Book review, movie criticism

Saturday, March 25, 2017

Darrell Roodt (1963-) 7 movies




Ξεκίνησα να βλέπω πακέτο τον νοτιοαφρικανό Darrell Roodt πριν δυο χρόνια. Όμως κάποια στιγμή σταμάτησα και, περιέργως βλέπω τώρα, ότι μου είχε μείνει μια μόνο ταινία, το «Dangerous ground».
Καλύτερα που δεν ανάρτησα τότε. Θα είναι η πέμπτη ανάρτησή μου στο προσωπικό μίνι αφιέρωμα στον αφρικανικό κινηματογράφο μετά το «Zulu», παρασυρμένος από το ομώνυμο αφιέρωμα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας.

Sarafina! (1992)

Μια ακόμη σύμπτωση: Στην ανάρτηση που έκανα χθες (από σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές) για το Sometimes in April ξεκινάω ως εξής: «Το στόρι ήταν το πρόσχημα για να παρουσιάσει ο Αϊτινός Raoul Peck, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο, τη γενοκτονία που έγινε στη Ρουάντα το 1994».
Θα παραφράσω την παραπάνω περίοδο για την ανάρτηση αυτή και θα γράψω: Το στόρι ήταν το πρόσχημα για να παρουσιάσει ο λευκός Darrell Roodt, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο, τον ξεσηκωμό των νέων στο Σοβέτο της Νότιας Αφρικής και γενικά την κατάσταση του apartheid.
Θα ξεκινήσω όπως έκανα και για την ταινία του Peck με το γενικό πλαίσιο που δίνεται στα γράμματα της αρχής: «Το 1976 η κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής κήρυξε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Τα επόμενα δεκατρία χρόνια οι μαθητές έκαναν μια καμπάνια αντίστασης. Πάνω από 750 σκοτώθηκαν, πάνω από 10.000 συνελήφθησαν, και ακόμη περισσότεροι βασανίστηκαν. Σ’ αυτούς είναι αφιερωμένη αυτή η ταινία».
Η Σεραφίνα είναι μια τέτοια μαθήτρια. Αφηγείται την ιστορία της. Μάλιστα σε εφέ αποστροφής απευθύνεται στον Μαντέλα που δεν έχει ακόμη αποφυλακισθεί, κοιτώντας τη φωτογραφία του στον τοίχο. Για την ακρίβεια, ο Μαντέλα αποφυλακίσθηκε τη χρονιά που γυρίστηκε η ταινία, το 1992.
Η μητέρα της εργάζεται στο σπίτι μιας πλούσιας λευκής για να μπορέσουν να ζήσουν. Ο πατέρας πέθανε στο εξωτερικό, φυγάδας της αντίστασης. Ένας μαύρος αστυνομικός την παρενοχλεί σεξουαλικά. Αναγκάζει έναν μαθητή απειλώντας τον με τη ζωή του πατέρα του να γίνει χαφιές. Όταν αυτός παύει να καταδίδει τον τραυματίζει θανάσιμα. Οι συμμαθητές του εκδικούνται: τον καίνε ζωντανό. Η Σεραφίνα απεχθάνεται στη βία, το δηλώνει και στο τέλος της ταινίας καθώς πετάει σε ένα βάλτο το όπλο του άντρα της καθηγήτριάς της που την αυτοκτόνησαν ρίχνοντάς την από τον 10ο όροφο της φυλακής. Και, όπως και στην ταινία του Peck, υπάρχουν και οι quasi-ντοκιμαντερίστικες μαρτυρίες των θυμάτων.
Μπορούσαν άραγε να φαντασθούν οι πρώτοι θεατές της ταινίας αυτής ότι μόλις δυο χρόνια αργότερα, ο Νέλσον Μαντέλα θα γινόταν ο πρώτος μαύρος πρόεδρος της Νότιας Αφρικής που θα έβαζε τέλος στο apartheid;
Το πρωτότυπο, με βάση το θέμα, στην ταινία αυτή, είναι ότι έχει αρκετά στοιχεία musical.

