Book review, movie criticism

Saturday, March 25, 2017

Elias Canetti (1905-1994) Τύφλωση, Το παιχνίδι των ματιών, Η άλλη δίκη, Πάρτι και αερομαχίες



Elias Canetti (1905-1994)

Ελίας Κανέττι, Τύφλωση, μετ. Τζένη Μαστοράκη, Γράμματα 1985, σελ. 549.

  Υπάρχουν γυναίκες που ψωνίζουν με τις εκπτώσεις και γυναίκες που ψωνίζουν μόνο τις προσφορές. Οι δεύτερες πρέπει να είναι απόλυτη μειοψηφία. Κατ’ αναλογία, ανήκω κι εγώ όχι σε αυτούς που αγοράζουν βιβλία με έκπτωση αλλά σ’ αυτούς που αγοράζουν βιβλία σε προσφορά, μειοψηφία κι εγώ. Έτσι αγόρασα το «Ο Χεμινγουέη στην Κούβα» για το οποίο έχω κάνει ήδη ανάρτηση, έτσι αγόρασα και την «Τύφλωση» του Ελίας Κανέττι, του οποίου παρουσιάσαμε πέρυσι ένα τόμο της 
αυτοβιογραφίας του. Το αγόρασα δεν θυμάμαι πότε, 5 ευρώ (δηλαδή 4.90, οι γύφτοι καρπουζάδες ήταν νομίζω οι πρώτοι διδάξαντες) και πριν λίγες μέρες με έπιασε η επιθυμία να το διαβάσω.
  Θα ξεκινήσω αφοριστικά: Είναι το καλύτερο βιβλίο που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Και, όπως διάβασα και στην βιογραφία του Κανέττι, είναι το μόνο του μυθιστόρημα, και εκδόθηκε όταν ήταν 30 χρόνων, το 1935.
  Θα επαναλάβω πάλι πράγματα που έχω πει: Δυο αρετές μου αρέσουν σε ένα μυθιστόρημα, το σασπένς και το χιούμορ. Το σασπένς είναι εγγενές λίγο πολύ σε κάθε αφήγηση, και έτσι δεν μπορούσε να λείπει και από εδώ. Όμως το χιούμορ δεν υπάρχει υποχρεωτικά, και σε αυτό το βιβλίο υπάρχει άφθονο και σπαρταριστό.
  Οι λατινοαμερικάνοι μας δίδαξαν τον μαγικό ρεαλισμό, όρος που παραπέμπει συνειρμικά στο μαγικό παραμύθι. Το αντίστοιχο – και αντίστροφο - στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα δεν έχει δηλωθεί με έναν όρο, ή τουλάχιστον δεν έχω υπόψη μου, αλλά για τις ανάγκες αυτής της ανάρτησης θα το ονόμαζα αφηγηματικό γκροτέσκο. Το φανταστικό, όπως το ορίζει ο Τσβετάν Τοντόροφ, είναι πολύ ευρύτερο. Σ’ αυτή την κατηγορία θα κατέτασσα τον Κάφκα ( «Δίκη», «Πύργος», «Μεταμόρφωση»), τον Μπουλγκάκοφ («Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα») τον «Θαυμαστό καινούριο κόσμο» του Χάξλεϊ και τα «1984» και «Η φάρμα των ζώων» του Όργουελ, έργα πολυσυζητημένα. Α, ναι, και τους «Σατανικούς στίχους» του Σαλμάν Ρασντί, θα υπάρχουν κι άλλα που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή, και περισσότερα που δεν τα έχω υπόψη μου. Πάντως το χαρακτηριστικό όλων τους είναι μια ζοφερή, εξπρεσιονιστική ατμόσφαιρα, και έχουν σχεδόν πάντα unhappy end (να μην πω πάντα γιατί δεν είμαι σίγουρος). Τέλος ο αλληγορικός και σατιρικός χαρακτήρας τους είναι ιδιαίτερα έντονος. Σ’ αυτή την κατηγορία θα κατέτασσα και την «Τύφλωση».
Οι ήρωες στο έργο αυτό σκιαγραφούνται με την υπερβολή της καρικατούρας. Ο Πέτερ Κην είναι σινολόγος και διαθέτει μια τεράστια βιβλιοθήκη. Έχει μεγάλη φήμη, η οποία όμως τον αφήνει αδιάφορο. Είναι αφιερωμένος στις μελέτες του. Μαζί με τον αδελφό του τον Γκέοργκ είναι οι μόνοι «θετικοί» ήρωες στο έργο. Τα υπόλοιπα πρόσωπα αποτελούν προσωποποίηση της ευτέλειας, της ψευτιάς και της απάτης. Και πρώτα πρώτα η οικονόμος που γίνεται στη συνέχεια γυναίκα του για να του ψήσει το ψάρι στα χείλη. Κατόπιν ο θυρωρός, συνταξιούχος αστυνομικός, που και αυτός κοιτάζει πώς να τον εκμεταλλευτεί. Τέλος είναι ο καμπούρης νάνος με την «συνταξιούχα», την πόρνη γυναίκα του, που και αυτός κοιτάζει να εκμεταλλευτεί τον Κην, έχοντας στην υπηρεσία του την ομάδα των τεσσάρων, όλα αποβράσματα της κοινωνίας με πρώτο και καλύτερο έναν ζητιάνο που είναι τυφλός μόνο εν ώρα εργασίας. «Το επάγγελμά του τον ανάγκαζε να το βουλώνει όταν κανένα καθίκι του ’ριχνε κουμπί στο κασκέτο του, κι έτσι, εκτός υπηρεσίας είχε τα μάτια του τέσσερα» (σελ. 255). Λένε όλοι τους ασύστολα ψέματα. Επίσης, κουτοπόνηροι καθώς είναι, ερμηνεύουν αλλιώς καταστάσεις και επεισόδια, και σ’ αυτό στηρίζονται πολλά από τα ειρωνικά εφέ που υπάρχουν στο έργο.
Όλοι αυτοί, που με τον ένα ή τον άλλο λόγο κοιτάζουν πώς να ξεγελάσουν και να εξαπατήσουν τον Κην, δεν αποτελούν παρά τη μάζα. Ο εστέτ της διανόησης Κανέττι στο πρόσωπο του Κην σκιαγραφούσε όχι μόνο γενικά τον διανοούμενο αλλά πιο ειδικά τον εαυτό του. Γράφοντας αυτό το μυθιστόρημα ίσως δεν φανταζόταν πως η ζωή του θα έμοιαζε σε αρκετά σημεία με τη ζωή του Κην. Όπως θυμάμαι από τον μοναδικό τόμο της αυτοβιογραφίας του που διάβασα, δεν τον ενδιέφερε η «επιτυχία», όπως την εννοούν συνήθως. Τον ενδιέφερε η μελέτη και η γνώση. Θεωρείται κυρίως ως φιλόσοφος και όχι ως λογοτέχνης, αν και λιγότερο βέβαια από τον Μπεργκσόν, που και αυτός πήρε Νόμπελ λογοτεχνίας.
