Book review, movie criticism

Saturday, August 22, 2009

Γιώργος Βέης, Έρωτες τοπίων

Γιώργος Βέης, Έρωτες τοπίων, Κέδρος 2007, σελ. 250.

Η παρακάτω βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ακόμη ποιητική μεταγραφή ταξιδιωτικών εντυπώσεων του διπλωμάτη-ποιητή.

Ο Γιώργος Βέης είναι διπλωμάτης (έχει υπηρετήσει ως πρέσβης σε διάφορες χώρες) και ποιητής. Σε αντίθεση με τον άλλο ποιητή και διπλωμάτη μας, το Γιώργο Σεφέρη, δεν έχει γράψει μόνο ποίηση και δοκίμιο αλλά και ταξιδιωτικά, κυρίως για τα μέρη όπου υπηρέτησε. Το «Ασία, Ασία» δεν άρεσε μόνο σε μας. Το κρατικό βραβείο με το οποίο τιμήθηκε το 2000 καθώς και οι επανεκδόσεις του δείχνουν ότι πρόκειται για ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους στη σύγχρονη πεζογραφία μας.
Είναι πασίγνωστη η φράση του Μάρσαλ μακ Λούαν με το οξύμωρο σχήμα της «Το μέσο είναι το μήνυμα». Τόσο το «Ασία, Ασία» όσο και το «Έρωτες τοπίων» επιβεβαιώνουν τη ρήση. Το πληροφοριακό υλικό υποχωρεί μπροστά στην απόλαυση της γλώσσας, μιας γλώσσας που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ποιητικού λόγου. Αν ο ποιητής είναι ποιητής όχι μόνο στην ποίησή του αλλά και στη ζωή του, δεν μπορεί παρά να είναι ποιητής και στην υπόλοιπη γραφή του. Στον αντίποδα του «Ασία, Ασία», που ένα μεγάλο μέρος του αναφέρεται στην Κίνα, βρίσκεται το ταξιδιωτικό της Κάτια Αντωνοπούλου «Νι χάο Κίνα», ένας ογκώδης τόμος σε πληροφοριακή γλώσσα με άφθονο ενημερωτικό υλικό. Ο Βέης όμως, στο βιβλίο του αυτό που φέρει ως υπότιτλο τις χώρες τις οποίες επισκέφτηκε, «Κίνα, Ινδονησία, Ιαπωνία, Ταϋλάνδη», δεν ενδιαφέρεται να μας προσφέρει έναν καταιγισμό πληροφοριών. Ξεχωρίζει «ποιητικά» το ξεχωριστό γεγονός, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, ή ένα αυτοβιογραφικό επεισόδιο που συνδέεται μ’ αυτή τη χώρα. Το «φωτογραφίζει» ποιητικά σε σύντομα κείμενα, σαν ποιήματα, που σπάνια ξεπερνούν τις δυο σελίδες ενώ συχνά δεν είναι ούτε μία σελίδα. Ακόμη φωτογραφίζει και τη διάθεσή του απέναντι σ’ αυτό που βλέπει, σ’ αυτό που βιώνει, και μας την καταθέτει συχνά με την συντομία ενός χαϊκού: «Διαπερνώ φάσματα θριάμβου» (σελ. 76) και «Ώρα για ένα εσπρέσο. Η μυρωδιά του καφέ αντικαθιστά επάξια εκείνη του οπίου» (σελ. 111). Και βέβαια στις «φωτογραφίες» αυτές σχολιάζει και τις «φωτογραφίες» άλλων, όπως για παράδειγμα της Βιρτζίνια Γουλφ στο βιβλίο της «Στο φάρο» (σελ. 71).
Θα ξεχωρίσουμε κι εμείς από το φωτογραφικό άλμπουμ για τον Κομφούκιο, του οποίου επισκέφτηκε την πατρίδα και τον τάφο του, την παρακάτω «φωτογραφία», για να δώσουμε ένα χαρακτηριστικό δείγμα γραφής:
«Μετρώ τα μανιτάρια που ευδοκιμούν στην υγρασία του τάφου. Σύμβολα αδιάφθορα της γονιμότητας των νεκρών. Πέντε μαργαριτάρια στη σειρά: η ακρίβεια της γραμματικής των ‘Ανάλεκτων’ του κομφουκιανού Κανόνα. Σε μια φυτολογική εκδοχή το ανοικτό μάθημα, ένας ακόμη συνειρμός που φυτρώνει στο χώμα» (σελ. 32).
Ένας απλός κανόνας ποιητικής πυκνότητας είναι η απάλειψη του ρήματος, που αιωρείται δίπλα στο κείμενο σαν δυνατότητα που «εγγράφεται» κατά την αναγνωστική διαδικασία, στα scriptible κείμενα κατά τον Ρολάν Μπαρ, κατ’ εξοχήν δηλαδή στα ποιητικά.
Ένα από τα διδάγματα του Κομφούκιου, το οποίο παραθέτει ο Βέης, είναι αυτό εδώ: «Όποιος επιδιώκει να τελειοποιηθεί μέσα του δεν ντρέπεται επειδή δεν έχει μια θέση στην κοινωνία» (σελ. 34).
