Book review, movie criticism

Monday, August 24, 2009

Alek Keshishian, Love and other disasters

Alek Keshishian, Love and other disasters (2006)

Θέλω να είμαι ειλικρινής: Τον αγγλοσαξωνικό και πιο ειδικά τον χολιγουντιανό κινηματογράφο δεν τον πάω. Αλλά τώρα, διακοπές είμαστε ακόμη, σε λίγο τα κεφάλια μέσα, στην Αθήνα αν δω καμιά ταινία θέλω να είναι τριτοκοσμική. Έτσι εδώ στην Κρήτη είδα κάποιες ταινίες αμερικάνικες, για τις οποίες δεν είχα διάθεση να γράψω, αλλά τελικά άλλαξα γνώμη, θα γράψω δυο κουβεντούλες, ξεκινώντας από το Love and other disasters που είδα σήμερα το πρωί.
Η κωμωδία είναι ένα είδος που μου αρέσει ιδιαίτερα. Το γέλιο, κ.λπ., να μην επαναλάβω τις γνωστές κοινοτοπίες. Κάποιες κωμωδίες είναι σαχλές, και ενώ κάποτε έλεγα ότι μπορούσα να αντέξω και την πιο σαχλοκωμωδία, διαπίστωσα ότι τώρα πια τα πράγματα δεν είναι έτσι. Κάποιες δεν τις αντέχω με τίποτα, ενώ κάποιες τις απολαμβάνω πραγματικά. Μια από αυτές που απόλαυσα ήταν και η Love and other disasters. Δεν θέλω όμως να γράψω γι αυτήν επειδή μου άρεσε πάρα πολύ, παρά γιατί βρήκα κάτι πρωτότυπες αφηγηματικές τεχνικές.
Κατ’ αρχήν γιατί μου άρεσε.
Είχε πολύ έξυπνους διαλόγους. Για μένα είναι ένα καθοριστικό κριτήριο για το αν θα μου αρέσει μια κωμωδία.
Τώρα για τις αφηγηματικές τεχνικές:
Κάποια επεισόδια τέλειωναν με ένα ειδικό εφέ έκπληξης, κάτι σαν υπονοούμενη επανάληψη: Στην αμέσως επόμενη σκηνή μετά την τελευταία του επεισοδίου μάς παρουσιάζεται ο ήρωας ή η ηρωίδα να την αναπολούν. Αυτό το συνάντησα για πρώτη φορά σε ταινία.
Το άλλο είναι ένα έξυπνο εφέ απροσδόκητου με τη διάψευση ενός γνωστού κινηματογραφικού κλισέ. Η ηρωίδα τρέχει, μετανιωμένη, να προλάβει τον άντρα που αγαπά στο αεροδρόμιο. Αυτό που γίνεται πάντα είναι ότι, μετά από μια άγρια κούρσα με το αυτοκίνητο και διάφορα άλλα retarding επεισόδια, τελικά τον προλαβαίνει (μάλλον την προλαβαίνει, γιατί συνήθως πρόκειται για άνδρα), και το έργο τελειώνει με το γνωστό happy end. Εδώ δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Ο ήρωας πρόλαβε και έφυγε για την πατρίδα του, την Αργεντινή. Η ηρωίδα όμως για να δείξει την αγάπη της θα τρέξει εκεί να τον βρει, σε επεισόδια για τα οποία υπάρχει αφηγηματικό κενό.
Το έργο τελειώνει με μια παρωδιακή σκηνή: Ένας φίλος της γράφει ένα σενάριο που στην πραγματικότητα είναι η ζωή της ηρωίδας. Το σενάριο γυρίζεται έργο. Η παρωδιακή σκηνή είναι η εξής: η Γκουίνεθ Πάλτροου σαν guest star συναντάει στην Αργεντινή τον αγαπημένο της (δεν θυμάμαι το όνομα του ηθοποιού) και πέφτει στην αγκαλιά του.
Και ενώ το προηγούμενο εφέ παρωδεί το στόρι, το παρακάτω εφέ παρωδεί ένα σκηνοθετικό κλισέ που χρησιμοποιείται στο τέλος αρκετών ταινιών, παρουσιάζοντας την τεχνική του με γράμματα, σαν σκηνοθετική οδηγία, πάνω από τη σκηνή. Διαβάζουμε τα παρακάτω: The camera cranes up and away… out further, until they are a speck in the square. Further still, as we lose them to the whole of London. Fade to black, and begin End titles. Αυτό λειτουργεί ταυτόχρονα σαν αποστασιοποιητικό εφέ, με την μπρεχτική σημασία, διαλύοντας τον ιλουζιονισμό της παράστασης, αποτελώντας έτσι ένα σαρδόνιο σχόλιο πάνω στο happy end των κωμωδιών και ταυτόχρονα μια καλοπροαίρετη ειρωνεία για τον θεατή που ψάχνει στην οθόνη ένα ευτυχισμένο τέλος που δεν υπάρχει και τόσο συχνά στην πραγματική ζωή. Εξάλλου η διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη μυθοπλασία του κινηματογράφου τονίζεται και σεναριακά, σε κάποιους διαλόγους.