Όπως είπαμε δεν έγραψε άλλο μυθιστόρημα. Το έργο ζωής του ήταν η μελέτη της μάζας, που εκδόθηκε το 1960 με τον τίτλο «Μάζα και εξουσία». Φαντάζομαι ότι οι θέσεις του για τη μάζα στο έργο αυτό θα είναι περίπου οι ίδιες μ’ αυτές που φαίνονται σε μια χαρακτηριστική παράγραφο στις σελίδες 481-482, από την οποία θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα. «Η μάζα παφλάζει, ένα πελώριο, άγριο, αγκρισμένο ζώο που ξεχειλίζει από χυμούς βρίσκεται μέσα σ’ όλους μας, βαθιά. Παρά την ηλικία της, είναι το νεαρότερο ζώο, το κύριο δημιούργημα της γης, ο σκοπός και το μέλλον της. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τη μάζα. Ζούμε ακόμη ως δήθεν άτομα. Κάποιες φορές η μάζα μας κατακλύζει, μια βρυχώμενη θύελλα, ένας απέραντος, πολύβουος ωκεανός, που όλες οι σταγόνες του είναι ζωντανές και λαχταρούν το ίδιο πράγμα. Σε λίγο όμως διαλύεται, και ξαναγινόμαστε «εμείς»: φτωχοί, λεηλατημένοι».
Ο Κην μοιάζει με τον δον Κιχώτη στις εμμονές του. Η Δουλτσινέα του είναι τα βιβλία, τα οποία αγωνίζεται να προστατεύσει – όχι μόνο τα δικά του, αλλά και τα ξένα. Και ο καμπούρης δίπλα του μοιάζει με τον Σάντσο Πάντσα, με τη διαφορά βέβαια ότι κοιτάζει να τον εκμεταλλευτεί, να του πάρει τα λεφτά που χρειάζεται για το πολυπόθητο ταξίδι του στην Αμερική (Αμέρικα Αμέρικα!!!), ταξίδι που δεν θα προλάβει να κάνει γιατί θα δολοφονηθεί. Αλλά όλοι οι διανοούμενοι δεν έχουν κάτι από τον δον Κιχώτη; Το πρακτικό πνεύμα τούς είναι λίγο πολύ ξένο, καθώς είναι δοσμένοι στις μελέτες τους. Και θυμήθηκα ένα ανέκδοτο που μου είπε ο φίλος μου ο Χρήστος. Ένας καθηγητής, εργένης, είχε δύο γάτες, μια μικρή και μια μεγάλη. Επειδή δεν ήθελε να τον ενοχλούν νιαουρίζοντας να τους ανοίξει την πόρτα για να μπουν στο γραφείο του, παράγγειλε μια ειδική πόρτα στον μαραγκό, η οποία στο κάτω μέρος θα είχε δυο τρύπες, μια μεγάλη και μια μικρή, από τη μεγάλη να μπαίνει η μεγάλη γάτα και από τη μικρή να μπαίνει η μικρή γάτα. Πραγματική ιστορία.
Και οι συνειρμοί:
Διαβάζοντας το βιβλίο θυμήθηκα τον Μπόρχες. Όχι μόνο γιατί ήταν καταδικασμένος κάποια στιγμή να τυφλωθεί αλλά και γιατί και αυτός γνώρισε την επιτυχία δια της τεθλασμένης. Αναγνωρίστηκε στην πατρίδα του αφού αναγνωρίστηκε πρώτα στο εξωτερικό. Το ίδιο και η «Τύφλωση» του Κανέττι, της έγινε μια περίπου αδιάφορη υποδοχή στη Γερμανία όταν πρωτοεκδόθηκε, για να αναγνωριστεί μόνο αφού αναγνωρίστηκε σαν αριστούργημα στην Αγγλία, την Αμερική και τη Γαλλία.
Ο τίτλος επίσης μου θύμισε τους τυφλούς του Ερνέστο Σαμπάτο, για να θυμηθώ στη συνέχεια ότι και αυτός σπούδασε θετικές επιστήμες όπως και ο Κανέττι, και ήταν εξίσου ολιγογράφος. Μήπως η ολιγογραφία είναι ίδιον αυτών που σπουδάζουν θετικές επιστήμες;
Διαβάζω για τον καμπούρη: «… κι αποφάσισε να ξεπετάει δυο γλώσσες τη βδομάδα στις ελεύθερες ώρες που θα του ’μεναν από το πρωταθλητηλίκι στην Αμέρικα. Έχουμε και λέμε, δηλαδή, εξήντα έξι γλώσσες το χρόνο, και παραπάνω δε χρειάζεται βράσ’ τες τις τοπικές διαλέκτους, αυτές και με τα ψέματα τις πασαλείβεις!» (σελ. 421).
Προς τι η ειρωνεία; Το έκανα κι εγώ, δυο γλώσσες τη βδομάδα, μόλις είχα τελειώσει τη στρατιωτική μου θητεία, ΔΕΑ ΕΜ, δόκιμος έφεδρος αξιωματικός εφοδιασμού μεταφορών. Σε επίπεδο βέβαια άνευ διδασκάλου, με τη σειρά Teach yourself books, και σε κάποιες γλώσσες και με τη σειρά Assimil, με κασέτες. Έμαθα έξι, σε τρεις βδομάδες. Ήταν για να εντυπωσιάσω μια κοπέλα. Δεν τα κατάφερα. Έτσι σταμάτησα. Αργότερα είδα ότι δεν θα μπορούσα να διαβάσω σ’ αυτές βιβλία, και τις παράτησα. Όχι όλες. Κράτησα τα ισπανικά και τα πορτογαλικά. Τα ισπανικά έγιναν η γλώσσα επικοινωνίας με μια άλλη κοπέλα, τα πορτογαλικά ξέρω και τα διαβάζω. Ήδη στο πρώτο μου βιβλίο, την παραψυχολογία, παραπέμπω σε ένα βραζιλιάνικο βιβλίο το οποίο το διάβασα όλο.
«Οι διάλογοι (από τη μέθοδο άνευ διδασκάλου που μάθαινε αγγλικά ο καμπούρης) ήταν θαύμα πρωτοτυπίας, όλο ‘ο ήλιος λάμπει’ και ‘η ζωή είναι μικρή’» (σελ. 415). Κοίτα να δεις, κι εγώ που νόμιζα για πρωτότυπη τη φράση a vida e corta από το πορτογαλικό Assimil μου, που τη θυμάμαι ακόμη.
Ο κυρίαρχος αφηγηματικός τρόπος του βιβλίου είναι ο ελεύθερος πλάγιος λόγος, που τονίζει περισσότερο την ειρωνεία, καθώς συμφύρονται σ’ αυτόν ο λόγος ή οι σκέψεις των ηρώων και η πρόσληψή τους από τον εξωδιηγητικό αφηγητή. «Κοίταξε το ελεύθερο χέρι του. Όχι, δεν ήτανε σε ξένη τσέπη. Και να πεις πως έβρισκε και τίποτα; Ψιλοπράγματα… Καλέ, πώς τα βάζουν έτσι με αθώους; Ακόμα δεν πρόφτασε να κλέψει και του ρίχνονται; Από πάνω πέφτουν σφαλιάρες, από κάτω κλοτσιές» (σελ. 377).