Father Hood (1993)

Διαβάζω με έκπληξη στη βικιπαίδεια: The film was released in North America on August 27, 1993 to generally unfavorable reviews from critics. Rotten Tomatoes currently holds a score of 11% based on only 19 "rotten" reviews, with an average rating of 2.8/10.
Δεν με ενδιαφέρει το score of 11% των 19 reviews, και η βαθμολογία των 2,8/10 που δίνουν οι σάπιες ντομάτες, εγώ αυτό που είδα ήταν μια θεότρελη, συγκινητική κωμωδία, κωμωδία με θέση, από τις καλύτερες που έχω δει ποτέ. Έχω ξαναγράψει εξάλλου το πόσο λίγο εκτιμώ την κριτική ικανότητα των αμερικανών, τόσο των κριτικών όσο και του κοινού, στην ανάρτηση για το Hollywood ending του Woody Allen. (Να σημειώσουμε, η ταινία γυρίστηκε στην Αμερική).
Ο πατέρας είναι μακριά από τα παιδιά του και οι δουλειές του δεν είναι καθόλου νόμιμες. Ληστεύει, αλλά εμπόρους ναρκωτικών. Κάνει τρεις φορές στη φυλακή. Τα παιδιά του, μια έφηβη κόρη και ένας μικρός γιος, μετά το θάνατο της μητέρας τους είναι σε ίδρυμα. Δεν περνάνε καθόλου καλά. Τα αρπάζει, όχι και τόσο εύκολα, και φεύγει. Πρέπει να συναντήσει τον «συνέταιρό» του για μια μεγάλη μπάζα. Θα ληστέψουν κάποιον παράνομο.
Η ταινία είναι στο μεγαλύτερό της μέρος μια τρελή καταδίωξη, με την αστυνομία να κυνηγάει τον πατέρα με τα δυο παιδιά του. Παρακολουθούμε απολαυστικά επεισόδια με χαριτωμένες ατάκες. Στο τέλος θα φυλακισθεί βέβαια, αλλά με τη μεσολάβηση μιας δημοσιογράφου που δημοσιοποιεί την εκμετάλλευση και την κακοποίηση των παιδιών στα ιδρύματα, θα εκτίσει τελικά μόνο 18 μήνες από τους 24 της ποινής του. Η ταινία ξεκινάει από το τέλος: πατέρας και παιδιά τρέχουν και αγκαλιάζονται στην έξοδο της φυλακής.


