Book review, movie criticism

Sunday, March 19, 2017

Franz Kafka, Η μεταμόρφωση, Το σινικό τοίχος



Φράντς Κάφκα (1883-1924), Η μεταμόρφωση.

  Τη «Δίκη» και το «Κάστρο» τα διάβασα πριν πάρα πολλά χρόνια. Στη βιογραφία του Κάφκα με είχε εντυπωσιάσει το γεγονός ότι σώθηκαν σαν από θαύμα. Ετοιμοθάνατος ο Κάφκα, είχε παρακαλέσει το φίλο του και μετέπειτα βιογράφο του Max Brod να καταστρέψει τα χειρόγραφα. Αυτός πήγε στην κόλαση γιατί αγνόησε την επιθυμία του φίλου του, αλλά ο Δάντης μεσολάβησε και μεταφέρθηκε στον παράδεισο, γιατί πρόσφερε στην ανθρωπότητα δυο από τα μεγαλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: Τη «Δίκη», η οποία εκδόθηκε ένα χρόνο μετά το θάνατο του συγγραφέα, και τον «Πύργο», που εκδόθηκε μετά από δυο χρόνια.
  Η «Μεταμόρφωση» βρισκόταν επί χρόνια στο ράφι των τύψεων, μέχρι που πρόσφατα αποφάσισα να τη διαβάσω, πριν ένα μήνα περίπου. Αυτό που γράφει η Wikipedia, ότι οι πρώτες γραμμές της έχουν γίνει διάσημες και παρατίθενται συχνά, είναι κάτι που το έχω επιβεβαιώσει εδώ και πολλά χρόνια:
As Gregor Samsa awoke one morning from uneasy dreams he found himself transformed in his bed into a gigantic insect. The original German is this:
Als Gregor Samsa eines Morgens aus unruhigen Träumen erwachte, fand er sich in seinem Bett zu einem ungeheueren Ungeziefer verwandelt.
  Πριν ξεκινήσω να γράφω αυτές τις γραμμές είπα να ρίξω μια ματιά στην Encyclopaedia Britannica, στη βιογραφία του συγγραφέα. Από εκεί επιλέγω δυο φράσεις που φωτίζουν ένα από τα βασικά θέματα του έργου: την απελπισία του Κάφκα που δεν γνώρισε την αποδοχή και την αγάπη του πατέρα του. Η απελπισία αυτή εκδραματίζεται σε τρία από τα διηγήματα της συλλογής. Οι φράσεις αυτές είναι: (για τον πατέρα του)  belonged to a race of giants and was an awesome, admirable, but repulsive tyrant. Και: may be sought after and begged in vain for approval. Αναζητάει την επιδοκιμασία του, γράφει η Encyclopaedia Britannica, ενώ πιο σωστό νομίζω είναι ότι αναζητάει την αγάπη του.
  Η αναζήτηση της πατρικής αγάπης και επιδοκιμασίας μοιάζει με μια απωθημένη επιθυμία, που εμφανίζεται μεταμφιεσμένη, σαν νευρωσικό σύμπτωμα, στο φανταστικό των διηγημάτων του. Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, μήπως η λογοτεχνία ολόκληρη δεν είναι παρά μια μεταμόρφωση απωθημένων λίγο πολύ επιθυμιών, οι οποίες όμως, όπως κάθε απώθηση, πασχίζουν ταυτόχρονα να αποκαλυφτούν αλλά και να κρυφτούν, σαν νευρωσικό σύμπτωμα;
  Τρία από τα διηγήματα αποκαλύπτουν, υπό το φως της βιογραφίας, τη θεματική αυτή. Είναι χαρακτηριστικό το τέλος του διηγήματος που δίνει τον τίτλο στη συλλογή. Παρουσιάζεται η οικογένεια του μεταμορφωμένου σε έντομο ήρωα να νοιώθει ανακουφισμένη μετά το θάνατό του. Στην «Κρίση» ο ήρωας σιγοφωνάζει πέφτοντας από τη γέφυρα για να αυτοκτονήσει: « ‘Αγαπημένοι μου γονείς, κι όμως πάντοτε σας αγαπούσα’. Εκείνη τη στιγμή η κυκλοφορία πάνω στη γέφυρα ήταν αφάνταστα μεγάλη». Έτσι τελειώνει το διήγημα.
  Όμως το φαινόμενο της μεταμφίεση της απωθημένης επιθυμίας που αγωνίζεται να βγει στο φως δεν εκφράζεται πουθενά πιο χαρακτηριστικά από ότι στο διήγημα «Οι έντεκα γιοι».
  Πρόκειται για ένα εξαιρετικά πρωτότυπο διήγημα. Έχουμε έναν πατέρα να παρουσιάζει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση τα πορτρέτα των έντεκα γιων του, ενώ απουσιάζει παντελώς η πλοκή. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν διδακτικό υλικό στη διδασκαλία της προσωπογραφίας. Ο Κάφκα στον ενδέκατο γιο δίνει το δικό του πορτρέτο, την αυτοπροσωπογραφία του. «Μερικές φορές με κοιτάζει σα να θέλει να μου πει: θα σε πάρω μαζί μου πατέρα. Κι εγώ σκέφτομαι: Είσαι ο τελευταίος που θα εμπιστευόμουν». Υπάρχει καλύτερη έκφραση της αγάπης του γιου, αλλά και της απόρριψής του από τον πατέρα; Τα υπόλοιπα δέκα πορτρέτα λες και φτιάχτηκαν για να μπερδέψουν τον αναγνώστη ως προς τη σημασία του τελευταίου.
  Η θεματική αυτή εντάσσεται στη γενικότερη θεματική της οποίας αποτελεί υποκατηγορία, όχι μόνο αυτών των διηγημάτων, αλλά και του συνολικού έργου του Κάφκα: τη θεματική της ματαίωσης, της αποτυχίας, είτε αυτή αναφέρεται στον έρωτα, όπως στο συντομότατο (μιας σελίδας) διήγημα «Στη γαλαρία», είτε γενικά στη ζωή, όπως στο «Ένας αγροτικός γιατρός». Τα έργα του Κάφκα, κινούμενα στα όρια του φανταστικού, αποτελούν μια αλληγορία του πραγματικού. 

