Book review, movie criticism

Thursday, March 18, 2010

Μάρω Βαμβουνάκη, Το ταγκό μεσ’ στον καθρέπτη

Μάρω Βαμβουνάκη, Το ταγκό μεσ’ στον καθρέπτη

Κρητικά Επίκαιρα Δεκέμβρης 1992

Μετά τα «Κλειστά μάτια», που αποτελεί μια παρένθεση ως προς τον τόπο και χρόνο των ιστοριών της, η Μάρω Βαμβουνάκη με το τελευταίο, 12ο βιβλίο της, «Ταγκό μεσ’ στον καθρέφτη», επανέρχεται στο γνώριμο αστικό περιβάλλον της και καταπιάνεται με τα προβλήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, και, κυρίως, τα άτομα της γενιάς που, συμβατικά πια ονομάζουμε γενιά του Πολυτεχνείου, με τα διαψευσμένα οράματα.
Η κυρίαρχη αφηγηματική τεχνική στα έργα της Βαμβουνάκη είναι ο εσωτερικός μονόλογος. Οι ήρωες της εκμυστηρεύονται τις εσωτερικές τους εμπειρίες, εξομολογούνται τα πάθη, τις ορμές, τις αδυναμίες και τις ενοχές που τους βασανίζουν, και επιχειρούν απεγνωσμένες καταδύσεις στον ψυχισμό τους, ψάχνοντας με αγωνία για εξηγήσεις και ερμηνείες.
«Πώς αισθάνομαι τώρα; Γιατί σκέφτομαι αυτό; Τι μου προκάλεσε εκείνο; Είναι χτικιό της γενιάς μας τούτη η παραπλανητική αυτοανάλυση, ασταμάτητα να ψαχνόμαστε, ν' ασχολούμαστε με τα ψυχολογικά μας, να βγάζουμε επιπόλαιες διαγνώσεις από όσα, αποσπασματικά, μπορεί να πιάσει ο νους μας», λέει κάπου αυτοκριτικά.
Οι ιστορίες που επινοεί η Βαμβουνάκη είναι απλά προσχήματα για να επιτρέψει στους ήρωες της να ξεχυθούν σε ένα ακατάσχετο χείμαρρο σκέψεων και αισθημάτων, με τη μορφή ενός ελάχιστα ελεγχόμενου ελεύθερου συνειρμού, διατυπωμένων με μια πλούσια ποιητική γλώσσα παρομοιώσεων και μεταφορών.
Το νιώθει και η ίδια, εκεί βρίσκεται η ουσία της τέχνης της, και γι αυτό παραμελεί τη σύνθεση των ιστοριών της, την πλοκή των μύθων της.
Παραμελεί; Ίσως να πρόκειται για μια συνειδητή αμέλεια, για ένα δισταγμό ή φόβο μήπως η προσοχή του αναγνώστη περισπαστεί από το μύθο, από το σασπένς της πλοκής, και χάσει τα όσα σημαντικά έχουν να του εξομολογηθούν οι ήρωες.
