42-43).
  Θυμάμαι τους πονοκέφαλους του Νίτσε και έχω διαβάσει για τις «παροιμιώδεις αϋπνίες» του Χάρολντ Μπλουμ.
  «…γύρισα στο σπίτι μου (και γι’ αυτό δεν έλαβα αμέσως την τηλεόραση)» (σελ. 116).
  Υπήρχε τηλεόραση το 1920; Στη βικιπαίδεια διαβάζω «Television became available in crude experimental forms in the late 1920s». Ποιο να πιστέψεις τώρα, τη βικιπαίδεια ή τον Κάφκα;
Για να σιγουρευτώ έψαξα την αγγλική μετάφραση. Προφανώς ο μεταφραστής, αφηρημένος, έγραψε τηλεόραση αντί για τηλεγράφημα.
  «Παράξενο να θέλει να μου γράψει ο άντρας σου τούτο και κείνο! Και να με δείρει και να με καρυδώσει; Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω» (σελ. 120).
  Τι δεν μπορείς να καταλάβεις Φραντς; Πάλι καλά που δεν είπε να σε σκοτώσει.
  «Όποιος μιλήσει άσχημα για τη Μίλενα, ακόμη κι ο πατέρας να είναι (ο δικός μου πατέρας) θα τον σκοτώσω ή θα σκοτωθώ εγώ». Μετά ξύπνησα, αλλά δεν ήταν ύπνος αυτός, ούτε ξύπνημα» (σελ. 130).
  Αυτό το «ή θα σκοτωθώ εγώ» αποκαλύπτει πολλά για τον ψυχισμό του Κάφκα.  
  «Ώστε φοβάσαι λοιπόν κάθε φορά που σκέφτεσαι το θάνατο; Το μόνο που φοβάμαι εγώ τρομερά είναι οι πόνοι» (σελ. 169).
  Τώρα το σκέφτηκα, δεν ξέρω αν οι πόνοι ξεστρατίζουν από τη σκέψη του θανάτου ή την κάνουν πιο έντονη. Καλύτερα να μη μάθω.
  «Διαβάζω ένα κινέζικο βιβλίο, βιβλίο των φαντασμάτων» (σελ. 172).
  Η Κίνα εμφανίζεται συχνά στα γραφτά του.
  Τα γράμματα της Μίλενας στον Κάφκα δεν σώθηκαν. Σώθηκαν όμως αυτά που έστειλε στον Max Brod, τον κολλητό του Κάφκα. Έχω περιέργεια, θα τα διαβάσω, συνοδεύουν τα γράμματα του Κάφκα στην αγγλική έκδοση.
 Τα διάβασα. Πραγματικά αποκαλυπτικά για τα αισθήματά της. Να παραθέσω κάποια αποσπάσματα.
 «Θα ήθελα να σου ζητήσω, να σε παρακαλέσω, να σε ικετεύσω, να μου γράψεις αμέσως αν βλέπεις, αν νοιώθεις ότι υποφέρει, ότι πονά σωματικά εξαιτίας μου-Δεν θα του πω ότι το έμαθα από εσένα, και θα νοιώθω λίγο πιο ήρεμη αν μου υποσχεθείς ότι θα το κάνεις. Δεν ξέρω πώς θα τον βοηθήσω αν όντως αυτό συμβαίνει, όμως ξέρω σίγουρα ότι θα τον βοηθήσω».
  «Ο Φρανκ δεν μπορεί να ζήσει. Ο Φρανκ δεν είναι ικανός να ζήσει. Ο Φρανκ δεν θα αναρρώσει ποτέ. Ο Φρανκ θα πεθάνει σύντομα.
  Προφανώς, όλοι είμαστε ικανοί να ζήσουμε, γιατί κάποιες φορές καταφεύγουμε στο ψέμα, στην εθελοτυφλία, στον ενθουσιασμό, στην αισιοδοξία, σε μια πεποίθηση, στην απαισιοδοξία, ή σε κάτι άλλο. Αλλά αυτός ποτέ δεν έτρεξε σε κάποιο καταφύγιο, σε κανένα. Είναι εντελώς ανίκανος να πει ψέματα, όπως είναι ανίκανος να μεθύσει. Του λείπει ακόμη και το πιο μικρό καταφύγιο. Δεν έχει κάτι να προφυλαχτεί. Να γιατί είναι εκτεθειμένος σε κάθε τι από το οποίο εμείς είμαστε προστατευμένοι. Είναι σαν ένας γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους».