Η μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη (τη θυμάμαι ακόμη από τις ‘δεκαεφτάχρονες κουβεντούλες’ στο Μοντέρνοι Ρυθμοί και Τραγούδια», όταν εγώ ήμουν δεκαεξάχρονος) είναι από τις καλύτερες που έχω συναντήσει μέχρι τώρα. Τώρα βέβαια μια ένσταση για το πέντε στα κινέζικα που δεν είναι βου αλλα γου (η Τζένη διαβάζει το wu στα γερμανικά) δεν σημαίνει τίποτα, γιατί οι κινέζικες λέξεις κακοπαθαίνουν στις ελληνικές μεταφράσεις, αλλά γι αυτό θα ξαναγράψω στο βιβλίο που διαβάζω τώρα. Δεν είμαι σινολόγος σαν τον Κην, αλλά ξέρω κάτι λίγα κινέζικα, και επίσης κάτι λίγα για το κινέζικο θέατρο. Αν δεν με πιστεύετε, να, έτσι γράφεται το πέντε στα κινέζικα,
. Όσο για το θέατρο, κάντε κλικ εδώ.
Η γυναίκα του Κην, η Θηρεσία, τον περνούσε 16 χρόνια. Την παντρεύτηκε αφού την είχε οκτώ χρόνια στην υπηρεσία του σαν οικονόμο. Σεξ δεν έκαναν ποτέ. Και θυμήθηκα το παρακάτω ανέκδοτο, για να τελειώσω μ’ αυτό την παρουσίαση.
Ένας πανεπιστημιακός πηγαίνει να περάσει τις διακοπές του σε ένα χωριό, στο σπίτι μιας χωριάτισσας. Της χωριάτισσας της καλάρεσε, και του παρουσιάζεται το επόμενο πρωί, φέρνοντάς του το πρωινό, με ένα ελαφρώς προκλητικό ντύσιμο. –Εσείς κύριε καθηγητά πώς τη βρίσκεται; -Να, εμείς οι πανεπιστημιακοί τη βρίσκουμε με το διάβασμα. Μας αρέσει πάρα πολύ, αυτό είναι η χαρά της ζωής μας. Δεν φάνηκε να κατάλαβε τίποτα από την πρόκληση. Το άλλο πρωί του παρουσιάζεται με ακόμη πιο τολμηρό ντύσιμο. – Καλά κύριε καθηγητά, εκτός από το διάβασμα δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να σας γεμίζει με χαρά στη ζωή; -Μα πως, το γράψιμο. Δεν φαντάζεστε τι χαρά βρίσκουμε εμείς οι πανεπιστημιακοί γράφοντας τις πραγματείες μας. Πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο καθηγητής. Αφού έφαγε το πρωινό του, έκανε μια βόλτα στην αυλή. Στην άκρη της αυλής ήταν το κοτέτσι. Πηγαίνει προς τα εκεί, και βλέπει με έκπληξη ότι υπήρχαν πέντε κοκόροι. Πηγαίνει στη σπιτονοικοκυρά και της λέει έκπληκτος. –Μα πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν πέντε κοκόροι σε ένα κοτέτσι; -Μην ανησυχείτε κύριε καθηγητά, ο ένας μόνο πηδάει, οι υπόλοιποι είναι πανεπιστημιακοί. Βέβαια ο Κην δεν ήταν πανεπιστημιακός, αλλά θα μπορούσε να είναι, είχε αποποιηθεί πολλές προτάσεις.
Για όσους πείστηκαν από την παρουσίασή μου και θα ήθελαν να διαβάσουν το βιβλίο, στο newsletter της Πρωτοπορίας είδα ότι υπάρχει δεμένο με 10 ευρώ (για την ακρίβεια, 9.90, το λέω για κανένα τσιγκούνη).
Αλλά στον Κανέττι θα επανέλθουμε με ένα άλλο έργο του, το «
Η άλλη δίκη: τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε». Και μια και το έπιασα για να αντιγράψω τον τίτλο, και βλέπω ότι δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, ας το διαβάσω και αυτό, να βάλω τις δυο παρουσιάσεις μαζί μαζί. 

Ελίας Κανέτι, Το παιχνίδι των ματιών, μετ. Αλεξάνδρα Παύλου, Καστανιώτης 2006

  Όταν πήρα το βιβλίο να το παρουσιάσω σαν Λέξημα νόμιζα ότι ήταν μυθιστόρημα, δεν φαντάστηκα ότι ήταν αυτοβιογραφία, και μάλιστα ο τρίτος τόμος. Και καθώς η αυτοβιογραφία και γενικά η βιογραφία είναι ένα είδος που μου αρέσει ιδιαίτερα ξεκίνησα την ανάγνωσή του γεμάτος ενθουσιασμό.
  Από τις βιογραφίες αντλώ μαθήματα ζωής. Η βιογραφία που μου άρεσε περισσότερο ήταν αυτή του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Στην αυτοβιογραφία αυτή του Κανέτι βρήκα ένα συμπληρωματικό στοιχείο για τον Βιτγκενστάιν που αγνοούσα, ή εν πάση περιπτώσει δεν είχα συγκρατήσει στη μνήμη μου: δώρισε όλη την περιουσία που κληρονόμησε από τον πατέρα του για αγαθοεργούς σκοπούς (σελ. 168).
  Όμως ας περάσουμε στο βιβλίο.
  Γράφει ο Κανέτι: «Θέλω να αναφέρω μερικούς ανθρώπους που πήγαιναν στο ατελιέ της (Άννας Μάλερ) και μ’ αυτούς να δημιουργήσω τώρα κάτι σαν δική μου γκαλερί» (σελ. 180).
  Τελικά ο αυτοβιογραφικός αυτός τόμος στο μεγαλύτερο μέρος του δεν είναι παρά μια γκαλερί, μια γκαλερί με προσωπογραφίες, όχι μόνο εκείνων που σύχναζαν στην γκαλερί της Άννας Μάλερ αλλά και αρκετών άλλων. Ο Κανέτι τελικά είναι ένας δεξιοτέχνης της προσωπογραφίας. Τόσο εικαστικά, αλλά κυρίως ψυχογραφικά, είναι αναλυτικότατος, κυρίως στις διασημότητες, και απολαυστικότατος στη γελοιογραφική απεικόνιση προσώπων που αντιπαθεί.