Όταν ένα αστυνομικό έργο είναι απλά αστυνομικό, όσο συναρπαστικό και αν είναι δεν θα με συγκινήσει ιδιαίτερα. Όταν όμως θίγει κοινωνικά προβλήματα, και μάλιστα όχι τα γνωστά, όπως π.χ. η διαπλοκή του εγκλήματος με την αστυνομία, τότε γίνεται πιο ενδιαφέρον.
Στο έργο αυτό του Ντάρελ Ρουντ θίγεται και αυτό το πρόβλημα, όμως δεν είναι καθόλου το κεντρικό. Το κεντρικό είναι η κατάσταση στη Νότια Αφρική μετά την κατάργηση του apartheid. Η εγκληματικότητα και τα ναρκωτικά βρίσκονται σε έξαρση, οι λευκοί αφέντες αντικαταστάθηκαν από μαύρους βαρόνους, και ρατσιστές νεοναζί ονειρεύονται μια επιστροφή στο παρελθόν.
Ο Vusi είναι ένας νεαρός μαύρος νοτιοαφρικανός που αγωνίζεται κατά του apartheid. Θα συλληφθεί, θα βασανισθεί, αλλά προφανώς λόγω του νεαρού της ηλικίας του δεν θα τον εκτελέσουν, παρόλο που του έχουν ετοιμάσει μια εικονική εκτέλεση. Δεν τον παίρνει άλλο να μείνει, φεύγει για τις ΗΠΑ. Εκεί θα δουλέψει και θα σπουδάσει παράλληλα, αφρικανική λογοτεχνία. Όταν ο πατέρας του πεθαίνει επιστρέφει. Και θα γνωρίσει μια διαφορετική Νότια Αφρική από αυτή που περίμενε. Ο αδελφός του έχει εξαφανισθεί, έχοντας μπλέξει με τα ναρκωτικά. Η μητέρα του θα του ζητήσει να πάει να τον βρει στο Γιοχάνεσμπουργκ. Δεν προλαβαίνει καλά καλά να μπει στην πόλη και τον ληστεύουν «μαύροι αδελφοί».
Κτυπάει την πόρτα του αδελφού του, κανείς δεν απαντάει. Από δίπλα εμφανίζεται η Κάρεν. Είναι η φιλενάδα του, τον έχει χάσει και αυτή. Θα ψάξουν να τον βρουν. Στο δρόμο τούς συναντούν τρεις λευκοί. Δεν τους αρέσει που μια λευκή κυκλοφορεί με μαύρο. Θα ζητήσουν το λόγο, θα πέσει ξύλο, και θα το βάλουν στα πόδια.
Ο αδελφός θα βρεθεί, αλλά θα πέσει νεκρός από τις σφαίρες του μαύρου βαρόνου των ναρκωτικών. Και, όπως και στο «Zulu» που αναρτήσαμε προχθές, η τιμωρία των κακών θα έχει τον χαρακτήρα της προσωπικής εκδίκησης.
  Υπάρχει και ένα μικρό σασπένς που παραμένει άλυτο, όπως εκείνα του Φαρχάντι. Η Κάρεν τον ρωτάει αν η φίλη του είναι λευκή η μαύρη. Μα έχει σημασία; Αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα ο Ρουντ θέλει να υπογραμμίσει ακριβώς αυτό: Έχει τάχα σημασία;  
 Εξαιρετική ταινία, μου έκανε εντύπωση το χαμηλό IMDb. Αλλά, να το πω ακόμη άλλη μια φορά, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Εγώ έβαλα 9.


Κατασκοπικό θρίλερ σε στυλ Τζέημς Μποντ. Κάποιοι σχεδιάζουν τη δολοφονία ενός αφρικανού προέδρου, αλλά ο Άντονι, που συνοδεύει τη Μόνικα σε μια μυστική αποστολή, θα αποκαλύψει και θα αποτρέψει τα σχέδιά τους. Η φίλη του δημοσιογράφος θα πάρει με την κάμερα πολλές από τις σκηνές δράσης. Θα αιχμαλωτισθεί με τη Μόνικα, αλλά ο Άντονι θα τις ελευθερώσει, πρώτα τη φίλη του και μετά τη Μόνικα. Εκτός από το πιστολίδι είδαμε και αρκετές σκηνές καράτε. Δεν βλέπω θρίλερ, αλλά μια και βλέπω πακέτο τον Roodt είπα να το δω. Δεν το μετάνιωσα, ήταν πολύ καλό, με έντονο σασπένς και σκηνές δράσης.

Yesterday  (2004)