  Παρεμπιπτόντως, ζήτησε από τον Max Brod να φροντίσει να πάρει από την οικογένεια του Κάφκα τα γράμματα που του είχε στείλει και να της τα δώσει. Τα είχε καταστρέψει ο Κάφκα πιο πριν; Τα κατέστρεψε αυτή μετά; Χάθηκαν; Ευτυχώς ο Max Brod κράτησε τα, λίγα έστω, γράμματα που του έστειλε εκείνη.  
Και από τον σύντομο επικήδειο που έγραψε:
 «Ήταν ντροπαλός, αγχώδης, πράος και ευγενικός, όμως τα βιβλία που έγραψε είναι μακάβρια και οδυνηρά».
 Στην έκδοση αυτή παρατίθενται και τέσσερα δοκίμια της Μίλενας. Το πρώτο αναφέρεται στις φοβερές συνθήκες που επικρατούσαν στη Βιέννη μετά το τέλος του πολέμου, τη δυστυχία των φτωχών, την ευημερία των πλούσιων, το πανηγύρι των μαυραγοριτών. Σε περιόδους κρίσεων και πολέμων οι φτωχοί κυρίως είναι οι «παράπλευρες απώλειες».
  Το επόμενο δοκίμιο που έχει τίτλο «Γράμματα επιφανών ανθρώπων» αναφέρεται σε αυτό που έγραψα κι εγώ πιο πριν, ότι ενδιαφέρουν ένα γενικότερο αναγνωστικό κοινό, όμως εστιάζει κυρίως στο πόσο απογοητεύεται κανείς αν τους γνωρίσει από κοντά-πάρα πολλούς τουλάχιστον. Να μην παραθέσω τι γράφει για τον Μπαλζάκ, τον Μωπασάν και τον Ναπολέοντα, αυτό όμως που γράφει για τον Ντβόρζακ θα το ήθελα με περισσότερες λεπτομέρειες. Ίσως δεν τις γράφει γιατί ήσαν γνωστές στο τσέχικο κοινό.
  «Δεν είναι αλλόκοτο ότι… Ή ότι ο γλυκός μας, με μάτια σαν αστέρια Ντβόρζακ ήλθε από την επαρχία, ήταν ρωμαλέος και είχε συνήθειες που δεν είχαν καμιά σχέση με τα αστέρια;».
  Να το ψάξω.
  Γκουγκλάροντας πέφτω σε ένα σύνδεσμο, που όμως δεν με αφήνει να μπω μέσα. Αντιγράφω όμως αυτό που φαίνεται στην αναζήτηση:  If it took the Czech Antonin Dvorak to interest American composers in the ... sired children, he became openly homosexual after his wife's death.
 Όχι, η βικιπαίδεια δεν γράφει τίποτα σχετικό.
 Ο Ντόρζακ είναι αγαπημένος μου συνθέτης, και τα παραπάνω τα παραθέτω χωρίς καθόλου ομοφοβικά αισθήματα, χωρίς να μειώνεται καθόλου στη συνείδησή μου· όπως άλλωστε και ο Τσαϊκόφσκι. Απλά είχα την περιέργεια να μάθω.
  Και ένα σχόλιο για τις βιογραφίες, στο ίδιο δοκίμιο.
  «Οι βιογραφίες είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Ενδιαφέρουσες με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η βιογραφία του Ναπολέοντα που έγραψε ο Σταντάλ περισσότερο αποκαλύπτει τις σκέψεις του συγγραφέα παρά δίνει ένα πορτρέτο του. Από μόνη της είναι ένα έργο τέχνης. Δεν περιμένουμε καμιά τέχνη από τις επιστολές· περιμένουμε κάτι ανθρώπινο».
 Στο τρίτο δοκίμιο αφηγείται έναν εφιάλτη. Στο τέταρτο που έχει τίτλο «Ο διάβολος στην Εστία» αναφέρεται στις συζυγικές σχέσεις, υποστηρίζοντας ότι είναι μάταιο να επιδιώκεις ντε και καλά την ευτυχία στη συζυγική ζωή.