  Οι παρομοιώσεις που χρησιμοποιεί για τις προσωπογραφήσεις του προέρχονται συχνά από το ζωικό βασίλειο, και μάλιστα το βασίλειο των πτηνών: «βατραχίσιο μάτι», «στόμα κυπρίνου» (σελ. 70), «κεφάλι πουλιού» (σελ. 320), «κατσικίσια φωνή» (σελ.354) κ.ά., όχι υποχρεωτικά με τις γελοιογραφικές συνδηλώσεις τους αλλά για την ακρίβεια της περιγραφής.
  Πέρα όμως από τη δεξιοτεχνία στην προσωπογράφηση, τα ίδια τα πρόσωπα που προσωπογραφεί έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί στην πλειονότητά τους πρόκειται για διασημότητες, είτε στον τομέα της λογοτεχνίας είτε στον τομέα της τέχνης. Στους ιδιαίτερα διακεκριμένους αναφέρεται σε ξεχωριστά κεφάλαια όπως «Μούζιλ», «Ο Τζόις χωρίς καθρέφτη», «Άλμπαν Μπεργκ» και «Γράμμα από τον Τόμας Μανν». Τους μη ξεχωριστούς τους εντάσσει σε άλλα κεφάλαια. Στο «Πρόσκληση στους Μπένεντικτ» κάνει κυριολεκτικά σκουπίδι τον Έμιλ Λούντβιχ.
  Μπορεί τα όσα καταμαρτυρεί στην Άλμα Μάλερ, τη γυναίκα του μεγάλου μουσικού, να είναι αλήθεια, όμως έχουμε κάθε λόγο να αμφιβάλουμε ότι η θλίψη της για το θάνατο της κόρης της ήταν ψεύτικη, όπως την παρουσιάζει σε ένα απολαυστικό απόσπασμα:
  «Εγώ πρόσεξα ότι ακόμα και τα δάκρυά της είχαν ασυνήθιστο σχήμα. Δεν ήταν πάρα πολλά, όμως ήξερε εκείνη να κλαίει έτσι ώστε τα δάκρυα να ενώνονται δημιουργώντας υπερμεγέθη σχήματα, δάκρυα που όμοιά τους δεν είχα δει ποτέ μου, ίδια με τεράστια μαργαριτάρια, πολύτιμα στολίδια-δεν μπορούσες να τα κοιτάξεις δίχως να ξεσπάσεις σε ηχηρό θαυμασμό για τόση υπέρμετρη μητρική αγάπη…. Με φουσκωμένα δάκρυα, εξαιρετικά δείγματα, που τέτοια δεν φιλοτέχνησε ποτέ κανένας ζωγράφος. Με κάθε λέξη του φίλου της, ο οποίος εκφωνούσε τον επικήδειο λόγο, φούσκωναν αυτά όλο και περισσότερο και κατέληγαν να κρέμονται σαν σταφύλια από τα χοντρά της μάγουλα. Έτσι ήθελε η ίδια να τη δουν και έτσι την είδαν…» (σελ. 235-236).
  Μπορεί με το εφέ υπερβολής να εικονογραφεί πιο πειστικά μια υποκριτική θλίψη, καθιστά όμως ταυτόχρονα ύποπτο το εγχείρημα.
  Και βλέπουμε εδώ μια ακόμη διαφορά ανάμεσα στη λογοτεχνία του πραγματικού και του φανταστικού. Αν η παραπάνω περιγραφή ήταν από ένα μυθιστόρημα θα απολαμβάναμε την ευρηματικότητα του Κανέτι. Με το να περιγράφει όμως μια πραγματική σκηνή, μας δημιουργείται η υποψία της προκατάληψης.
  Και δεν τον φτάνει η δύστυχη η Άλμα Μάλερ, περιλαμβάνει και τη «Μάρθα, τη χήρα του Γιάκομπ Βάσερμαν», που μετά την κηδεία βρίσκει την ευκαιρία να κλάψει πάνω στον τάφο του άνδρα της, κατά τον Κανέτι επίσης υποκριτικά: «Η όλη σκηνή ήταν ελαφρώς πιο υπερβολική απ’ όσο έπρεπε-εάν τα χέρια έτρεμαν λιγότερο συχνά, εάν…. θα θεωρούσες αυτή τη συγκίνηση αληθινή. Όμως τη φορτικότητα τέτοιων σκηνών δεν ήθελες να την πιστέψεις…» (σελ. 237).
  Όμως ο Κανέτι είναι ένας Στρίντμπεργκ (κάπου αναφέρεται κι αυτός) μόνο για τις γερασμένες γυναίκες. Για τις νέες έχει μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση. Την Άννα την ερωτεύεται, και εξακολουθεί να τρέφει αισθήματα γι αυτήν ακόμη και όταν τον αποπέμπει. Όμως είναι εξαιρετικά συγκινητικός όταν περιγράφει πως τον μάγεψε ένα δεκατετράχρονο κορίτσι (νόμιζε ότι ήταν δεκαοχτάχρονο), και της την έστηνε κάθε μέρα από εκεί που θα περνούσε, απλά για να τη δει.
  «Μόλις πλησίαζε η δική της ώρα διέκοπτα τη δουλειά μου. Ακουμπούσα κάτω το μολύβι, πεταγόμουν επάνω και έφευγα από το διαμέρισμα από μια ιδιαίτερη πόρτα που ένωνε το δωμάτιό μου με τον προθάλαμο του σπιτιού, έτσι που κανένας δεν με έβλεπε να φεύγω… Λιγάκι φοβόμουν πάντοτε μήπως η μορφή Καμπούκι, το ανατολίτικο κορίτσι, είχε κιόλας περάσει, όμως αυτό δεν συνέβαινε ποτέ… ερχόταν ορμητικό προς το μέρος μου το άγριο κορίτσι, που σκόρπιζε γύρω του έξαψη. Εγώ ρουφούσα μέσα μου όσο μπορούσα περισσότερη από αυτή την έξαψη, ρουφούσα τόση πολλή, ώστε θα μου έφτανε περισσότερο από μία μέρα» (σελ. 257-258).
  Βρήκα το σημείο που αναφέρεται ο Στρίντμπεργκ. Είναι ένα απόσπασμα όπου μιλάει η μητέρα του:
  «Ποιον να πιστέψεις αν όχι τους λογοτέχνες; Τους εμπόρους μήπως; Τους πολιτικούς; Εγώ πιστεύω μονάχα τους λογοτέχνες. Μα πρέπει αυτοί να είναι δύσπιστοι όπως ο Στρίντμπεργκ και να διαβλέπουν τις προθέσεις των γυναικών. Πρέπει να σκέφτεσαι τα χειρότερα για τους ανθρώπους. Κι όμως, δεν θα ήθελα να ζήσω ούτε μία ώρα λιγότερο. Ας είναι οι άνθρωποι κακοί! Είναι υπέροχο πράγμα να ζεις! Είναι υπέροχο να διαβλέπεις όλα τα άσχημα και να ζεις παρ’ όλα αυτά (σελ. 263).
  Ας το υπογραμμίσουμε αυτό: «Ας είναι οι άνθρωποι κακοί! Είναι υπέροχο πράγμα να ζεις! Είναι υπέροχο να διαβλέπεις όλα τα άσχημα και να ζεις παρ’ όλα αυτά».