Το πόσο λίγο ταιριάζει στο ύφος της Βαμβουνάκη η περίτεχνη ιστορία, η σύνθετη πλοκή, φάνηκε στο 6ο βιβλίο της, το «Χρόνια πολλά γλυκεία μου». Ο απλοϊκός χειρισμός του μύθου δεν της επέτρεψε να επαναλάβει το πείραμα. Το μύθο από το προηγούμενο βιβλίο της, τα «Κλειστά μάτια», τον πήρε έτοιμο από μια παραλογή της Καρπάθου. Στα υπόλοιπα έργα της, οι ιστορίες είναι απλές, καθημερινές, σχηματικές. Στον «Αντίπαλο εραστή», το 7ο βιβλίο της, ο μύθος είναι εντελώς υποτυπώδης. Στο 8ο βιβλίο της, το «Η μοναξιά είναι από χώμα», με το οποίο κέρδισε το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 1988, ο μύθος σχεδόν απουσιάζει. Ο ήρωας στέλνει απελπισμένα γράμματα στην αγαπημένου του, η οποία τον έχει εγκαταλείψει. Ο χρόνος της ιστορίας, όχι σαν διαδοχή των ημερών κατά τις οποίες γράφονται τα γράμματα, αλλά σαν ακολουθία γεγονότων, προχωρεί μόλις στο προτελευταίο γράμμα (απόπειρα να πάει να την βρει) και στον επίλογο (χάνεται περπατώντας πάνω στο νερό, όπως και ο άλλος «μοναξιασμένος» —για να χρησιμοποιήσω τον προσφιλή της νεολογισμό — ήρωας του Αγγελόπουλου στο «μετέωρο βήμα του πελαργού». Δάνειο άραγε από το βιβλίο της Βαμβουνάκη ή «τα μεγάλα πνεύματα…»
Η επινόηση, που χρησιμοποιεί στο «Ταγκό μεσ' στον καθρέφτη» για να υφάνει τον εσωτερικό μονόλογό της είναι ακόμη καλύτερη από ότι στο «Η μοναξιά είναι από χώμα». Ενώ εκεί ο αποδέκτης (των γραμμάτων, και συνεπώς της αφήγησης) είναι ένας, στα ημερολόγια της Αγγέλας, η φαινομενική ανυπαρξία αποδέκτη, στην πραγματικότητα επιτρέπει ένα μεταβαλλόμενο αποδέκτη κατά τις διαθέσεις της, πράγμα, που δημιουργεί μια μεγαλύτερη ευχέρεια στην αφήγηση, μια ευρύτερη προσαρμογή στις εσωτερικές ανάγκες της έκφρασης.
«Γράφω εδώ και μιλώ σαν κάποιος παραλήπτης να με ξέρει καλά, κι άλλοτε πάλι συμπεριφέρομαι σαν να οφείλω μιαν ακριβέστερη αναφορά προς ένα επίσημο άγνωστο. Σ' ένα πρόσωπο εξαιρετικά σημαντικό, δικαστή της συνείδησης μας περίπου».
Πρέπει, όμως, να παραδεχτούμε, ότι ο ήρωας στο «Η μοναξιά είναι από χώμα», παρά την πιο περιορισμένη —τυπικά— αφηγηματική του ευχέρεια, μας κατακτά περισσότερο, προκαλώντας μας μια αληθινά τραγική εντύπωση. Αφενός ταυτιζόμαστε μαζί του στην ερωτική του απογοήτευση και στην σπαρακτική αναζήτηση της αγαπημένης που τον έχει απαρνηθεί, και αφετέρου νιώθουμε γι' αυτόν βαθιά συμπόνια και «έλεος», καθώς τον βλέπουμε εγκαταλειμμένο, μόνο κι έρημο σε μια καλύβα, σε ένα νησάκι του Αιγαίου.
Ο εσωτερικός μονόλογος σ' αυτό το τελευταίο έργο της Βαμβουνάκη δεν έχει τη μορφή ενός ακατάσχετου ελεύθερου συνειρμού, όπως τον βρίσκουμε πολύ χαρακτηριστικά στον «Αντίπαλο εραστή» και στο «Η μοναξιά είναι από χώμα», αλλά μιας προσεκτικά ελεγμένης αφήγησης. Ο ιστός ενός μύθου ελλείπει, όμως υπάρχουν σκόρπια γεγονότα που αφηγείται η Αγγέλα στο ημερολόγιο της. Τα γεγονότα αυτά θα μπορούσαν να δοθούν ίσως με τη μορφή αυτοτελών διηγημάτων (με τη συγγραφή διηγημάτων έχει καταπιαστεί δυο φορές η Βαμβουνάκη), όμως η αφήγησή τους στα πλαίσια ενός ημερολογίου επιτρέπει ένα πιο ελεύθερο χειρισμό τους. Ακόμη, η αφήγηση των γεγονότων αυτών γίνεται πιο «δραματικά», με συχνή τη χρήση διαλόγου, που από το «Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο» αρχίζει να καταλαμβάνει μια μεγαλύτερη θέση στο έργο της, το ίδιο όπως και οι εικαστικές περιγραφές.