 Το διάβασα στις επιστολές της στον Brod, ο άντρας της την απατούσε με διάφορες. Το ότι τον χώρισε ένα χρόνο μετά το θάνατο του Κάφκα σημαίνει ότι μάλλον είχε πάψει να τον αγαπά. Το ότι επικαλείται τον έρωτά της για τον άντρα της για να αποφύγει μια στενότερη σχέση με τον Κάφκα μάλλον ήταν πρόσχημα, για να μη δεθεί περισσότερο με έναν άντρα που, όσο και αν θαύμαζε, πίστευε ότι ήταν καταδικασμένος να πεθάνει.
  Στη βικιπαίδεια διαβάζω ότι ο αργεντινός συνθέτης Alberto Ginastera συνέθεσε το 1971 μια καντάτα για σοπράνο και ορχήστρα με τίτλο «Μίλενα», βασισμένο στις επιστολές του Κάφκα. Την άκουσα, μπορείτε να την ακούσετε κι εσείς.
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι με τους οποίους τελειώνουμε τα κριτικά μας σημειώματα, και που είναι κάμποσοι. Πιστώνονται βέβαια στον μεταφραστή, εξιλεώνοντάς τον κατά κάποιο τρόπο στη συνείδησή μου για εκείνη την αφηρημάδα του με την τηλεόραση.
Να κάνω οτιδήποτε, ακόμη και να γράψω (σελ. 26)
Για να ξυπνήσει πού και πού και να τηλεφωνήσει (σελ. 27)
Που έχετε σε βάρος μου στο γράμμα της Δευτέρας (σελ. 31)
Αρνητική απάντηση σ’ αυτή την απορία (σελ. 35)
Όμως αυτή η διαφορά δεν έχει σημασία (σελ. 46)
Τα δυο γράμματα ήρθανε μαζί το μεσημέρι (σελ. 54)
Την ξαφνική βιασύνη σου για τη συνάντησή μας (σελ. 114)
Το δρόμο της επιστροφής από το καφενείο (σελ. 150)
Δεν θέλω να παρασυρθώ και να σου απαντήσω (σελ. 156)
Πρόκειται για μια έκρηξη και θα περάσει εν μέρει (σελ. 164)
Τόσο κοντά στο θάνατο, όσο κοντά είναι ο ύπνος (σελ. 176)

Τώρα που βρίσκομαι εδώ, γύρω στις δυο βδομάδες (σελ. 185) 

Φραντς Κάφκα, Γράμμα στον πατέρα-Στοχασμοί (μετ. Όλγα Βότση), εκδόσεις Νέος Σταθμός, σελ. 122

  Μπορεί ένας αυστηρός πατέρας να πληγώσει ανεπανόρθωτα τον ψυχισμό ενός παιδιού;
  Σίγουρα, αν και πιστεύω ότι τις περισσότερες φορές ένας πληγωμένος ψυχισμός δεν έχει μια μόνο μια αιτία. Η κληρονομικότητα είναι ένας παράγοντας, το ευρύτερο περιβάλλον ένα άλλο. Το διαζύγιο των γονιών, πολύ πιθανόν. Όμως μπορεί ένας παράγοντας να είναι απλά η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Η κληρονομικότητα είναι δεδομένη, όπως και οι γενικότεροι περιβαλλοντικοί όροι. Όμως μια κακή συμπεριφορά των γονέων δεν είναι υποχρεωτικά αναπόφευκτη.
  Θα κάνω μια εξαίρεση. Η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, και μάλιστα από τους ίδιους τους γονείς, αποτελεί από μόνη της μια αξεπέραστη τραυματική εμπειρία. Ακούσαμε για δυο τέτοιες περιπτώσεις τώρα τελευταία.
  Η περίπτωση του υπεραυστηρού πατέρα του Κάφκα είναι η τρίτη περίπτωση που ξέρω από το χώρο της λογοτεχνίας. Η πρώτη είναι η περίπτωση του Καζαντζάκη που, παρεμπιπτόντως, και ο δικός του πατέρας αντιτάχθηκε στο γάμο του. Η δεύτερη είναι η περίπτωση του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Από το χώρο των απλών ανθρώπων ξέρω επίσης άλλη μία, αλλά δεν θέλω να την αναφέρω.
