Book review, movie criticism

Thursday, March 23, 2017

Xavier Dolan, Just la fin du monde (Ακριβώς το τέλος του κόσμου, 2016)



Xavier Dolan, Just la fin du monde (Ακριβώς το τέλος του κόσμου, 2016)
  

  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Είναι η δεύτερη ταινία του Xavier Dolan που βλέπω, μετά το «Mοmmy».
  Μπορεί κανείς να πεθάνει δυο φορές;
  Φαίνεται πως ναι. Δυο φορές πέθανε ο Κινίνος ο μπέκρας. Το ίδιο πέθανε δυο φορές και ο Λουί. Ο πρώτος θάνατος, μεταφορικός. Ο δεύτερος, ο κυριολεκτικός, εκτός πλαισίου της ιστορίας.
  Ο Λουί, καταξιωμένος θεατρικός συγγραφέας, πάσχει από μια θανατηφόρα ασθένεια. Θέλει να επιστρέψει στους δικούς του, να τους αποχαιρετήσει. Είχε να τους δει δώδεκα χρόνια. Και δεν βρισκόταν στην «άκρη του κόσμου». Τους έστελνε όμως τακτικά καρτ ποστάλ.
  Καλά, ο αφιλότιμος, δώδεκα χρόνια δεν ένοιωσε την ανάγκη να τους δει;
  Λίγο αργότερα συνειδητοποίησα το λόγο: ο Λουί είναι gay. Προφανώς δεν ήθελε να φέρει τους δικούς του σε αμηχανία μπροστά στο «τι θα πουν οι γείτονες». Ίσως να ένοιωθε και άβολα, μη ξέροντας πώς θα τον αντιμετώπιζαν.
  Ένας από τους δικούς του είναι ο «διαταραγμένος» μεγάλος του αδελφός, ο οποίος τσακώνεται με όλη την οικογένεια. Οι άλλοι χαίρονται με την παρουσία του, αυτός όχι. Οι άλλοι είναι η μητέρα του, η νύφη του και η αδελφή του· που όταν έφυγε ο Λουί ήταν μικρό κοριτσάκι και τώρα είναι μια όμορφη κοπέλα (πολύ όμορφη όντως η Λεά Σεντού, που την είδαμε μαζί με την Αντέλ Εξαρχόπουλος στη «Ζωή της Αντέλ»).
  Όχι, δεν ήταν ακριβώς το οικογενειακό κλίμα που περίμενε. Διστάζει να τους ανακοινώσει το σκοπό της επίσκεψής του. Τους παρακολουθεί που τσακώνονται με ένα μόνιμα θλιμμένο χαμόγελο.
  Θα τους το πει τελικά;
  Το έργο είναι μεταφορά από το ομώνυμο θεατρικό του Jean-Luc Lagarce. Θα ξαναπώ άλλη μια φορά ότι ποτέ δεν με απογοήτευσε μια ταινία που είναι μεταφορά από θεατρικό έργο.
  Ο Ντολάν, με τα συνεχή μπεργκμανικά γκρο-πλαν του, έχει σαν στόχο να κάνει ορατές στους θεατές που βρίσκονται στα τελευταία καθίσματα του θεάτρου τις εκφράσεις των προσώπων των ηθοποιών, που μόνο οι θεατές στις πρώτες σειρές μπορούν να δουν πολύ ευδιάκριτα. Από την άλλη προσπαθεί να είναι και κινηματογραφικός, τοποθετώντας μια συζήτηση των δυο αδελφών μέσα σε ένα αμάξι και όχι μέσα σε ένα δωμάτιο, όπως φανταζόμαστε ότι γίνεται στο θεατρικό έργο. Και θυμήθηκα εδώ το «Ten» και το «Ten on ten» του συγχωρεμένου Αμπάς Κιαροστάμι καθώς και το «20 fingers» και το «10+4» της Μάνια Ακμπαρί, όπου τα πρόσωπα του έργου να είναι καθισμένα σε ένα αμάξι, σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Το αμάξι κινείται, δεν είναι ακίνητο σαν το «Βράχο του Καυκάσου» όπου είναι καρφωμένος ο Προμηθέας. Γράφω αυτά που θυμάμαι σαν ξόρκι, γιατί αρχίζω να ξεχνώ.   
  Στο λήμμα της βικιπαίδειας διαβάζω ότι it received divided reactions from critics. Αφού το έργο τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο στις Κάννες σημαίνει ότι οι κριτικοί που το απέρριψαν δεν ήξεραν τι τους γινότανε. Όχι όμως και στην περίπτωση του «The last face», που το έθαψαν ομόφωνα. Εγώ που δεν το έθαψα μάλλον δεν ήξερα τι μου γινόταν· όπως βέβαια και οι μισοί συν ένας τουλάχιστον από την επιτροπή που του έδωσαν το nomination.  
  Γι’ αυτή την ταινία όμως συντάσσομαι με τους άλλους κριτικούς. Πρόκειται για μια θαυμάσια ταινία- και όχι μόνο κατά τη γνώμη μου.
Post a Comment