Μέσα από τα γεγονότα αυτά εικονογραφούνται πρόσωπα και καταστάσεις της σύγχρονης αστικής ζωής, όπως ο γάμος, ο χωρισμός, συνάντηση με παλιά αγάπη, αϋπνία, εφηβικοί έρωτες, η πλασματική ζωή μέσα από την τηλεόραση, θρησκευτικές εμπειρίες, ένας συγγραφέας, μια χαρισματική γυναίκα, ο θάνατος κ.ά.
Ο έρωτας είναι κι εδώ ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε πρόσωπα και γεγονότα. Απασχολεί μόνιμα τους ήρωες. Η αφηγήτρια εξομολογείται:
«Πάντα για μένα ο έρωτας ήταν τραγικός... όταν η τραγικότητά του λιγοστεύει κι ελαφρώνει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το καταλαβαίνω πια, είναι που μου φεύγει και τον χάνω. Η μαγεία της δυνατής αγάπης πάντα με περιτύλιγε οδυνηρή κι επικίνδυνη. Είναι απαραίτητο να ζευγαρώνω μ' έναν άντρα, που έτσι τον καταλαβαίνει κι αυτός τον έρωτα. Σαν πέτρα γκρίζα, σαν πεπρωμένο, σαν θάνατο, σαν αναπότρεπτο, σαν σημείο καιρών, σαν μαχαιριά... Όλα αυτά, βέβαια, δύσκολα ταιριάζουν σε ένα γάμο. Συναρπαγή, οδύνη, απόλυτο, όλα ή τίποτα, ακρότητες...».
«Ο έρωτας, όταν στ' αλήθεια έλθει, θα 'ναι παντοτινός», λέει κάπου, όμως κάπου αλλού ομολογεί: «Με τα χρόνια... ερωτευόμαστε όλο και πιο δύσκολα». Μ' εκείνον τον παλιό έρωτα λέω, τον ευγενικό και βάρβαρο, που σαν τις μεγάλες συμφορές σου αναβαθμίζει την περίπτωση σου σε μοναδική και τόσο σημαντική, ώστε σε καίει να καταθέσεις τη μαρτυρία σου σ' επιστολές, σε ποιήματα, σ' επιτύμβια, στους τοίχους της πόλης, όπου και όπως μπορείς».
Στα πλαίσια των γεγονότων, που αφηγείται η συγγραφέας καταγράφει όχι μόνο, ή κυρίως, τη συναισθηματική της ανταπόκριση, αλλά και την κρίση της γι' αυτά. Έτσι βρίθουν δοκιμιακά αποσπάσματα πάνω στον έρωτα, το γάμο, το χωρισμό, την ευτυχία, τη μοναξιά, τον πόνο κ.ά. Η καθαρτική λειτουργία του πόνου, που είναι το κύριο θέμα στο «Η μοναξιά είναι από χώμα», την απασχολεί κι εδώ.
«Ο πόνος ο αληθινός δεν είναι δυστυχία. Είναι καλός πόνος, είναι φιλόστοργος, δημιουργικός και καθαρτήριος. Πόνος γέννας που βγάζει σε μεγαλύτερη χαρά... Αν δεν πονέσεις δεν θα καταλάβεις την ασθένεια σου και θα πεθάνεις. Τόσοι και τόσοι μεγαλώνοντας τρελαινόμαστε και χανόμαστε, γιατί σήμερα βρίσκεις παντού, αμέσως, παυσίπονα».
Σχετικά είναι και τα καζαντζακικά οξύμωρα: «Πόσοι θα το παραδεχτούμε το άγριο μάθημα πως η απώλεια είναι το κέρδος, πως το άδειασμα είναι το γέμισμα, το κενό η πληρότητα, και ο κίνδυνος η μόνη σιγουριά;».