Επιλέγει ο Βέης, επιλέγουμε κι εμείς. Μετά τις σελίδες για τον Κομφούκιο στην Κίνα, μας εντυπωσιάζει «Το αίμα της δύναμης», στο οποίο περιγράφεται μια τελετουργία στην Ινδονησία όπου οι μετέχοντες κτυπούν με αγκαθωτούς πελέκεις ο ένας τον άλλο, δοκιμάζοντας την αντοχή τους στον πόνο. Όσο για την Ιαπωνία, δεν θα μπορούσαν να γραφούν καλύτερες σελίδες για το χαϊκού. Αντιγράφουμε ένα απόσπασμα: «Το χαϊκού εκφράζει πάνω απ’ όλα την ανάγκη του Γιαπωνέζου να βγει από το πολύ της έννοιας, να απλοποιήσει το είναι και το γίγνεσθαι, να απογυμνώσει την ψευδεπίγραφη είδηση, το απρόσωπο μήνυμα των μέσων μαζικής ενημέρωσης από το λούστρο της σοβαρότητας και να το αποδώσει ως έσχατο σημείο, ως κάτι τι που απέχει ένα τίποτε από το τίποτε» (σελ. 207). Τέλος διαβάζοντας για την Ταϋλάνδη μαθαίνουμε για «ένα μικρό, πράσινο χώρο, τριάντα περίπου τετραγωνικών μέτρων, που είναι αφιερωμένος από καιρό στη δημόσια λατρεία του φαλλού… ο μικρός, ιδιαίτερα περιποιημένος αυτός κήπος, κατάσπαρτος με ομοιώματα κόκκινων και λευκών ως επί το πλείστον φαλλών, που ποικίλλουν σε μέγεθος, περιβάλλει ένα επιβλητικό, σημαίνον δέντρο, την κατοικία, όπως πιστεύουν οι ντόπιοι, του τρομερού αλλά ευεργετικού ταυτόχρονα πνεύματος της αναπαραγωγής των ειδών» (σελ. 217-218). Οι φαλλικές τελετές, διαδομένες στην αρχαιότητα (ας θυμηθούμε τον φαλλοφόρο χορό στο σατυρικό δράμα) επιζούν σήμερα στις παρυφές του πολιτισμού, αλλά στοιχεία τους επιβιώνουν σε πολύ περισσότερες περιοχές, όπως σε κάποια μέρη της Ελλάδας στις απόκριες.
Το βιβλίο τελειώνει με ένα εντυπωσιακό κλείσιμο, το γράμμα που έγραψε μια νεαρή Ταϋλανδέζα πόρνη στον «αρραβωνιαστικό» της που βρίσκεται στη Σουηδία. Το γράφει ο Βέης καθ’ υπαγόρευσή της, το οποίο τελειώνει: «Σε περιμένω, σε θέλω. Τηλεφώνησέ μου μόλις διαβάσεις αυτό το γράμμα. Είμαι μόνο δική σου βαθιά μέσα μου. Σ’ αγαπώ».
Στις πραγματικές ιστορίες που διαβάζουμε μένουμε με άλυτο το σασπένς: της τηλεφώνησε; Το γράμμα ξεκινάει: «Αγαπημένε μου, πάνε δέκα μέρες που έχω να σε ακούσω». Θα υπάρξει μια ευτυχής κατάληξη σ’ αυτό το ρομάντζο όπως στην ταινία «Pretty woman» με την Τζούλια Ρόμπερτς και τον Ρίτσαρντ Γκιρ; Ή αυτά συμβαίνουν, όπως λέει και η ταινία στο τέλος, μόνο στο Χόλυγουντ; Δυστυχώς η πόρνη δεν είναι εταίρα, για να έχει την τύχη μιας Θεοδώρας ή μιας Ασπασίας. Όχι ότι δεν μπορεί να συμβεί δηλαδή, αλλά πάντα σαν εξαίρεση, όχι σαν κανόνας.
Δεν μπορώ, μου έχει γίνει βίτσιο, να διορθώνω τα κινέζικα. Το «Όνειρο του δάσους», η κοπέλα από το Σετσουάν που ήλθε να σπουδάσει στο Πεκίνο, λέγεται Λιν Μενγκ και όχι Λι Μανγκ. (Λιν είναι το δάσος, μενγκ είναι το όνειρο). Επίσης το Ξιάν δεν είναι παρά το Xi An, που προφέρεται Shi an. Ένας κρητικός θα το διάβαζε σωστά Χι αν, αλλά στην κοινή νεοελληνική μάλλον μεταγράφεται Σιάν. Το x στην λατινική γραφή pinyin με την οποία μεταγράφουν οι κινέζοι τα ιδεογράμματά τους προφέρεται σαν sh. Και στην «Κίνα, ο δράκος της Ασίας» που παρουσιάσαμε πρόσφατα στο Λέξημα, συναντήσαμε αρκετές φορές το ίδιο λάθος, και νομίζω σε όλα τα βιβλία που έχω διαβάσει μέχρι σήμερα και αφορούν την Κίνα.
Να σημειώσουμε ακόμη ότι υπάρχει και αρκετό «φωτογραφικό» υλικό, κυριολεκτικά αυτή τη φορά, και μάλιστα έγχρωμο, κάτι για το οποίο δεν μας συνηθίζουν οι εκδότες που συνήθως προσπαθούν να ρίξουν το κόστος της έκδοσης με ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Κλείνοντας όμως την παρουσίαση αυτού του θαυμάσιου βιβλίου θα ήθελα να δώσω το λόγο στον συγγραφέα:
«Συνθήκη ευλάβειας: η γραφή υποχωρεί, θέλει να διαβρωθεί από το άρωμα. Τα ουσιαστικά και τα επίθετα υποκλίνονται στην αλληγορία του χρυσάνθεμου. Ένα χαϊκού κουρντίζεται».
Post a Comment