Μπάμπης Δερμιτζάκης, 7-10-2007

Franz Kafka, Το σινικό τοίχος και άλλα διηγήματα (μετ. Γιώργος Βαμβαλής) Επίκουρος 1981, σελ. 88

  Στον μικρό αυτό τόμο περιλαμβάνονται διηγήματα που εξέδωσε μετά το θάνατο του Κάφκα ο φίλος του Μαξ Μπροντ.
  Και στα διηγήματα αυτά βλέπουμε την θεματική που κατατρύχει τον Κάφκα σχεδόν σε όλα του τα έργα: το άτομο, ανυπεράσπιστο μπροστά σε δυνάμεις που το ξεπερνούν.
  Το εκτενές διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή αποτελεί μια από τις εξαιρέσεις. Εδώ δεν υπάρχει η απειλή αλλά η αποξένωση ανάμεσα στον αυτοκράτορα και το λαό του.  
  Στο τετρασέλιδο «Η στρατολόγηση» βλέπουμε τη βία της εξουσίας, αλλά και τη μαγνητική επίδραση που ασκεί συχνά στα θύματά της (κάπου πρόσφατα έχω γράψει για το σύμπλεγμα «ταύτιση με τον επιδρομέα», νομίζω στην κριτική μιας ταινίας ενός αφρικανού σκηνοθέτη).
  Το δισέλιδο «Το κτύπημα στην πόλη» δεν χρειάζεται να το σχολιάσουμε. Θα παραθέσουμε μόνο τρία αποσπάσματα.
  «Αργότερα είπαν, όχι μόνο στην αδελφή μου, αλλά και εναντίον μου ως αδελφού θα απαγγελθεί κατηγορία» (σελ. 29).
  «Καθώς όμως πέρασα το κατώφλι της κάμαρας, είπε ο δικαστής, που είχε πηδήξει μπροστά και με περίμενε κιόλας: “Αυτόν τον άνθρωπο τον λυπάμαι”. Ήταν όμως πέρα από κάθε αμφιβολία πως μ’ αυτό δεν εννοούσε την τωρινή μου κατάσταση, αλλά τι μου ’μελλε να πάθω» (σελ. 30).
  Και το διήγημα κλείνει: «Μπορούσα εγώ ακόμα ν’ αναπνέω άλλον αέρα εκτός απ’ αυτόν της φυλακής; Τούτο είναι το μεγάλο ερώτημα ή, μάλλον, θα ήταν, αν είχα ακόμα ελπίδα διαφυγής» (σελ. 30).
  Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής της δισέλιδης «Δοκιμασίας» μας λέει ότι είναι υπηρέτης. Το τέλος είναι ιδιαίτερα καφκικό.
  «-Γιατί θέλεις να φύγεις; Κάθισε κάτω και πιες! Κερνάω. Κάθισα λοιπόν. Με ρώτησε μερικά πράγματα, δεν ήξερα να του απαντήσω, ναι, δεν καταλάβαινα καν τις ερωτήσεις. Γι’ αυτό του είπα: Ίσως να μετανιώσεις τώρα που με κάλεσες, γι’ αυτό φεύγω, κι έκανα να σηκωθώ. Άπλωσε όμως το χέρι του πάνω από το τραπέζι και με τράβηξε κάτω: -Μείνε, μου είπε, ήταν μονάχα μια δοκιμασία. Όποιος δεν απαντά στις ερωτήσεις έχει περάσει τη δοκιμασία» (σελ. 32).
  Και πάλι το τέλος από τη δισέλιδη «Γέφυρα».
  «Η γέφυρα γυρίζει! Δεν είχα στρίψει ακόμα κι άρχισα κιόλας να γκρεμίζομαι, έπεφτα, κι αμέσως ξεσκίστηκα και σουβλίστηκα πάνω στις μυτερές πέτρες, που πάντα με θωρούσαν τόσο ειρηνικά κάτω από τα αφρισμένα νερά» (σελ. 34).
