Book review, movie criticism

Friday, March 26, 2010

Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, Νεοελληνικός Λόγος

Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, Νεοελληνικός Λόγος, Νεφέλη 1992
Κρητικά Επίκαιρα, Μάης 1993

Ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης είναι ένας από τους πιο διαπρεπείς Έλληνες γλωσσολόγους. Γεννήθηκε στην Ανατολή Ιεράπετρας το 1948. Τελείωσε το γυμνάσιο Ιεράπετρας το 1966 και στη συνέχεια φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την αποφοίτησή του μετεκπαιδεύτηκε στα Πανεπιστήμια Κολωνίας και Χαϊδελβέργης. Επί σειρά ετών διετέλεσε καθηγητής της γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Ρεθύμνου, και τώρα είναι καθηγητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το βιβλίο του «Νεοελληνικός Λόγος» που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νεφέλη, περιέχει «μελέτες για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και το ύφος», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο υπότιτλος, που είχαν δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων.
Αυτό που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη σ' αυτό το βιβλίο, είναι η ευρύτητα των γνώσεων και η διεισδυτικότητα της σκέψης του συγγραφέα, που του επιτρέπει να εισχωρεί βαθιά σε απόψεις και θεωρίες, να εντοπίζει τις αδυναμίες τους και να προβαίνει στις κατάλληλες τροποποιήσεις και διορθώσεις.
Το πρώτο κείμενο του βιβλίου του έχει τίτλο «Η έννοια της γλώσσας». Εδώ αναπτύσσονται οι διάφορες όψεις της γλώσσας και ο τρόπος που την αντιλαμβάνονται οι διάφορες γλωσσολογικές θεωρίες. Το δεύτερο, με τίτλο «Η έννοια του ύφους», αποτελεί μια πυκνή εγκυκλοπαιδική καταγραφή των διαφόρων αντιλήψεων και θεωριών για το ύφος, ένα θέμα που το μελέτησε επισταμένως ο Χαραλαμπάκης όπως φαίνεται και από τις πυκνές βιβλιογραφικές αναφορές που παραθέτει στο τέλος του κειμένου. Το κείμενο αυτό αποτέλεσε τμήμα των παραδόσεων στους φοιτητές στο Πανεπιστήμιο του Ρεθύμνου. Τα προβλήματα, οι αντιφάσεις και το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η υφολογική έρευνα, τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι «η θεωρητική αφετηρία για τον προσδιορισμό της έννοιας του ύφους και της ανάλυσης του δεν πρέπει να είναι μόνο γλωσσική, αλλά επιβάλλεται να λαμβάνονται υπόψη και τα πορίσματα συγγενών επιστημών, όπως είναι η ανθρωπολογία, η θεωρία της λογοτεχνίας, η κοινωνιολογία, η φιλοσοφία, η ψυχανάλυση, η ψυχιατρική, βιολογία κ.ά. Πρέπει ακόμη να επανεξετασθεί το πρόβλημα της επικοινωνίας, η οποία επηρεάζεται κοινωνικούς, περιστασιακούς, εμπειρικούς, συναισθηματικούς και άλλους παράγοντες, χωρίς να παραβλέπουμε ότι σ' όλη αυτή τη διαδικασία παραμένουμε άτομα. Αν υπάρχει ελπίδα να ερμηνευτεί κάποτε καλύτερα το πρόβλημα του ύφους, τότε η ελπίδα αυτή πρέπει να αναζητηθεί σε μια συστηματική διεπιστημονική συνεργασία στην οποία η γλωσσολογία έχει να παίξει πρωταρχικό ρόλο».
Στο τρίτο κείμενο με τίτλο «Το πρόβλημα της κατηγορικής ερμηνείας λειτουργικών εννοιών» ο Χαραλαμπάκης καταπιάνεται με την περίπτωση του υποκειμένου, όπου καταδεικνύει την ανεπάρκεια των παραδοσιακών ορισμών, τους οποίους χωρίζει σε τρεις κατηγορίες: τους σημασιολογικούς, τους τυπικούς και τους
ψυχολογικοεπικοινωνιακούς ορισμούς. Μιλάει έπειτα για τους σημασιολογικούς ρόλους του κειμένου, ως δραστικό, πάσχον, ουδέτερο, οργανικό, δεκτικό, τοπικό, χρονικό και εργατικό υποκείμενο. Ακόμη, για προβλήματα σχετικά με τα υποψήφια σε μια πρόταση υποκείμενα, και για τα υποκείμενα των απροσώπων ρημάτων και εκφράσεων.
