Book review, movie criticism

Saturday, August 15, 2009

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Οι φτωχοί

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Οι φτωχοί, μετ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, Ηριδανός 1997

Ψάχνοντας στα βιβλία μου στην Κρήτη ανακάλυψα τους «Φτωχούς» του Ντοστογιέφκι. Και είπα ότι θα τους διαβάσω.
Η ιστορία ξεκίνησε πριν τρία χρόνια περίπου, όταν διάβασα τον «Αιώνιο σύζυγο», για να τον χρησιμοποιήσω σε μια βιβλιοπαρουσίαση, αν δεν κάνω λάθος για την τελευταία συλλογή διηγημάτων του Τάσου Γουδέλη. Και θαύμασα πάλι τον μεγάλο συγγραφέα, αυτόν που, στα 14 μου χρόνια, με τον «Ηλίθιο», με μύησε στη λογοτεχνία, κάνοντας ένα άλμα, απότομο θα έλεγα, από τον «Μικρό ήρωα» στην υψηλή λογοτεχνία. Από παιδική λογοτεχνία είχα διαβάσει μέχρι τότε μόνο τον «Μιχαήλ Στρογκώφ» που μου έκαναν δώρο παρηγοριάς οι γονείς μου όταν, 12 χρονών, πήγα στο Ηράκλειο για να βγάλω τις αμυγδαλές μου.
Ακολούθησαν κι άλλα, δεν έγραψα όμως για όλα στο blog μου. Έγραψα για τα τελευταία, τον «Παίχτη», το «Υπόγειο», τον «Σωσία», βιβλίο για το οποίο μου μίλησε με μεγάλο ενθουσιασμό ο Μανόλης Πρατικάκης, και τέλος για την Νιέτοτσκα Νιεσβάνοβα. Αντιγράφω ένα απόσπασμα από τη βιβλιοπαρουσίαση που έγραψα.
«Αυτός δεν είναι ο γνωστός Ντοστογιέφσκι. Αναρωτιόμαστε που θα τον είχε οδηγήσει το συγγραφικό του ταλέντο αν δεν είχε ζήσει εκείνη την τραυματική εμπειρία της καταδίκης σε θάνατο και την μετατροπή της ποινής κυριολεκτικά στο παρά πέντε, και τα τέσσερα χρόνια στη Σιβηρία. Ίσως όχι στους Αδελφούς Καραμάζωφ, σίγουρα όμως σε κάποιο άλλο αριστούργημα».
Γιατί αντιγράψαμε αυτές τις γραμμές.
Στην «Νιέτοτσκα Νιεσβάνοβα» είδαμε δυο ερωτικές ιστορίες. Η πρώτη αναφερόταν στον έρωτα της Νιέτοσκας, μικρό κοριτσάκι ακόμη, για τον πατριό της. Η δεύτερη πάλι για τον έρωτα της Νιέτοσκας, λίγο μεγαλύτερη τώρα, για ένα άλλο κορίτσι. Και στις δυο περιπτώσεις ο έρωτας μένει στο επίπεδο των αισθημάτων, δεν ολοκληρώνεται.
Το ίδιο και στους «Φτωχούς». Υπάρχει ένα αίσθημα, απόλυτα ερωτικό, ανάμεσα στον Μακάρ Ντιεβούσκιν, έναν ηλικιωμένο «γραφιά», κυριολεκτικά γραφιά (δούλευε σε μια δημόσια υπηρεσία ως αντιγραφέας, τότε που τα φωτοαντιγραφικά δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη), και σε μια νεαρή κοπέλα, την Βαρβάρα Ντομπροσελόβα. Η τρυφερότητα των γραμμάτων δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία γι αυτό, και ας βεβαιώνει ο Μακάρ ότι την αγαπάει σαν κόρη του.
Ζουν στην ίδια αυλή, όμως κυρίως ανταλλάσουν γράμματα. Κάποιες φορές η Βαρβάρα παραπονιέται ότι έχει καιρό να την επισκεφθεί.