   Υπάρχουν αρκετά κουτσομπολιά για τις μικρότητες, τις αντιζηλίες και τις κακίες των μεγάλων ανδρών που προσωπογραφούνται από τον Κανέτι. Δεν έχει νόημα να αναφερθούμε σε κανένα από αυτά. Θα κλείσουμε την παρουσίαση αυτή με ένα  απόσπασμα και μια ρήση. Το απόσπασμα είναι από ένα γράμμα του Άλμπαν Μπεργκ σε μαθητή του: «Ένας δυο μήνες μου μένουν ακόμα να ζήσω – τι όμως μετά; Δεν σκέφτομαι και δεν εξετάζω τίποτε άλλο πέρα από τούτο – είμαι λοιπόν σε βαθιά κατάθλιψη» (σελ. 270).
  Ο Ίρβιν Γιάλομ θεωρεί τον φόβο του θανάτου σαν ένα από τα τέσσερα υπαρξιακά προβλήματα που κατατρύχουν τον άνθρωπο (τα άλλα τρία είναι ο έρωτας, η μοναξιά και το νόημα της ζωής). Εδώ μας παρουσιάζεται ένα ακόμη πρόβλημα, περισσότερο τρομακτικό, όταν ο θάνατος βρίσκεται πια προ των πυλών: Μετά. Τι υπάρχει μετά;
  Και η ρήση: …προερχόταν, «όπως όλοι μας, από το Παλτό» (του Γκόγκολ) (σελ. 283. Τελικά διαβάζοντας τον Ντοστογιέφσκι του Κωστή Παπαγιώργη είδα πως το είπε ο Τουργκένιεφ. Έχει και κάτι καλό να καθυστερείς λίγο την ανάρτηση).
  Καλά, να μας κλέβουνε τα όνειρα, αλλά να μας κλέβουνε και το παλτό; Εμένα μόλις μου το έκλεψαν.

Elias Canetti, Η άλλη δίκη-Τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε, μετ. Αλέξανδρος Ίσαρης, Scripta 2002, σελ. 139

Ολιγογράφος ο Κανέττι, το «Η άλλη δίκη» είναι ένα από τα δυο έργα του που στη βιογραφία στο αυτί του βιβλίου χαρακτηρίζεται ως δοκίμιο. Στην πραγματικότητα είναι μια προσπάθεια βιογραφικής ανασύστασης της σχέσης του Κάφκα με τη Φελίτσε, στη βάση κυρίως των επιστολών που της έστειλε και οι οποίες δημοσιεύτηκαν, απ’ ότι φαίνεται, λίγο καιρό πριν καταπιαστεί ο Κανέττι με αυτή τη μελέτη (1968). Η Φελίτσε τις πούλησε μετά το θάνατο του Κάφκα στον εκδότη του.
Ο Κάφκα αρραβωνιάστηκε δυο φορές τη Φελίτσε, και το βιβλίο χωρίζεται σε δυο μέρη, όπου το καθένα πραγματεύεται τις αντίστοιχες περιόδους. Η πρώτη περίοδος του αρραβώνα του έληξε με την περίφημη «δίκη στην Ασκανική αυλή», όπου οι Φελίτσια με τους δικούς της του τα έψαλλαν για καλά, με ποινή τη διάλυση του αρραβώνα. Ο δεύτερος αρραβώνας διαλύθηκε από τον ίδιο τον Κάφκα, και η διάλυση αυτή συνέπεσε με την πρώτη του αιμόπτυση.
Σε κάθε βιογραφία εμπεριέχονται και δοκιμιακά τμήματα, μικρότερα ή μεγαλύτερα. Το εκτενέστερο εδώ βρίσκεται στην αρχή του δεύτερου μέρους, όπου ο Κανέττι ανιχνεύει αναλογίες ανάμεσα στη «Δίκη» και τη δίκη στην Ασκανική αυλή. Οι παρατηρήσεις και οι επισημάνσεις του Κανέττι είναι ιδιαίτερα καίριες και διεισδυτικές, αλλά κυρίως είναι φοβερά επινοητικός ο τρόπος με τον οποίο ανασυστήνει τη βιογραφία του Κάφκα με βάση αυτές τις επιστολές.
Και προχωρούμε σε επιμέρους παρατηρήσεις.
Στην προηγούμενη ανάρτησή μας για την «Τυφλότητα» υποστηρίξαμε ότι ο Κανέττι, στο πρόσωπο του Κην σατιρίζει όχι μόνο τον διανοούμενο γενικά αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του. Στο έργο αυτό βρίσκουμε «βιογραφικές» ομοιότητες ανάμεσα στον Κανέττι και τον ήρωά του. Ο Κανέττι φαίνεται γνώστης του κινέζικου πολιτισμού όπως δείχνουν οι συχνές αναφορές του στην Κίνα. Τηρουμένων των αναλογικών θα λέγαμε ότι είναι και αυτός σινολόγος.
Διαβάζω: «Είχε γράψει κάτι που δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει, γιατί δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να είναι ανώτερο από την «Μεταμόρφωση»: αποτελεί μια από τις λίγες μεγάλες, ολοκληρωμένες δημιουργίες αυτού του αιώνα» (σελ. 29).
Διάβασα το έργο σχετικά πρόσφατα και με εντυπωσίασε φοβερά. Έχω κάνει μάλιστα και σχετική ανάρτηση γι αυτό.
Διαβάζω ακόμη:
«Σε μια αναπάντεχη επίσκεψη που της κάνει στο Βερολίνο, και ενώ βαδίζουν στον Ζωολογικό Κήπο, ταπεινώνεται με τρόπο πρωτοφανή μπροστά της. Εξευτελίζεται καθώς φέρεται «σαν σκυλί» και δεν πετυχαίνει τίποτα τελικά. Η περιγραφή αυτής της ταπείνωσης και η επίδραση που είχε επάνω του, έτσι όπως είναι μοιρασμένη σε διάφορα γράμματα προς την Γκρέτε Μπλοχ, είναι, ανεξάρτητα από την «ιστορία του αρραβώνα» τους, πολύ σημαντική. Μας δείχνει πόσο βαθιά υπέφερε ο Κάφκα όταν ταπεινωνόταν. Ασφαλώς ήταν το πιο περίεργο από τα χαρίσματά του, η ικανότητά του να μεταμορφώνεται σε κάτι μικροσκοπικό, όμως χρησιμοποιούσε το χάρισμα αυτό για να αποδυναμώνει τις ταπεινώσεις. Και οπότε κατόρθωνε να τις αποδυναμώνει, ένιωθε ηδονή. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι διαφέρει κατά πολύ από τον Ντοστογιέφσκι, γιατί σε αντίθεση μ’ εκείνον είναι ένας από τους πιο περήφανους ανθρώπους. Καθώς είναι εμποτισμένος με τον Ντοστογιέφκσι και εκφράζεται συχνά μέσω αυτού, παρασυρόμαστε και τον παρεξηγούμε. Γιατί ο ίδιος δεν βλέπει ποτέ τον εαυτό του σαν σκουλήκι χωρίς να τον μισεί» (σελ. 65).
