Book review, movie criticism

Sunday, March 5, 2017

Tom Tykwer, Heaven



  Ρομαντικό θρίλερ χαρακτηρίζει η βικιπαίδεια τον «Παράδεισο», τίτλο με τον οποίο παίχτηκε στα ελληνικά, την ταινία αυτή του Τίκβερ. Όταν στο τέλος κάποιου μαθήματός του, πριν την ελεύθερη προβολή, ο Γιάννης ο Καραμπίτσος πρόβαλε κάποιες σκηνές από την αρχή της ταινίας, είπα ότι αυτή η ταινία σίγουρα θα μου αρέσει. Χθες που προβλήθηκε τελικά, με πρόταση μιας φίλης στην οποία συνηγόρησα, είδα ότι πραγματικά μου άρεσε.
  Η ταινία ξεκινάει σαν θρίλερ έχοντας την κοινωνική διάσταση. Η Kate Blanchet βάζει μια βόμβα στο καλάθι απορριμμάτων στο γραφείο κάποιου. Όμως πριν εκραγεί, η καθαρίστρια αδειάζει το καλάθι στον κάδο με τα σκουπίδια, σαν αυτό που έχουν οι σκουπιδιάρηδες του δήμου, και κατευθύνεται προς το ασανσέρ για το ισόγειο. Στο θάλαμο βρίσκεται ένας άνδρας με δυο παιδιά. Να πάρει το επόμενο. Όχι, χωράμε, λέει ο άνδρας. Είναι αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα, είναι αυτές οι τυχαίες επιλογές, που συχνά καταλήγουν μοιραίες. Κατεβαίνοντας το ασανσέρ θα εκραγεί η βόμβα. Θα σκοτωθούν όλοι.
  Τρομοκρατική ενέργεια; Είναι η πρώτη σκέψη που κάνει κανείς, όπως και η αστυνομία. Η Blanchet εντοπίζεται και συλλαμβάνεται. Καταρρέει στην ανάκριση μαθαίνοντας ότι η βόμβα, αντί να κτυπήσει τον στόχο της, πέτυχε τέσσερα αθώα θύματα. Και σιγά σιγά μαθαίνουμε ότι δεν ήταν μια ενέργεια αναρχικών αλλά μια ατομική ενέργεια. Δασκάλα σε ένα σχολείο απεξάρτησης, θα αγανακτήσει που ο έμπορος ναρκωτικών, φίλος του άνδρα της ο οποίος πέθανε από υπερβολική δόση, διακινεί στο σχολείο αυτό ανενόχλητος ναρκωτικά, παρά τις αναφορές της στην αστυνομία. Ένα κοριτσάκι θα αυτοκτονήσει.
  Το θέμα της διαπλοκής του νόμου με την παρανομία είναι συνηθισμένο σε ταινίες. Όμως η συνέχεια δεν είναι καθόλου συνηθισμένη. Η Blanchet θα θελήσει να πάρει το νόμο στα χέρια της εκτελώντας τον άνθρωπο αυτό. Θα τον καταγγείλει στην ανάκριση, όμως και πάλι θα κουκουλώσουν τα πράγματα, εξαφανίζοντας από το σπίτι της τα αντίγραφα των αναφορών που είχε κάνει στην αστυνομία.
  Και περνάμε στο ρομάντζο.
  Ο διερμηνέας που κρατάει και τα πρακτικά, ένας νεαρός αστυνομικός γιος ενός συνταξιούχου αστυνόμου, θα την ερωτευθεί αν και είναι μεγαλύτερή του, σίγουρα μια εικοσαετία. Όμως έχει ένα περίεργο ψυχισμό. Μετά από δέκα χρόνια ξαναβρέχει το κρεβάτι του. Έτσι θα προσπαθήσει ο σεναριογράφος, «ρεαλιστικά», να δικαιολογήσει αυτό το αίσθημα.
  Θα την βοηθήσει να δραπετεύσει. Και όχι μόνο: θα της δώσει το πιστόλι με το οποίο θα εκτελέσει αυτό τον έμπορο ναρκωτικών. Και θα το σκάσουν. Ο μικρός αδελφός του που είχε δασκάλα την Blanchet θα βοηθήσει σ’ αυτό.
  Θα πάνε στην επαρχία, σε ένα αγαπημένο μέρος του νεαρού. Εκεί η Blanchet θα συναντήσει μια φίλη της. Θα τους βοηθήσει, θα τους προσφέρει κατάλυμα. Ο πατέρας του νεαρού θα έλθει μετά από τηλεφώνημα του νεαρού. Του δίνει χρήματα. Την αγαπάς; Ναι, απαντάει. Τον αγαπάς; Ναι, απαντάει. Θα φύγει. Ένα πατέρα με τέτοια κατανόηση μόνο σε ένα ρομάντζο θα μπορούσαμε να συναντήσουμε.
  Και η ταινία τελειώνει με δυο έξοχες ποιητικές σκηνές. Η μια στυλιζαρισμένη ρομαντική, τους δείχνει να πρωτοκάνουν; έρωτα στην κορυφή ενός λόφου, κάτω από ένα δένδρο. Η δεύτερη μια σουρεαλιστικά ποιητική, τους δείχνει να ανεβαίνουν προς τον ουρανό με το ελικόπτερο που έχουν κλέψει από τους αστυνομικούς, οι οποίοι είχαν βρει τα ίχνη τους. Το ελικόπτερο ανεβαίνει, ανεβαίνει, μέχρι που χάνεται.
  Happy end;
  To unhappy end είναι εκτός πλαισίου της ιστορίας. Προφανώς δεν υπάρχει περίπτωση να ξεφύγουν τελικά. Και μου θύμισε το ανάλογο happy end της ταινίας «Hayat var» (2008) του τούρκου σκηνοθέτη Reha Erdem, μια ταινία που με ενθουσίασε και αποφάσισα να δω τον σκηνοθέτη αυτό «πακέτο», δηλαδή και άλλες ταινίες του.
  Η Χαγιάτ, ζώντας μια δυστυχισμένη ζωή, «ξεφεύγει» με τον νεαρό φίλο της κλέβοντας μια βάρκα. Αυτοί κατευθύνονται όχι προς τον ουρανό αλλά προς το κέντρο του Βοσπόρου, μακριά από την ακτή, με πρόσωπα που λάμπουν από ευτυχία. Το «και μετά» φυσικά δεν θα είναι καθόλου happy.
  Πρέπει να ξαναδώ το «Τρέξε Λόλα, τρέξε», μια ταινία του Τίκβερ που είδα πριν χρόνια.  
  Ας το «κολλήσω» σαν ουρά εδώ.

  Πριν γνωρίσω τον Καραμπίτσο ήταν πεποίθησή μου ότι de gustibus non est disputandum. Μετά τις συζητήσεις που ακολουθούν τις ελεύθερες προβολές, αλλά και μετά τη συζήτηση που έγινε χθες για το βιβλίο της Joyce Carol Oats «Παράξενες σχέσεις» στην πρώτη συνάντηση της «Λέσχης ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι», πάλι στον φιλόξενο χώρο του Γιάννη Καραμπίτσου που είναι και ο ιδρυτής της, εδραιώθηκε ακόμη περισσότερο η πεποίθησή μου ότι «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα».  
Post a Comment