«Πάνε μέρες που σας έγραψα να ’ρθετε να με δείτε, μα ούτε φανήκατε. Σίγουρα τα δάκρυά μου και οι ικεσίες μου δεν σημαίνουν τίποτα για σας, Μακάρ Αλεξέγιεβιτς! … Για την αγάπη του Θεού, αγαπημένε μου, μην καταστρέφετε και τον εαυτό σας και μένα. Εγώ ζω μονάχα για σας, μόνο για δική σας χάρη εξακολουθώ να μένω εδώ» (σελ. 97).
Υπάρχουν και τα κουτσομπολιά. «Ναι, ως κι αυτό για μένα ειπώθηκε, πως ‘σχετίζομαι με ένα μπεκρή’» (σελ. 97). Όταν όμως αυτή αρρωσταίνει, ο Μακάρ στέκεται με αφοσίωση στο προσκέφαλό της, αγνοώντας τα κουτσομπολιά. Τη βοηθάει επίσης οικονομικά, παρόλο που και ο ίδιος είναι εξαθλιωμένος, αλλά και αυτή τον βοηθάει ορισμένες φορές.
Η δουλειά της σαν μοδίστρα της προσφέρει ένα πολύ πενιχρό εισόδημα. Πελάτες δεν υπάρχουν πάντα. Έτσι αναγκάζεται να ενδώσει στις προτάσεις ενός πλούσιου έμπορα προκειμένου να ξεφύγει από το οικονομικό της αδιέξοδο. Ο Μακάρ φυσικά δεν νοιώθει ευχαριστημένος που επιτέλους καλοπάντρεψε την «κόρη» του, αλλά πέφτει σε μαύρη απελπισία. Στο τελευταίο του γράμμα της γράφει, ανάμεσα στα άλλα:
«Κλαίτε, και όμως φεύγετε! Κι αυτή τη στιγμή μου έφτασε ένα γραμματάκι σας μουσκεμένο στα δάκρυά σας! Κι αυτό, γιατί σας παίρνουν δίχως τη θέλησή σας, σας αρπάζουνε με τη βία. Αυτό σημαίνει πως λυπάστε για μένα, αυτό σημαίνει, σημαίνει πως μ’ α γ α π ά τ ε»… Αύριο θα σηκωθώ γερός, δυνατός, θα στυλωθώ στα πόδια μου, θα ξαναγίνω ο εαυτός μου… Ακριβούλα μου, κάλλιο να πέσω κάτω απ’ τις ρόδες σας, παρά να σας αφήσω να φύγετε έτσι. Μα με ποιο δικαίωμα σας παίρνουν; Εγώ θα έρθω μαζί σας, θα τρέχω πίσω απ’ τ’ αμάξι σας, αν δεν με πάρετε μαζί, ναι, θα τρέχω, θα τρέχω, θα τρέχω όσο μου βαστάνε τα πόδια, θα τρέχω, όσο να μου βγει η στερνή μου πνοή… Κι εγώ σε ποιον θα γράφω γράμματα; Σε ποιον θα στέλνω τα γραμματάκια μου; Ποιον θα φωνάζω «αγαπούλα μου»; Σε ποιον θα δώσω αυτό το όνομα, χαϊδεμένη μου; Και πού θα μπορέσω να σας βρω; Μόλις φύγετε, Βαρβαρούλα μου, εγώ θα πεθάνω-σίγουρα θα πεθάνω, γιατί η καρδιά μου δε θα βαστάξει στη δυστυχία. Σας αγαπώ σαν το φως του Θεού, αγαπούλα μου, σας αγαπώ σαν κορούλα μου, σε σας έχω βάλει ολόκληρη την αγάπη μου. Για σας ζούσα μόνο. Για σας εργαζόμουν κι έκανα αντίγραφα κι έγραφα στο χαρτί τα αισθήματά μου, στα φιλικά γραμματάκια μου-για σας και μόνο, επειδή ήσαστε κοντά μου εσείς» (σελ. 133-135).