Να γράψω και δυο λογάκια για δυο ταινίες που έχουν τον ίδιο τίτλο: Just married. Η μια είναι αμερικάνικη, σε σκηνοθεσία Shawn Levy, γυρισμένη το 2003, και η άλλη ινδική, σε σκηνοθεσία Meghna Gulzar, γυρισμένη το 2007. Η αμερικάνικη ήταν μια ευχάριστη κωμωδιούλα που έδειχνε το γαμήλιο ταξίδι ενός ζευγαριού στην Ευρώπη όπου τους συνέβησαν χίλια δυο απρόοπτα. Γύρισαν τσακωμένοι, αλλά στο τέλος τα βρήκαν. Το ινδικό έργο όμως ήταν διαφορετικό. Ο γάμος ήταν ένας prearranged marriage, ούτε καν συνοικέσιο δηλαδή, τα είχαν κουβεντιάσει οι γονείς (γίνονται ακόμη τέτοιοι γάμοι; Θα μου πεις Ινδία είναι…). Η νύφη, προφανώς παρθένα, έχει πρόβλημα να κάνουν έρωτα. Και ενώ το πρόβλημα φαίνεται να είναι αυτό, τελικά μάλλον είναι άλλο, δεν καλοκατάλαβα. Στην επιστροφή με το πούλμαν έχουν ένα τροχαίο ατύχημα. Ο άντρας με γενναιότητα βγάζει τους επιβάτες από μέσα, πριν το πούλμαν πέσει στον γκρεμό. Η γυναίκα πέφτει στην αγκαλιά του ήρωα. Τελικά ήταν γυναικείες αναστολές μπροστά στο σεξ, ή δεν την ενέπνεε αρκετά ο άντρας της, και έπρεπε πρώτα να γίνει ήρωας προκειμένου να ενδώσει; Δεν κατάλαβα. Πάντως ήταν ωραίο έργο. Ο σεναριογράφος, παρουσιάζοντας τέσσερα άλλα ζευγάρια που μένουν στο ίδιο ξενοδοχείο, δείχνει μια πλατιά γκάμα συζυγικών σχέσεων. Στο ηλικιωμένο ζευγάρι φαίνεται η γκρίνια που φέρνει η μακρόχρονη συμβίωση, αλλά και το δέσιμο. Και βέβαια το τέλος του έργου με το σασπένς – θα προλάβουν να βγουν τελικά οι επιβάτες; - αποτελεί μια κορύφωση, ανάλογη με αυτή που είδαμε στην ταινία «Τα παιδιά του πετρελαίου» για την οποία έχουμε γράψει.
Στην προηγούμενη ανάρτησή μου για την Yellow earth έγραψα και για τον Charles Bronson και την ταινία που είδα για πολλοστή φορά, το Pancho Villa. Τώρα είδα το Death wish (1974), ένα έργο εκδίκησης. Μου άρεσε πάρα πολύ, νομίζω το αναφέρω κάπου στο διδακτορικό μου. Επίσης διαπιστώνω ότι άρεσε και σε πάρα πολύ κόσμο, για να υπάρξουν και τέσσερις συνέχειες. Θα ήθελα να γράψω κάποτε για τα έργα εκδίκησης, όπως ο Άμλετ, η Ορέστεια, το Fuente ovejuna, το Chushingura Canadehon.
Ψάχνοντας στο προφίλ του Λάκη Φουρακλά, είδα πως ήταν ανάμεσα στις αγαπημένες ταινίες του: Girl, interrupted. Καλή ταινία, την ξαναείδα πριν πέντε μέρες, δεν ξέρω γιατί δεν θέλησα να γράψω γι αυτή. Αυτοβιογραφική, αναφέρεται στην παραμονή της συγγραφέως για 18 μήνες σε μια νευρολογική κλινική, μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας. Περιγράφει καταστάσεις και δίνει κάποια προφίλ νοσηλευομένων.
Βρήκα τι να γράψω γι αυτήν. Θυμήθηκα ότι ψάχνοντας στο google για την ταινία διάβασα πως δεν είναι ακριβώς η αυτοβιογραφία, ότι υπάρχουν και πράγματα που δεν εμπεριέχονται σ’ αυτήν. Τελικά, όπως το πραγματικό και το φανταστικό πλέκονται αξεδιάλυτα σε μια ταινία δήθεν αυτοβιογραφική, έτσι και στη ζωή η αλήθεια με το ψέμα.
Post a Comment