Στο Τέταρτο κείμενο, «Γλώσσα και φύλο», αναπτύσσει τη σχέση ανάμεσα στο γραμματικό και το φυσικό γένος των ονομάτων, παραθέτοντας σχετικές αντιλήψεις. Από τα τέσσερα μοντέλα που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τη σχέση γλώσσας και φύλου προκρίνει το στρατηγικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο το φύλο δεν καθορίζει το γλωσσικό τύπο, αλλά την επικοινωνιακή στρατηγική. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι «όσον καιρό εξακολουθεί να υπάρχει κοινωνική ανισότητα ανάμεσα στα δυο φύλα, δεν θα έχουν κανένα νόημα όποιες γλωσσικές αλλαγές κι αν γίνουν. Οι δημοκρατικές αλλαγές στην κοινωνία και η πραγματική ισότητα ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα θα οδηγήσει και τη γλώσσα σε ανάλογες προσαρμογές».
Στο πέμπτο κείμενο, «Προβληματισμοί για τη σωστή χρήση της δημοτικής γλώσσας», αναφέρεται σε όλη αυτή τη «λογοδιάρροια για τη γλωσσική παρακμή» και επισημαίνει ότι «είναι εντελώς εσφαλμένο να επιρρίπτουμε ευθύνες στη γλώσσα επειδή ο άνθρωπος εκμεταλλεύεται τις απειράριθμες δυνατότητες που του προσφέρει για να τη χρησιμοποιήσει ως όργανο επιβολής, επικυριαρχίας ή αλλοτρίωσης». (Παρεμπιπτόντως, ένας από αυτούς που έχουν πραγματευθεί τη χρήση της γλώσσας ως όργανο κυριαρχίας είναι και ο Χέρμπερτ Μαρκούζε στον «Μονοδιάστατο άνθρωπο»). Τέλος προτείνει τη δημιουργία ενός «Ινστιτούτου μελέτης της νεοελληνικής γλώσσας, το οποίο σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια μας, ή ενσωματωμένο σ' ένα απ' αυτά, θα καθόριζε και θα υλοποιούσε τα επείγοντα έργα υποδομής (ένα υπεύθυνο και σοβαρό χρηστικό λεξικό, μια επιστημονική γραμματική και ένα σύγχρονο συντακτικό της νεοελληνικής γλώσσας) που απαιτούνται για τη διδασκαλία και σωστή χρήση της γλώσσας μας».
Στο έκτο κείμενο, «Η τονική απλοποίηση και ο Γεώργιος Χατζηδάκης», αναφέρει ότι ο μεγάλος αυτός Κρητικός γλωσσολόγος, «μαζί με άλλους διάσημους ερευνητές όπως ο Βιλαμόβιτς και ο Χάιζενμπεργκ ήταν υπέρ της κατάργησης των τόνων», μια θέση που με βρίσκει και μένα σύμφωνο. Η έλλειψη ενός γράμματος σε μια λέξη οδηγεί σε λάθος εκφώνηση αυτής της λέξης, όμως η έλλειψη τόνου δεν θα οδηγήσει σε καμιά περίπτωση στη χωρίς τόνο προσφορά της. Και οι μικροί μαθητές, θα αντιτείνει κάποιος, που συνεχώς βρίσκονται μπροστά σε καινούριες λέξεις, πώς θα μάθουν να τις τονίζουν σωστά;
Υπάρχει και εδώ μια λύση. Θυμάμαι, όταν μελετούσα ρωσικά, το πρώτο βιβλίο που διάβασα, τα «Παιδικά χρόνια» του Μαξίμ Γκόρκι, είχε τόνους πάνω από τις λέξεις, επειδή απευθυνόταν σε πολύ μικρά παιδιά. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να γίνει και σε μας. Να πούμε ακόμη ότι η καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος θα έπρεπε να λάβει υπόψη της τους κανόνες προφοράς, και όχι να βρισκόμαστε στο αστείο πραγματικά φαινόμενο, όπως επισημαίνει αλλού ο Χαραλαμπάκης, σε φράσεις όπως «τι να τους πεις και τι να μην τους πεις, με βάση τους κανόνες του υπάρχοντος τονικού συστήματος, να μην πρέπει να βάλουμε τόνο πουθενά, ενώ τονισμός υπάρχει οπωσδήποτε κατά την εκφώνηση της.