Δεν περιμέναμε τέτοιο τέλος. Υπάρχουν ορισμένες λογοτεχνικές συμβάσεις που δημιουργούν αφηγηματικές αναμονές. Μια τέτοια είναι η προσήμανση που γίνεται από τους ήρωες με τη μορφή φόβων ή προαισθημάτων, και που περιμένουμε να πραγματοποιηθεί, γιατί σχεδόν πάντα έτσι συμβαίνει. Η Βαρβάρα σε κάποιο γράμμα της γράφει: «Ξέρετε, έχω τώρα ένα προαίσθημα, κάτι σαν βεβαιότητα, πως φέτος το Φθινόπωρο θα πεθάνω» (σελ. 103) Δεν βλέπουμε να έγινε κάτι τέτοιο. Να ήθελε μήπως ο Ντοστογιέφσκι να το θεωρήσουμε πράγματι σαν προσήμανση που συμβαίνει έξω από το πλαίσιο της ιστορίας; Λίγο απίθανο. Να ήθελε άραγε αρχικά να δώσει διαφορετικό τέλος στην ιστορία του: Κι αυτό ελάχιστα πιθανό, μια και βρισκόμαστε κοντά στο τέλος του μυθιστορήματος.
Δίπλα σ’ αυτούς τους «Φτωχούς» παρελαύνουν, σε παράπλευρα επεισόδια, και αρκετοί άλλοι, όπως ο φοιτητής τον οποίο είχε ερωτευθεί η Βαρβάρα και που πεθαίνει από φυματίωση, ο μπεκρής πατέρας του (μαθαίνουμε γι αυτούς σε κάποια ημερολογιακά αποσπάσματα που αφορούν την προηγούμενη ζωή της, και που τα στέλνει στον Μάκαρ για να «ευθυμήσει λιγάκι»), ο μικρός ζητιάνος, ο φτωχός οικογενειάρχης και διάφοροι άλλοι.
Ψάχνοντας στο ίντερνετ βρήκα τη βιογραφία του Ντοστογιέφσκι στην Wikipaidia. Κάνω αποκοπή και επικόλληση το παρακάτω απόσπασμα:
«Dostoyevsky started to write his own fiction in late 1844 after leaving the army. In 1845, his first work, the epistolary short novel, Poor Folk, published in the periodical The Contemporary (Sovremennik), was met with great acclaim. As legend has it, the editor of the magazine, poet Nikolai Nekrasov, walked into the office of liberal critic Vissarion Belinsky and announced, "a new Gogol has arisen!" Belinsky, his followers, and many others agreed. After the novel was fully published in book form at the beginning of the next year, Dostoyevsky became a literary celebrity at the age of 24».
Αυτό το «Ένας νέος Γκόγκολ έκανε την εμφάνισή του» δεν ήταν απλώς για να δείξει ο Νεκράσοφ τον ενθουσιασμό του για τον νέο συγγραφέα, παρομοιάζοντάς τον με τον κορυφαίο, μέχρι εκείνη την εποχή, των ρωσικών γραμμάτων (Την κορυφαία θέση στη συνέχεια, κατά τη γνώμη μου, την κατέλαβαν από κοινού Ντοστογιέφσκι και Τολστόι). Το έργο είναι επηρεασμένο ολοφάνερα από τον Γκόγκολ, και συγκεκριμένα από το «Παλτό», το οποίο σχολιάζεται και μέσα στο έργο. Στο διήγημα αυτό ο Γκόγκολ αφηγείται την ιστορία ενός εξαθλιωμένου υπαλληλάκου, που με χίλια ζόρια κατάφερε να μαζέψει τα λεφτά για να φτιάξει ένα παλτό, το οποίο στη συνέχεια του το κλέβουν.
Όμως η επιρροή δεν είναι μόνο θεματική, είναι και υφολογική. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του Γκόγκολ είναι το χιούμορ του. Το ίδιο χιούμορ βρίσκουμε κι εδώ, αραιότερο βέβαια. Στο τέλος όμως γίνεται υπονομευτικό των ίδιων του των προθέσεων, όταν βλέπουμε την Βαρβάρα να παραγγέλλει στον Μάκαρ ένα σωρό οδηγίες για την ράφτρα της, για αυτά που θα της ράψει για το γάμο.
Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς είναι από τους κορυφαίους λογοτέχνες μας, και φυσικά η μετάφρασή του είναι πολύ καλή. Κάποιες ενστάσεις μας για ορισμένες λέξεις δεν αλλοιώνουν τη συνολική εικόνα. Η κύρια ένστασή μας όμως βρίσκεται στο ότι η μετάφραση δεν πρέπει να έγινε από τα ρώσικα. Έτσι δεν μπορούμε να ξέρουμε τα μεταφραστικά ατοπήματα.