Ο έρωτας στα έργα της Βαμβουνάκη είναι πάντοτε ματαιωμένος, όχι γιατί αντιμετωπίζει εξωτερικές αντιξοότητες, αλλά γιατί υπονομεύεται από ενδογενείς παράγοντες, από μια εσωτερική αδυναμία επικοινωνίας, ουσιαστικής σχέσης και επαφής. Αυτή η αδυναμία για τη Βαμβουνάκη αποτελεί περίπου ένα υπαρξιακό χαρακτηριστικό του σύγχρονου ανθρώπου, και τη θεωρεί τόσο ανυπέρβλητη, που την υπερνίκηση της μόνο σαν «θαύμα» μπορεί να την χαρακτηρίσει («Χρόνια πολλά γλυκεία μου»). Ένα θαύμα, που δεν έρχεται ποτέ, ακόμη και στις «Ιστορίες με καλό τέλος». Η Άννα στο «Χρονικό μιας μοιχείας», η πρώτη ουσιαστικά ηρωίδα της Βαμβουνάκη, κουβαλάει μέσα της ένα σωρό αναστολές που την δυσκολεύουν να ξεφύγει από μια συμβατική οικογενειακή σχέση και να ριψοκινδυνεύσει την αναζήτηση στο άγνωστο. Η Ντούλια και η ηρωίδα στο «Χρόνια πολλά γλυκεία μου» τις ξεπερνούν. Διαρρηγνύουν τις συμβατικές σχέσεις τους με τους νόμιμους συντρόφους τους, όμως το αγαπημένο πρόσωπο δεν θα μπορέσουν τελικά να το κατακτήσουν. Ο αγαπημένος της Ντούλιας, παρόλο που αυτή κάνει σαν τρελή μαζί του, θα την βαρεθεί γρήγορα και θα την εγκαταλείψει. Ο Νίκος της ηρωίδας στο «Χρόνια πολλά γλυκιά μου» ήταν μια δυνατότητα που δεν πρόφτασε να δοκιμαστεί (Ήταν τρομοκράτης και το έσκασε στο εξωτερικό).
Αφού με τους νυν συντρόφους οι σχέσεις είναι βιωμένες αποτυχίες, και γι αυτούς με τους οποίους ανοίγεται μια προοπτική η σχέση τελικά δεν πραγματοποιείται, οι ελπίδες δεν μένει παρά να επενδυθούν στους πρώην συντρόφους. Όμως οι «Παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο», αποτελούν ευχάριστες μεν αναμνήσεις όμως αμετάκλητα νεκρές, καθώς ο παλιός σύντροφος υφίσταται την ανελέητη φθορά του χρόνου και τη αδυσώπητη πίεση της «αρχής της πραγματικότητας».
Στο «Ταγκό μεσ' στον καθρέφτη» Η Βαμβουνάκη φαίνεται να αναθεωρεί αυτή την αντίληψη. Εδώ η ιστορία είναι πράγματι με καλό τέλος, και η παλιά αγάπη δεν πάει τελικά στον παράδεισο. Ο αναγνώστης παρίσταται μάρτυρας της επανασυγκόλλησης μιας παλιάς σχέσης.
Η ιδέα που βρίσκεται πίσω από αυτή την αναθεώρηση είναι αρκετά απλή και λογική, και εικονογραφεί καλύτερα τη βασική θέση της Βαμβουνάκη. Εφόσον υπάρχουν τέτοιες ανυπέρβλητες δυσκολίες στην επικοινωνία με τον άλλο, η λύση της αναζήτησης του ιδανικού εκείνου προσώπου με το οποίο η τέλεια επικοινωνία φαίνεται εντελώς χιμαιρική, ακόμη κι αν υποθέσουμε, ότι η ηρωίδα διαθέτει εκατό ζωές.