  «Το γράμμα αυτό», γράφει στον πρόλογό της η μεταφράστρια, «δεν είχε το θάρρος να το δώσει ο ίδιος ο Κάφκα στον πατέρα του. Το έδωσε στη μητέρα του να του το διαβάσει, μα εκείνη του το γύρισε πίσω και προσπάθησε να καθησυχάσει τον επαναστατημένο γιο» (σελ. 10).
  Βρέθηκε μετά το θάνατό του ανάμεσα στα χειρόγραφα που σώθηκαν· γιατί, ως γνωστό, πολλά τα κατέστρεψε ο ίδιος μαζί με την τελευταία, «πραγματική» αυτή τη φορά σχέση του, την Dora Diamant, με την οποία συνέζησε τους τελευταίους έντεκα μήνες της ζωής του. Έρωτας με την πρώτη ματιά, διαβάζω στην βικιπαίδεια, και αξίζει να διαβάσετε το σχετικό λήμμα, το οποίο τελειώνει με την επιγραφή που έβαλαν οι συγγενείς της στον τάφο της: «Όποιος ξέρει την Ντόρα, ξέρει τι σημαίνει έρωτας».
  Η παρακάτω παράγραφος από τον πρόλογο της μεταφράστριας χαρακτηρίζει με τον καλύτερο τρόπο αυτό το γράμμα.
  «Το γράμμα αυτό, εκτός από τα εξαίρετα λογοτεχνικά χαρίσματα, έχει τεράστια σημασία σαν κλειδί για την κατανόηση της προσωπικότητας και του έργου του Κάφκα. Από παιδαγωγική πάλι άποψη είναι ένα κείμενο αποκαλυπτικό και υψηλά διδακτικό» (σελ. 11).
  Αυτή η παράγραφος τα λέει όλα, εμείς απλά θα παραθέσουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα, όπως κάνουμε σε όλες τις βιβλιοκριτικές μας.
  Και πρώτα πρώτα ένα εκτενές απόσπασμα που «χαρακτηρίζει» με τον χειρότερο τρόπο τη συμπεριφορά του πατέρα του και εικονογραφεί με τον καλύτερο τρόπο την αρνητική επίδραση που είχε πάνω στον ψυχισμό του.
  «Άμεσα θυμάμαι μόνο ένα περιστατικό από τα πρώτα χρόνια. Ίσως να το θυμάσαι. Έκλαιγα μια φορά τη νύχτα συνεχώς, ζητώντας νερό, σίγουρα όχι από δίψα, αλλ’ ίσως από τη μια μεριά για να σ’ εκνευρίσω, από την άλλη για να διασκεδάσω. Αφού με φοβέρισες πολύ χωρίς αποτέλεσμα, με πήρες από το κρεβάτι, μ’ έφερες στο μπαλκόνι και μ’ άφησες εκεί μονάχο μπρος από την κλεισμένη πόρτα να στέκω για λίγη ώρα με το νυχτικό μου. Δε θέλω να πω ότι αυτό δεν ήταν σωστό, ίσως τότε να μην ήταν πραγματικά δυνατό να εξασφαλιστεί με άλλο τρόπο η νυχτερινή ησυχία, θέλω μόνο με τούτο να χαρακτηρίσω τα παιδαγωγικά σου μέσα και την επίδρασή τους απάνω μου. Μετά απ’ αυτό ήμουνα πια τελείως υπάκουος, όμως μ’ έβλαψε εσωτερικά. Εκείνο που ήταν αυτονόητο για μένα, την ανοησία δηλαδή να ζητώ νερό, κι εκείνο που για μένα ήταν το πιο τρομερό, να με βγάλουν έξω, δεν μπορούσα ποτέ σύμφωνα με τη φύση μου να τα συνδέσω σωστά. Ακόμα μετά από χρόνια υπέφερα από τη βασανιστική παράσταση ότι αυτός ο γίγας, ο πατέρας μου, ο ανώτερος κριτής, θα μπορούσε να έρθει χωρίς λόγο και να με τραβήξει έξω από το κρεβάτι τη νύχτα στο μπαλκόνι και ότι επομένως εγώ ήμουνα ένα τίποτα γι’ αυτόν. Τούτο ήτανε τότε μια μικρή αρχή μόνο, αλλ’ αυτό το αίσθημα της μηδαμινότητας που συχνά με κυρίευε (ένα αίσθημα που, από άλλη άποψη ιδωμένο, είναι βέβαια ευγενικό και καρποφόρο[ας θυμηθούμε το κορυφαίο για πολλούς έργο του, τη «Μεταμόρφωση»]) προέρχεται κατά πολλούς τρόπους από τη δική σου επιρροή. Θα χρειαζόμουν λίγη ενθάρρυνση, λίγη φιλικότητα, λίγη ελευθερία στο δρόμο μου, αντί γι’ αυτό μου τον έκλεισες, με την καλή πρόθεση βέβαια να πάρω άλλο δρόμο» (σελ. 20-21).