Διαβάζουμε: «… η φαλάκρα μου αναψοκοκκίνισε» (σελ. 82), ενώ πιο κάτω: «Όσο για τ’ άσπρα μου μαλλιά, έχετε ολότελα άδικο, δεν είμαι και τόσο γέρος όσο φαντάζεστε» (σελ. 98).
Η κοπέλα δεν «φαντάζεται», συνεχώς στα γράμματά του αποκαλεί τον εαυτό του «γέρο». Τον πιστεύουμε. Όμως, όπως μαθαίνουμε κοντά στα μισά του έργου, δεν είναι ούτε σαρανταεπτά: «Θ’ αρχίσω από την εποχή που ήμουνα δεκαεπτά χρονών, σαν πρωτομπήκα στη δημόσια θέση-ζυγώνω πια τριάντα χρόνια στην υπαλληλική μου καριέρα» (σελ. 51).
Βέβαια οι φαλακροί έχουν και λίγα μαλλιά, όμως εδώ ο Μάκαρ (ο Ντοστογιέφσκι δηλαδή), θα μπορούσε να προσθέσει «και τη φαλάκρα μου». Η φαλάκρα έρχεται με τα γεράματα, αν και όχι πάντα.
Με έπιασε περιέργεια, μήπως αυτά περί φαλάκρας και άσπρων μαλλιών ήταν μεταφραστικά και όχι συγγραφικά ατοπήματα. Είπα να δοκιμάσω την τύχη μου. Ψάχνω στο google και, ω του θαύματος! Βρίσκω το ρώσικο κείμενο. Το ψάχνω αμέσως. Φαλάκρα, σωστά, лысина, και το седины σωστά, γκρίζα μαλλιά. Στην προηγούμενη σειρά βρήκα τη φράση: А Федоре скажите, что она баба вздорная, беспокойная, буйная и вдобавок глупая, невыразимо глупая! Ο Κοτζιάς μεταφράζει: «Να πείτε της Φεντόρας πως είναι μια βαρετή, μια φλύαρη γριά, όλο αρλούμπες κουβεντιάζει, ασυναρτησίες» (σελ. 98). Μια κατά λέξη μετάφραση θα ήταν: Να πείτε της Φεντόρας πως είναι μια γριά γελοία, ανήσυχη, άγρια, και επί πλέον ανόητη, απίστευτα ανόητη. Υπάρχει λοιπόν μια μικρή εννοιολογική απόκλιση. Στο αγγλικό κείμενο που κατεβάσαμε από το Gutenberg project, διαβάζουμε: Tell Thedora that she is a rubbishy, tiresome, gabbling old woman, as well as an inexpressibly foolish one. Ανεξάρτητα από την πιστότητα, και οι δυο μεταφράσεις είναι πάρα πολύ καλές. Έκανα τη δική μου μετάφραση της περιόδου για να δείξω ανάγλυφα αυτό που έχει ειπωθεί, σε μια υποδηλούμενη μεταφορά: «Αν η μετάφραση είναι πιστή δεν είναι όμορφη, και αν είναι όμορφη δεν είναι πιστή». Η μόνη ένσταση είναι για το «κουβεντιάζει αρλούμπες». Δε λέμε «κουβεντιάζω αρλούμπες αλλά «λέω αρλούμπες».
Τελικά το ίντερνετ είναι η πιο τέλεια βιβλιοθήκη, εκεί αξίζει να επενδύει κανείς. Δηλαδή στους providers. Ευτυχώς που ήλθε η cyta στο χωριό μου, διαφορετικά αυτά τα τελευταία δεν θα τα έγραφα. Όχι ότι είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά να, θα έμενα με την περιέργεια. Διαδίκτυο λοιπόν. Βρίσκεις ό, τι θέλεις (ή σχεδόν ό, τι θέλεις), και σε χρόνο μηδέν (ή σχεδόν μηδέν). Τα υπόλοιπα είναι αρχαιολογία.
Post a Comment