  (Εδώ έκανα μια παρέμβαση. Αντί για «στρίψει» το κείμενο είχε «γυρίσει». Όμως μετά το «η γέφυρα γυρίζει» δεν ήμουν σίγουρος αν μπροστά στο επόμενο «γυρίσει» ήταν «είχα» ή «είχε». Τελικά ήταν «είχα», σωστά. I had not yet quite turned around γράφει η αγγλική μετάφραση. Το πρωτότυπο δυστυχώς δεν το έχω Επειδή με σύγχυσε είπα να επέμβω στη μετάφραση και το «γυρίσει» να το κάνω «στρίψει». Εξάλλου η επανάληψη λέξεων είναι γνωστό ότι πρέπει να αποφεύγεται.)
  Μισή σελίδα είναι το «Η αλήθεια για τον Σάντσο Πάντσα» και συνιστά μια περίπου ανατροπή του κλασικού μυθιστορήματος εστιάζοντας όχι στον ήρωα, αλλά στον υπηρέτη Πάντσο-Φίγκαρο. Και πάλι να δώσουμε το τέλος.
  «Ο Σάντσο Πάντσα, ένας ελεύθερος άνθρωπος, ακολούθησε ατάραχος, ίσως από κάποιο αίσθημα ευθύνης, τον Δον Κιχώτη στις περιπλανήσεις του και είχε απ’ αυτό μια μεγάλη και ωφέλιμη διασκέδαση» (σελ. 35).
  Και πάλι το τέλος από το επίσης ημισέλιδο «Παραιτήσου».
  «(Ο πολισμάνος) Χαμογέλασε και είπε: -Από μένα περιμένεις να μάθεις το δρόμο; -Ναι, του απάντησα, αφού δεν μπορώ να τον βρω μόνος μου. –Παραιτήσου, παραιτήσου, μου είπε, και μ’ ένα μεγάλο άλμα μου γύρισε την πλάτη, όπως οι άνθρωποι που θέλουν να ’ναι μόνοι με το γέλιο τους» (σελ. 36).
  Και η συλλογή τελειώνει με το εκτενέστατο «Το χτίσμα».
  Το διήγημα αυτό αποτελεί, τηρουμένων των αναλογιών, μια αντιστροφή της «Μεταμόρφωσης». Εκεί, ο ήρωας ξυπνάει κάποιο πρωί και νοιώθει ότι έχει μεταμορφωθεί σε κατσαρίδα. Εδώ, ένα ζώο σαν τυφλοπόντικας που όμως τρέφεται με κρέας («Τώρα πια βρίσκομαι κάτω από τα μούσκλα, θρονιασμένος πάνω στην κουβαλημένη λεία, περιρεόμενος από αίμα και χυμούς κρεάτων…» σελ. 59) μιλάει για την αγωνία του, καθώς ένας συνεχής άγνωστος θόρυβος, προφανώς από κάποιο ζώο πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτόν που σκάβει για το  δικό του κτίσμα «προς την κατεύθυνση του δικού μου, σελ. 84» απειλεί με καταστροφή.
  Το διήγημα, διαβάζουμε σε σημείωση, ο Κάφκα το είχε ολοκληρώσει, όμως το τέλος του χάθηκε.
  Δεν έχει σημασία. Εξάλλου αρκετά έργα έχουν ανοικτό τέλος. Ένα δραματικό τέλος θα ήταν η καταστροφή. Ένα μη δραματικό θα ήταν το μεγαλύτερο αυτό ζώο να σταματούσε μπροστά στο χτίσμα, έχοντας ολοκληρώσει την κατασκευή του δικού του.
  Έχει σημασία; Το σασπένς εξάλλου δεν είναι κάτι στο οποίο σκοπεύει ο Κάφκα. Αυτό που, πιστεύω, τον ενδιέφερε, είναι η έκφραση της αγωνίας μπροστά σε μια επαπειλούμενη καταστροφή.
  Χρειάζεται να το πω; Το ζώο αυτό στέκει μεταφορικά για τον άνθρωπο.



Post a Comment