  «Χωρίς να τον γνωρίζεις, τον παρομοίαζες, κατά ένα τρομερό τρόπο που έχω πια ξεχάσει, με αηδιαστικό ζωύφιο…» (σελ. 26).
  Ίσως γι’ αυτό δεν ονοματίζει το ζωύφιο στο οποίο μεταμορφώθηκε ο Gregory Samsa στη «Μεταμόρφωση».  
 «Σκυθρωπή ησυχία βασίλευε στο τραπέζι, που τη διέκοπταν συμβουλές: «Πρώτα τρώγε και ύστερα μίλα· ή «Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα»· ή «Βλέπεις, από ώρα πολλή άδειασα το πιάτο μου». Κόκκαλα δεν επιτρεπόταν να σπάει κανείς με τα δόντια, εσύ όμως ναι. Ξίδι δεν επιτρεπόταν να ρουφάει κανείς, εσύ ναι. Το κυριότερο ήταν να κόβει κανείς ίσια το ψωμί· το ότι όμως εσύ το έκοβες μ’ ένα μαχαίρι που έσταζε από σάλτσα, ήταν αδιάφορο. Έπρεπε να προσέχει κανείς να μην πέφτουν απάνω στο πάτωμα υπολείμματα φαγητού, συνήθως όμως βρίσκονταν τέτοια κάτω από σένα. Στο τραπέζι μόνο με το φαΐ επιτρεπόταν ν’ ασχολείται κανείς, συ όμως καθάριζες και έκοβες τα νύχια σου, έξυνες μολύβια, καθάριζες με την οδοντογλυφίδα τ’ αυτιά σου. Σε παρακαλώ, πατέρα, κατάλαβέ με σωστά, αυτά θα ήσαν καθαυτά τελείως ασήμαντες λεπτομέρειες, για μένα όμως γίναν καταπιεστικές μόνο από τούτο, ότι δηλαδή εσύ που ήσουν το απόλυτο μέτρο των πάντων για μένα, δεν κρατούσες ο ίδιος τις εντολές που μου επέβαλλες» (σελ. 29).
  Δεν είναι να απορεί κανείς που η μητέρα του αρνήθηκε να παραδώσει αυτό το γράμμα στον πατέρα του και του το έδωσε πίσω.
  «Δέκα μέτρα μακριά από το τραπέζι πρέπει να κάθεται η χοντρή» (σελ. 36).
  Αν είναι δυνατόν, δεν μπορείς να μιλάς έτσι για την κόρη σου!
  Το αίσθημα της ενοχής που του δημιούργησε η στάση και η συμπεριφορά του πατέρα του τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή. Αναφέρεται κάμποσες φορές σ’ αυτό το αίσθημα ενοχής. Ακόμη λέει, ότι αν και «δεν με χτύπησες σχεδόν ούτε μια φορά», έβγαζε συχνά τη λουρίδα του και την ακουμπούσε πάνω στην πολυθρόνα, έτοιμος τάχα να τον δείρει, και τον έκανε να νιώθει σαν τον μελλοθάνατο που του έδωσαν ξαφνικά χάρη. Αυτό το ξέρω και από την περίπτωση του Ντοστογιέφσκι, που τους έδωσαν χάρη μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, και από τότε πήραν μεγάλη στροφή τα γραπτά του.
  Μιλάει επίσης για τον περιφρονητικό τρόπο που μιλούσε για τους υπαλλήλους του: «Θα ψοφήσει ο άρρωστος σκύλος» κ.λπ., για να καταλήξει: «Εκεί πήρα και τη μεγάλη διδασκαλία ότι μπορούσες να είσαι άδικος» (σελ. 48).