  Πολύ συγκινητικό σαν περιεχόμενο, ποιητικό σαν μορφή, το «Yesterday» του Darrell Roodt είναι η πρώτη μεγάλου μήκους εμπορική ταινία που γυρίζεται στη γλώσσα Ζουλού (και η πρώτη ταινία του που είδα, αλλά στο αρχείο τις παρουσιάζω κατά χρονολογική σειρά).
Η «Yesterday» (την υποδύεται η όμορφη και πάντα γελαστή Leleti Khumalo) νοιώθει άρρωστη. Κάποια στιγμή αποφασίζει να πάει στο γιατρό. Όμως η απόσταση από το χωριό της μέχρι την κλινική είναι ένα δίωρο, δυο φορές που πηγαίνει βρίσκει μπροστά της μια μεγάλη ουρά, δεν προλαβαίνει, η γιατρός δέχεται ορισμένο αριθμό ασθενών. Την τρίτη φορά η δασκάλα του χωριού πληρώνει ένα ταξί που την πηγαίνει έγκαιρα. Η ίδια, όταν της έκανε την υπόδειξη, είπε ότι δεν ήθελε να σπαταλήσει χρήματα, προτιμούσε να ξαναπάει με τα πόδια.
Και θυμήθηκα.
Πήγα κι εγώ κάποτε, την αρχή της κρίσης, μια Δευτέρα πριν τις 8 στον παθολόγο, τη μέρα που δεχόταν δωρεάν. Τις άλλες μέρες έπρεπε να σκάσεις το δεκάρικο. Ήμουν από τους τελευταίους που είχαν έλθει. Κατά τις 12 βγήκε η βοηθός του και μας είπε ότι είχε συμπληρωθεί το πλαφόν, δεν μπορούσε να δεχτεί άλλους. Από τότε ξέχασα το δωρεάν.
Η διάγνωση είναι ότι έχει Aids. Το κόλλησε από τον άντρα της που δουλεύει στα ορυχεία στο Γιοχάνεσμπουργκ. Πρέπει να τον ενημερώσει. Αυτός αρνείται να το πιστέψει. Την κτυπάει. Όμως μετά από καιρό γυρίζει σπίτι σε άθλια κατάσταση. Η αρρώστια έχει προχωρήσει σ’ αυτόν πιο γρήγορα.
Η γυναίκα του τον περιποιείται. Όμως στο χωριό δεν τον θέλουν, φοβούνται την αρρώστια του. Πρέπει να φύγει. Στο νοσοκομείο δεν υπάρχει κρεβάτι. Η γυναίκα του φτιάχνει ένα καλύβι έξω από τον χωριό και τον μεταφέρει εκεί. Κάποια στιγμή πεθαίνει.
Η γιατρός, λευκή που μιλάει όμως άπταιστα ζουλού, τη βρίσκει σε πολύ καλή φυσική κατάσταση. Αυτή της λέει ότι έχει αποφασίσει να μην πεθάνει πριν η κόρη της πάει σχολείο. Η ίδια είναι αγράμματη.
Η δασκάλα τη διαβεβαιώνει ότι θα την έχει σαν κόρη της.
Στο τέλος του έργου τη βλέπουμε να κοιτάζει την κόρη της που είναι μαζί με τα άλλα παιδιά στην αυλή του σχολείου. Μετά η κάμερα την παρακολουθεί επί πολύ ώρα που απομακρύνεται.
Έτσι τελειώνει η ταινία.
Ανθρώπινη, πολύ συγκινητική.


Τη βιογραφία του Νέλσον Μαντέλα λίγο πολύ την ξέρουμε, είδαμε και την ταινία του Justin Chadwick «A long walk to freedom», είδαμε και το «Invictus» του Klint Eastwood, που καθώς αναφέρεται στην εξέγερση των μαθητών στην Νότια Αφρική αναφέρεται και στον Μαντέλα, αλλά για τη γυναίκα του τη Winnie ξέραμε λίγα πράγματα.
Χαρισματικό κορίτσι, τράβηξε την προσοχή του Μαντέλα, ήδη ηγετική φυσιογνωμία στο κίνημα του apartheid, και παντρεύτηκαν. Όταν ο Μαντέλα βρέθηκα στη φυλακή, είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια, συνέχισε το έργο του. Φυλακίσθηκε και εξορίστηκε. Οι εξτρεμιστικές τακτικές της δεν εύρισκαν σύμφωνο τον άντρα της και, όπως μας λέγεται στην ταινία, για λόγους πολιτικούς δεν μπορούσε να σταθεί πλάι του ως πρώτη κυρία μετά την ανάληψη της προεδρίας της χώρας από τον Μαντέλα, και υποχρεώθηκε να τη χωρίσει. Παρόλα αυτά ήταν και είναι σημαντικό μέλος του Αφρικανικού Εθνικού Κονγκρέσου, του κόμματος του Μαντέλα, που σάρωσε πέρυσι στις εκλογές.
Post a Comment