«Σε αντίθεση μ’ εκείνον». Αυτή την αντίθεση την έχω στο μυαλό μου πολύ καθαρά, καθώς μόλις πριν λίγο καιρό διάβασα τον «Σωσία», και αρκετά πρόσφατα το «Υπόγειο», αλλά και τον «Παίχτη», όπου αυτό που με εντυπωσίασε σ’ αυτά τα έργα είναι η μαζοχιστική ικανοποίηση που αντλούν οι ήρωες ταπεινωνόμενοι, και μάλιστα θυμάμαι ακόμη το «Υπόγειο» όπου ο ήρωας επιζητούσε αυτή την ταπείνωση. Βέβαια κατά βάθος, όπως μπορούμε όλοι να φανταστούμε και όπως είναι φυσικό, η ταπείνωση αυτή τους πλήγωνε, και η επιδίωξη μιας παραπέρα ταπείνωσης ισοδυναμούσε με το «να, βλέπεται, δεν πληγώνομαι», κάτι σαν θεραπεία δια της ομοιοπαθητικής. Ο Ντοστογιέφσκι, όπως θυμάμαι στη βιογραφία του Κωστή Παπαγιώργη, είχε δεχθεί ως νέος συγγραφέας αρκετές ταπεινώσεις από τους κύκλους των διανοουμένων.
Ταπείνωση και εξουσία είναι τα ερμηνευτικά κλειδιά για τον Κάφκα, σύμφωνα με τον Κανέττι.
Διαβάζοντας τα σχετικά με τη «Δίκη», και έχοντας διαβάσει πριν χρόνια το έργο, έκανα πάλι κάποιες σκέψεις για την ερμηνεία. Η «Δίκη» θεωρείται έργο αλληγορικό, που αναφέρεται στις αδυσώπητες δομές της εξουσίας, κάτω από τις οποίες το άτομο, ολότελα ανίσχυρο, εκμηδενίζεται τελικά (το έργο τελειώνει όχι με μια τυπική εκτέλεση, κρεμάλα ή εκτελεστικό απόσπασμα π.χ., του Τζόζεφ Κ. αλλά με το σφαγιασμό του. Ο ήρωας σφάζεται με μαχαίρι από τους εκτελεστές του, σαν ζώο σε σφαγείο). Ο Κανέττι επισημαίνει τις αναλογίες της «Δίκης» με τη δίκη στην Ασκανική αυλή. Τελικά στη λογοτεχνική δημιουργία, και όχι μόνο, συμπλέκονται το ατομικό (η βιογραφία και η ατομική ψυχολογία) με το κοινωνικό (κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και γεγονότα της εποχής). Όμως το βάρος πέφτει πότε στο ένα και πότε στο άλλο. Αν η «Δίκη» έτυχε τόσο μεγάλης αποδοχής πιστεύω ότι οφείλεται κυρίως στην κοινωνική αλληγορία της. Όμως ο Κανέττι, με τον οποίο συμφωνώ απόλυτα, προκρίνει τη «Μεταμόρφωση», στην οποία εκφράζεται ο σπαραγμός ενός γιου που αντιμετωπίζει όχι μόνο την εξουσία αλλά και την απόρριψη του πατέρα. Ο Κανέττι αναφέρεται συχνά σ’ αυτή τη σχέση πατέρα και γιου.
Ένας αυταρχικός πατέρας μπορεί να στραγγαλίσει το παιδί του. Αλλά ο στραγγαλισμός αυτός αποτελεί και το εφαλτήριο της καλλιτεχνικής δημιουργίας (το άκουσα πρόσφατα σε συνέδριο για την ποίηση στην ΕΣΗΕΑ: Το 80% των ποιητών είναι νευρωσικοί και το υπόλοιπο 20% ψυχοπαθείς). Παραδείγματα που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό είναι ο Μπόρχες, ο Κίμων Φράυερ και ο Καζαντζάκης. Αλλά αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία για να τη συζητήσουμε εδώ.

Ελίας Κανέτι, Πάρτι και αερομαχίες, μετ. Αλεξάνδρα Παύλου, Καστανιώτης FAQ, 2010, σελ. 230

  Για τη σειρά «Βραβεία Νόμπελ» των εκδόσεων Καστανιώτη-FAQ είχα φοβερές αμφιβολίες (και εξακολουθώ να έχω). Η πιο απλή σκέψη που κάνω είναι ότι πρόκειται για βιβλία συγγραφέων, τιμημένων μεν με το Νόμπελ, όχι όμως πιασάρικα ώστε να εκδοθούν σε κανονική έκδοση, ενώ στην φτηνή, hard copy έκδοση των FAQ με την εβδομαδιαία κυκλοφορία στα περίπτερα θα μπορούσαν να έχουν καλύτερη μοίρα. Έτσι αγόρασα την «Πτώση» του Καμύ, νομίζω το δεύτερο στη σειρά, μια και μόλις είχα διαβάσει τη βιογραφία του, γραμμένη από τον Ολιβιέ Τοντ, πάλι από τις εκδόσεις Καστανιώτης. Αν δεν κάνω λάθος το πρώτο της σειράς ήταν το πολυσέλιδο «Για ποιον κτυπά η καμπάνα» του Χεμινγουέη, κράχτες και τα δυο. Όταν είδα στα περίπτερα το «Πάρτι και αερομαχίες» του Κανέτι δεν με έπιασε μεγάλη επιθυμία να το αγοράσω. Λέω δεν με έπιασε μεγάλη επιθυμία, γιατί είχα ήδη διαβάσει τρία βιβλία του, την «Τύφλωση», τον τρίτο τόμο της αυτοβιογραφίας του και το βιβλίο του για τον Κάφκα (δεν θυμάμαι ακριβώς τους τίτλους τους και βαριέμαι να ψάξω). Και η ζωή είναι μικρή, από τώρα και πέρα ακόμη πιο μικρή, και έχω να διαβάσω και άλλους συγγραφείς. Τελικά δεν άντεξα τον πειρασμό και το αγόρασα στην Κρήτη το Πάσχα.
  Ευτυχώς!!! Είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει. Διαθέτει μια αρετή που μου αρέσει πάρα πολύ: το χιούμορ.
  Και τον σαρκασμό. Τόσο το χιούμορ όσο και ο σαρκασμός σε κάνουν να (χαμο)γελάς, και ως γνωστόν το γέλιο μακραίνει τη ζωή (το χαμόγελο λιγότερο).