Στο έβδομο κείμενο, «Το πρόβλημα του ιδιωματικού στοιχείου στη νεοελληνική λογοτεχνία», ο Χαραλαμπάκης συζητά τα σχετικά προβλήματα, όπως π.χ. τη μονομερή έμφαση στα λεξιλογικά και όχι στα συντακτικά στοιχεία, στη δυσκολία διαχωρισμού των διαλεκτιφανών στοιχείων από τα διαλεκτικά κ.ά. Να τονίσουμε κι εμείς ότι η χρήση διαλεκτικών στοιχείων είναι σχεδόν ανύπαρκτη στους σύγχρονους λογοτέχνες. Από τα δέκα μυθιστορηματικά έργα του Αλέξανδρου Κοτζιά για παράδειγμα, μόνο στο πρώτο, την «Πολιορκία», υπάρχουν διαλεκτικά στοιχεία, αρκετά μάλιστα, ενώ στο «Μια σκοτεινή υπόθεση», αν και εκδόθηκε μόλις ένα χρόνο μετά, (1954) δεν μπόρεσα να επισημάνω ούτε ένα.
Στο όγδοο κείμενο γίνεται μια πλήρης ανάλυση του «ιδιωματικού στοιχείου στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη», ενώ το ένατο αποτελεί «Σκέψεις γύρω από τη γλώσσα και το ύφος του στρατηγού Μακρυγιάννη με αφορμή το νέο χειρόγραφο «οράματα και θάματα». Το δέκατο κείμενο αναφέρεται στα «Ιδιωματικά στοιχεία σε Θρακιώτες λογοτέχνες» και το ενδέκατο στην «Κρητική διάλεκτο στο λογοτεχνικό έργο του Κονδυλάκη». Στο δωδέκατο κείμενο με τίτλο «Κριτήρια επιλογής σε ένα χρηστικό λεξικό» ο Χαραλαμπάκης διατυπώνει τις παρατηρήσεις του και επισημαίνει τις ανεπάρκειες στο υπό έκδοση λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Στο Δέκατο τρίτο, «Μεταφραστικά δάνεια της νέας ελληνικής από ευρωπαϊκές γλώσσες», ο Χαραλαμπάκης επισημαίνει ότι «κυνηγάμε υποκριτικά τους ξενισμούς (γρ. ξένες λέξεις) που μπαίνουν από το παράθυρο (του τύπου: γουόκι-τόκι, φαστ φουντ και τζουκ μποξ) και υποδεχόμαστε με φιλοφροσύνη τους ξενισμούς (γρ. μεταφραστικά δάνεια) που μπαίνουν με όλη τους την άνεση από την πόρτα». Καταλήγει τέλος:
«Εκτός από τη νέα διάσταση και ερμηνεία που δίνουν οι διεθνισμοί στο τόσο παρεξηγημένο πρόβλημα των ξένων λέξεων... παρουσιάζουν μεγάλη χρησιμότητα για τους ακόλουθους ακόμη λόγους; διευκολύνουν την καθημερινή επικοινωνία ανθρώπων με διαφορετική μητρική γλώσσα, καθώς και την επικοινωνία του επιστημονικού κόσμου, ο οποίος δεν μπορεί να περιοριστεί σε στενά γεωγραφικά όρια. Έχουν χρηστική αξία κατά την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Παρέχουν χρήσιμα στοιχεία τα οποία βοηθούν στην καλύτερη ερμηνεία των ιστορικών, πολιτιστικών και διαφόρων άλλων σχέσεων που αναπτύσσονται ανάμεσα στους λαούς. Αποτελούν τέλος, το βασικό λεξιλόγιο της επικείμενης ευρωπαϊκής ενοποίησης... Ο αιώνας της πληροφορικής και της υψηλής τεχνολογίας οδηγεί μοιραία κάθε γλώσσα στην απώλεια ενός μέρους από την ατομικότητα της προς όφελος ενός κοινού γλωσσικού υπόβαθρου που φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά».
Post a Comment