Εξάλλου, το ζήτημα δεν είναι η αναζήτηση του ιδανικού εκείνου συντρόφου με τον οποίο δεν θα υπάρχουν προβλήματα επικοινωνίας και επαφής, αλλά η άρση των εσωτερικών εμποδίων, που φαλκιδεύουν τη σχέση μας με πρόσωπα με τα οποία κατά τα άλλα ήταν δυνατή. Οι ηρωίδες της Βαμβουνάκη διακατέχονται από το σύνδρομο της Σταχτοπούτας. Η αναζήτηση του ιδανικού συντρόφου είναι φαινομενική. Στην πραγματικότητα ζητούν μια σωστή, ουσιαστική σχέση, πράγμα που δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Και αυτό δείχνεται καθαρά στο τελευταίο αυτό μυθιστόρημα της Βαμβουνάκη, με το αισιόδοξο μήνυμα. Και το αισιόδοξο μήνυμα είναι ότι η αποτυχία δεν είναι τελεσίδικη και δεδομένη (το «θαύμα» σήμερα για τη Βαμβουνάκη φαίνεται πια πιθανό), οι άνθρωποι δεν κουβαλάνε μέσα στο γένωμά τους γονίδια υπεύθυνα για τις αποτυχίες στις ερωτικές τους σχέσεις. Η αποτυχία - αυτό μοιάζει να θέλει να πει η Βαμβουνάκη - οφείλεται σε εσωτερική ανωριμότητα, και η εσωτερική ωρίμανση με την πάροδο των χρόνων, μέσα από το καθαρτήριο των επώδυνων εμπειριών, μπορεί να καταστήσει επιτέλους δυνατή την επικοινωνία. Όμως η επίτευξη της επικοινωνίας με έναν άλλο θα μπορούσε να αποδοθεί σε τυχαίο γεγονός, ή σε πρωτοφανείς ιδιότητες που διαθέτει, πράγμα που θα πισωγύριζε στην αντίληψη της ρουλέτας. Για πειστική η επικοινωνία, σαν αποτέλεσμα εσωτερικής ωρίμανσης, πρέπει να υλοποιηθεί με εκείνο το πρόσωπο με το οποίο προηγούμενα είχε ματαιωθεί - τέως σύζυγο.
Το εύρημα είναι ολότελα επιτυχές, φοβάμαι όμως ότι χωλαίνει στην επεξεργασία του. Κι αυτό γιατί, αντίθετα με το «Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο», όπου η επεξεργασία της κεντρικής ιδέας διατρέχει ολόκληρο το έργο, εδώ καταλαμβάνει ένα μόνο τμήμα του έργου, το τέλος του, το οποίο μπορεί μεν να μας προσφέρει το ανακουφιστικό συναίσθημα ενός χάπυ εντ, καθώς μάλιστα λειτουργεί αντιστικτικά προς το θάνατο αγαπημένου φίλου, όμως δεν λειτουργεί πειστικά, με την έννοια, ότι δεν μας έχουν προσφερθεί μέχρι τότε επαρκή στοιχεία - ενδείξεις για τις εσωτερικές μεταβολές και την πορεία ωρίμανσης της ηρωίδας. Η υποψία ότι μπορεί να πρόκειται και για συμβιβασμό μένει μετέωρη.
Πρόκειται για αδυναμία;
Αν το αισιόδοξο αυτό μήνυμα της Βαμβουνάκη (όπως π.χ. και στο «Ροζ που δεν ξέχασα» του Γιάννη Ξανθούλη) βγαίνει βιαστικά και βιασμένα, αυτό δεν νομίζω ότι οφείλεται σε ανεπάρκειά της σαν γραφέα, αλλά στο ότι κατά βάθος εξακολουθεί είναι απαισιόδοξα δύσπιστη, στο ότι τη λύση αυτή την προτείνει περισσότερο σαν ξόρκι. Πρόκειται μια εγγενή αδυναμία που είναι αποτέλεσμα της διάστασης ανάμεσα σ' αυτό που ελπίζει και αυτό που, κατά βάθος, πιστεύει, ανάμεσα στην εμπειρία της ζωής που εκτρέφει την απαισιοδοξία και στη σπίθα μιας αισιοδοξίας που εξέθρεψε η πολιτική ουτοπία της γενιάς μας, αναζωπυρωμένη από μια νέα, εσωτερική, θρησκευτική εμπειρία, που μπόρεσε να υψωθεί πάνω στα συντρίμμια της ουτοπίας για κάμποσους από τους πνευματικούς μας ανθρώπους.
Post a Comment