  Ο Κανέτι σαρκάζει κατ’ αρχήν τους άγγλους για την αλαζονεία τους. Ως Εβραίος της Βιέννης κατέφυγε στην Αγγλία για να γλυτώσει από τους ναζί. Μπορεί να νοιώθει ευγνωμοσύνη για την φιλοξενία, όμως είναι αδυσώπητος στην κριτική του. Τους κατηγορεί σε αρκετά σημεία σ’ αυτό το βιβλίο για την αλαζονεία τους, που για αυτόν είναι «η πιο χαρακτηριστική ιδιότητα της αγγλικής άρχουσας τάξης» (σελ. 132). Γράφει ακόμη: «Διαιώνιση της αλαζονείας: κληρονομείται από εκείνους που δεν έχουν δικαίωμα σ’ αυτήν. Η ζωή τους καταλήγει να είναι η εξής μία προσπάθεια: η εξαργύρωση της αλαζονείας» (σελ. 23).
    Αλλά δεν είναι μόνο η αλαζονεία.
  «Η υποκρισία, που ήταν η ουσιαστική συνοχή της αγγλικής ζωής, ξεσκεπάστηκε» (σελ. 188). 
  Επαινεί όμως την αποφασιστικότητα και την αυτοκυριαρχία τους.
  Στο στόχαστρό του έχει κυρίως δύο άτομα: την Θάτσερ και τον Τ. Σ. Έλιοτ. Αυτόν τον δεύτερο δεν τον χωνεύει καθόλου. Για την αλαζονεία του; Όχι μόνο. Αυτό το μαθαίνουμε στον επίλογο του Τζέρεμι Άντλερ: Ο Έλιοτ ήταν αντισημίτης.
  Κάποτε διάβασα μια δήλωση του Έλιοτ, ότι είναι φιλοβασιλικός, royalist in politics (exact words). Ήταν η περίοδος που εμείς διώχναμε τον βασιλιά μας. Δεν ήταν δήλωση για να τον συμπαθήσω.
  Και μια ακόμη χιουμοριστική ατάκα σε σχέση με τον Έλιοτ: «Ο κύριος Μίλμπερν αγοράζει τα ‘Τέσσερα κουαρτέτα’ του Έλιοτ για ένα σελίνι το καθένα» (σελ. 37). Αν δηλαδή ήθελε να αγοράσει μόνο τα δυο τι θα έκανε ο βιβλιοπώλης, θα έκοβε το βιβλίο στη μέση;
  Και πάλι για τους Μίλμπερν:
  «Όταν η ετοιμασία (του φαγητού) αργούσε πολύ, οι Μίλμπερν άρχιζαν να πεινάνε. Δεν το έλεγαν ποτέ, ο φόβος μήπως η φωνή τους τραβούσε την προσοχή κάποιου πιλότου (γερμανικού βομβαρδιστικού) εκεί ψηλά δεν σταματούσε στιγμή…» (σελ. 53).
  Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος που μου αρέσει το βιβλίο. Είναι αυτοβιογραφικό, δηλαδή ο συγγραφέας παραθέτει κατά τεκμήριον αλήθειες. Η λογοτεχνία είναι γεμάτη ψευτιές. «Είντα τα διαβάζεις τα μυθιστορήματα (μιλάμε για τον Ντοστογιέφσκι), είναι γεμάτα ψευτιές, να διαβάζεις τα μαθήματά σου», μου έλεγαν και μου ξανάλεγαν οι γονείς μου, αλλά γονείς τώρα, ποιος τους ακούει.
  Παράλληλα με την αυτοβιογραφία, ή μάλλον σαν μέρος της, ο Κανέτι φτιάχνει πορτραίτα ανθρώπων που συνάντησε κατά την παραμονή του στην Αγγλία, απλών ανθρώπων όπως οι άνθρωποι που τον φιλοξένησαν, αλλά και προσωπικοτήτων. Ένας απ’ αυτούς είναι ο Μπέρτραν Ράσσελ. Αντιγράφω δυο αποσπάσματα.
  «Αντί για δούκας του Μπέντφορντ, αυτός ήθελε να είναι απλώς ο φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ, και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν δείλιασε να πάει ως ειρηνιστής για έξι μήνες στη φυλακή» (σελ. 92).
  Μπράβο στον Ράσελ! Πιο κάτω διαβάζουμε όμως:
  «Κάτι ζωώδες στη φύση του περιεχόταν σ’ αυτό το γέλιο, ένας πολύ κοντός μεν, αλλά τρομερά ορμητικός και ακαταπόνητος σάτυρος» (σελ. 93).
   Και στο τέλος του κεφαλαίου:
  «Ξαφνικά άκουσα το βέλασμα ενός τράγου, τόσο έντονο, ώστε τρόμαξα-μόνο εκείνος μπορούσε να είναι… τώρα ήταν βυθισμένος στη συζήτηση… μόλις εκείνη τη στιγμή άρχισα να παρατηρώ τους ανθρώπους που είχαν σχηματίσει έναν αδιαπέραστο κύκλο γύρω από τους δυο άντρες. Δεν πρόλαβα όμως να δω και πολλούς γιατί κοντά στον Μπέρτραντ Ράσελ στεκόταν μια νέα γυναίκα εξαιρετικής ομορφιάς, η οποία μου είχε τραβήξει την προσοχή ήδη από την πρώτη μου βόλτα στο χώρο, κάμποση ώρα πριν ακούσω το οικείο βέλασμα…. Σαν να είχαν ραντεβού, ο ογδοντάχρονος και η εικοσάχρονη, έφυγε ο Ράσελ μαζί της από τη δεξίωση δίχως να το πολυσκεφτεί. Κατά την αποχώρησή του εξακολουθούσε να γελάει, εκείνη όμως έδειχνε με κάθε της βήμα όλο και ομορφότερη» (σελ. 96).
  Έτσι έμεινε μπουκάλα ο Κανέτι. Η ζήλεια είναι εμφανής σε αυτό το απόσπασμα. Ζηλεύει τον όμοιό του. Αυτό το υποψιάζεσαι από το έργο, αλλά επιβεβαιώνεται περίτρανα από τον Τζέρεμι Άντλερ στον επίλογο. Ο Άντλερ λέει μάλιστα χαρακτηριστικά ότι μια φορά έκανε έρωτα με μια φιλενάδα του ενώ η γυναίκα του βρισκόταν μέσα στο σπίτι (δεν υπογράμμισα δυστυχώς το απόσπασμα για να παραθέσω σελίδα). Μια από τις φιλενάδες του, που στο βιβλίο του μια την επαινεί και μια τη θάβει, είναι και η συγγραφέας Άιρις Μέρντοχ. Έγραψε 24 μυθιστορήματα. Δεν έχω διαβάσει κανένα. Το μόνο της βιβλίο που διάβασα είναι το πρώτο της, μια μελέτη για τον Σαρτρ. Είδα και την ταινία «Άιρις». Θλιβερό να τελειώσει τη ζωή της μέσα στο σκοτάδι του Αλτσχάιμερ.
  Και μια κωμική – ή μήπως τραγική; - ιστορία με παραλίγο αδελφοφάδες.