  «Και όμως αυτή, που με όλη τη σωματική της αδυναμία ήταν τόσο ικανή, έξυπνη, επιμελής, μετριόφρων, άξια εμπιστοσύνης, ανιδιοτελής, πιστή, που σε αγαπούσε σα θείο και σε θαύμαζε σαν προϊστάμενο, που είχε δοκιμαστεί σε άλλες θέσεις πριν και μετά, δε στάθηκε για σένα πολύ καλή υπάλληλος» (σελ. 58-59). Εδώ βλέπουμε το εφέ της απαρίθμησης, το οποίο συναντάμε αρκετά συχνά σ’ αυτό το γράμμα. Επίσης, να μην το ξεχάσω, ένα άλλο υφολογικό στοιχείο στον Κάφκα είναι οι μακροπερίοδοι, όπως και η συχνή χρήση παρομοιώσεων.  
  Για αυτή την ανιψιά όταν πέθανε, ο πατέρας του σχολίασε ως εξής: «Η μακαρίτισσα μου άφησε πίσω πολλή βρωμιά» (σελ. 59).
  «… η αποστροφή, που φυσικά είχες και εναντίον του γραψίματός μου… Η ματαιοδοξία μου, η φιλοδοξία μου υπέφεραν βέβαια από την υποδοχή που έκανες στα βιβλία μου και που για μας είχε γίνει περίφημη: «Άφησέ το στο κομοδίνο» (τις περισσότερες φορές έπαιζες χαρτιά όταν ερχόταν ένα βιβλίο)…» (σελ. 71).
  Όχι, ο δικός μου πατέρα τα διάβαζε τα βιβλία μου. Διάβαζε μια σελίδα την ημέρα από τη «Λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας», γιατί παρά τις τέσσερις εγχειρήσεις που είχε κάνει στα μάτια (δυο καταρράκτη και δυο γλαύκωμα, στα ογδόντα επτά του) το φως του είχε εξασθενίσει και δεν μπορούσε να διαβάσει περισσότερο. Τέσσερα χρόνια μετά, το 1995, στα ενενήντα δυο του, δεν επεχείρησε καν να διαβάσει «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά». Πέθανε έπειτα από δυο χρόνια.
  Το παρακάτω είναι επίσης ιδιαίτερα αποκαλυπτικό:
  «…με υπόταζες, χωρίς να το ξέρεις, μονάχα με την οντότητά σου» (σελ. 89).
  Σ’ αυτήν συμπεριλαμβάνεται και το σωματικό στοιχείο. Αλλού ο Κάφκα περιγράφει πόσο ένιωθε μειονεκτικά, στο μπάνιο, αυτός ο καχεκτικός και αδύνατος νέος δίπλα στον σωματώδη πατέρα του.
  Οι «Στοχασμοί» είναι οι αναμνήσεις που κατέγραψε από τις επαφές μαζί του ένας δεκαεπτάχρονος ποιητής, που δημοσιεύθηκαν πολλά χρόνια αργότερα. Εδώ υπάρχει μια μικρή επιλογή. Θα παραθέσω μόνο την αρχή από έναν.
  «Ίσως πίσω από τούτη την αϋπνία δεν κρύβεται παρά ένας μεγάλος μόνο φόβος θανάτου» (σελ. 118).
  Για κάποιον φίλο μου αυτός ο φόβος ήταν συνειδητός. Μας εξομολογήθηκε ότι φοβόταν να κοιμηθεί, μήπως δεν ξυπνήσει.
  Να μην το ξεχάσω, η ανάρτηση αυτή είναι καπάκι με την άλλη για τα «Γράμματα στη Μίλενα».
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, που βέβαια πιστώνονται στον μεταφραστή:
Οδυνηρά ευαίσθητος ήδη από το σπίτι (σελ. 47)
Μου θύμισε πάρα πολύ τη σχέση μου μαζί σου (σελ. 49)
Και δεν είχες το αίσθημα, όπως με μας τους άλλους (σελ. 53)
Με τον οποίο δίνομαι στα ενδιαφέροντά μου (σελ. 69)
Προσπάθειές μου να σωθώ προς άλλες κατευθύνσεις (σελ. 88)
Δεν είχα σχεδόν τίποτα σε σύγκριση με σένα (σελ. 96)
  Και ένας αμφίβραχυς: Στηρίζω το φόβο που νοιώθω μπροστά σου (σελ. 97)

  


Post a Comment