  «… θα προσπαθούσε να φτάσει στην Βενεζουέλα. Εκεί είχε έναν φίλο που ήταν στην κυβέρνηση, θα του ζητούσε να του δώσει μια υπουργική θέση και όταν θα είχε κλέψει αρκετά, μην τον είδατε, θα επέστρεφε στην Ισπανία, στην απελευθερωμένη Ισπανία. Ίσως τότε να κατάφερνε στο τέλος να σκοτώσει τον αδελφό του (ο αδελφός του ήταν δημοκρατικός, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, και δεν έφυγε στην εξορία μετά την επικράτηση του Φράνκο)» (σελ. 94). 
  Ένα από τα άτομα που προσωπογραφεί ο Κανέτι είναι ο Arthur Waley. «Ήταν γνώστης της κινεζικής και της ιαπωνικής και ενός αριθμού άλλων γλωσσών της Ανατολής, το πόσες κατείχε, αυτό δεν το ήξερε κανείς» (σελ. 98). Ένα από τα βιβλία που διάβασα γράφοντας το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας» (ας το διαφημίσουμε, κυκλοφόρησε πριν τρεις μήνες από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ), είναι και το The Nō plays of Japan του Waley. Έτσι με ενδιέφερε τρομερά το τι έγραφε ο Κανέτι γι’ αυτόν.
  Ήταν, όπως λέει ο Κανέτι, ο μοναδικός αναγνώστης του βιβλίου του «Η τύφλωση», που δεν είχε μεταφραστεί ακόμη στα αγγλικά. Ο λόγος που το διάβασε ήταν ότι ο κεντρικός ήρωας είναι ένας σινολόγος.
  Ενώ εξαίρει τον επιστήμονα, δεν φαίνεται να έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον άνθρωπο. Τον παρουσιάζει ως αυταρχικό και αλαζόνα (άγγλος δεν είναι κι αυτός;). Μάλιστα ορίζει το είδος της αλαζονείας του: «ήταν αλαζονεία της κρίσης». Σε μια συζήτηση που είχε ο Γουόλεϊ με την Βέζα, τη γυναίκα του Κανέτι, όσους συγγραφείς του ανέφερε αυτή τους απέρριπτε. Απέρριψε τον Ντίκενς και τον Θάκερεϊ, για τον Φάουστ σχολίασε: very bad writing, πολύ κακό γράψιμο, και την Άννα Καρένινα την χαρακτήρισε «Pretty boring», πολύ πληκτική. Στους άλλους εμιγκρέδες δήλωνε ότι «εκτός από τον Κάφκα και την Τύφλωση δεν μπορούσε να διαβάσει κανένα σύγχρονο γερμανικό μυθιστόρημα» (σελ. 103).
  Στο στόχαστρό του ο Κανέτι έχει επίσης τους ψυχαναλυτές. Η άποψή του είναι ότι «προσποιούνται ότι ακούνε» (σελ. 105). Θα περίμενε κανείς ότι θα εκτιμούσε το έργο του άλλου βιεννέζου εβραίου που βρέθηκε και αυτός στην Αγγλία κυνηγημένος από τους ναζί, του Φρόιντ.
  Διαβάζουμε:
  «…ο ίδιος ο Δάντης δεν συγχωρούσε τίποτα, ούτε συγχωρούσε ούτε ξεχνούσε» (σελ. 109). Ο Κομφούκιος επίσης είπε «Δεν είναι φοβερό αν σε προσέβαλαν, αν σε κορόιδεψαν ή αν σε λήστεψαν. Φοβερό είναι αν εσύ δεν μπορείς να το ξεχάσεις». Ο Μαντέλα είπε «Συγχωρούμε αλλά δεν ξεχνούμε». Εγώ λέω: Προσπαθώ να ξεχάσω αλλά δεν συγχωρώ.
  Γράφει για κάποιον:
  «… τόσο εύπορος, ώστε μπορούσε να αφοσιωθεί στην επιστήμη του δίχως να αναγκαστεί να αποδεχτεί έδρα στο πανεπιστήμιο. Ένας τζέντλεμαν και λόγιος σαν αυτούς που δεν σπάνιζαν στην Αγγλία του 19ου αιώνα, ο Δαρβίνος, είναι η γνωστότερη περίπτωση» (σελ. 128-129). Σήμερα ασφαλώς σπανίζουν.
  Όλοι έχουν ακούσει το ανέκδοτο: Αν ο Χίτλερ είχε καταφέρει να περάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών η ανθρωπότητα θα είχε γλυτώσει τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για τον Κοκόσκα όμως αυτή η ιστορία τον έχει γεμίσει ενοχές: αυτός του έφαγε τη θέση. Είναι αμφίβολο αν ο Χίτλερ γινόταν ποτέ ένας Κοκόσκα, σίγουρα όμως θα είχαμε ξεφύγει τον πόλεμο.
  Διαβάζουμε:
  «Μετά από τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ ακολούθησαν σύντομα εκείνα από τις Χίλιες και μια νύχτες. Η επιθυμία για ιστορίες και μύθους δεν με εγκατέλειψε έκτοτε ποτέ» (σελ. 183).
  Γιατί παραθέτω αυτό το απόσπασμα; Η χθεσινή μου ανάρτηση είναι ακριβώς για τις «Χίλιες και μια νύχτες». Εγώ το διάβασα με καθυστέρηση.
  Ωραίος ο Κανέτι, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να διαβάσω το κλασικό του «Μάζες και εξουσία». Για δεύτερη φορά, μετά από χρόνια, επιχείρησα να διαβάσω τον «Μύθο του Σίσυφου» του Καμύ, και δεν κατάφερα να φτάσω πέρα από το πρώτο κεφάλαιο. Μπορώ να διαβάσω τα δοκίμια ενός επιστήμονα, όπως π.χ. τα «Επτά θανάσιμα αμαρτήματα του πολιτισμού» του Κόνραντ Λόρεντς, που στηρίζονται στις γνώσεις του ως ηθολόγου, δυσκολεύομαι όμως να διαβάσω τα δοκίμια ενός λογοτέχνη. Και τα δοκίμια του Ουμπέρτο Έκο είναι καταπληκτικά, με πολύ χιούμορ, αλλά και αυτός είναι πρωτίστως επιστήμονας, πολύ αργότερα το έριξε στη λογοτεχνία.
  Η μετάφραση είναι καλή, αλλά υπάρχει συχνά ένα πρόβλημα με μεταφραστές της μιας γλώσσας ή μεταφραστές που δεν είναι απλωμένοι στην κουλτούρα. Ο Βόγκαν Ουίλιαμς όπως μεταφράζει η μεταφράστρια είναι ο Βων Ουίλιαμς, ο άγγλος μουσικός που δεν είναι βέβαια πλατιά γνωστός, όμως είναι αρκετά γνωστός στους μουσικόφιλους. Γράφεται Vaughan.
  Αυτός είναι λοιπόν ο Κανέτι, μάλλον θα ξαναασχοληθούμε με αυτόν.

Post a Comment