Book review, movie criticism

Friday, March 12, 2010

Elia Suleiman, με αφορμή το Le temps qu’ il reste

Elia Suleiman, με αφορμή το Le temps qu’ il reste (Ο χρόνος που μένει), 2009.

Αναφέρω συχνά ότι το σασπένς αποτελεί την κύρια αρετή σε μιαν αφήγηση και τελικά βλέπω τρεις καταπληκτικές ταινίες ενός παλαιστίνιου σκηνοθέτη όπου απουσιάζει εντελώς. Πριν από το «Χρόνο που μένει» είδα τη «Θεϊκή παρέμβαση» (2002), και αμέσως μετά, αφού έγινα φαν του Ελία Σουλεϊμάν, το «Χρονικό μιας εξαφάνισης» (1996).
Σε κανένα από τα τρία αυτά έργα δεν υπάρχει πλοκή, όλα αποτελούνται από ανεξάρτητα επεισόδια. Τα επεισόδια αυτά έχουν να κάνουν με το παλαιστινιακό δράμα της ισραηλινής κατοχής και με καθημερινά επεισόδια, τα περισσότερα χιουμοριστικά και σατιρικά.
Τον Σουλεϊμάν τον έχουν συγκρίνει με τον Ζακ Τατί. Θα έλεγα ότι κατά κάποιο τρόπο τον ξεπερνάει. Τα χιουμοριστικά επεισόδια δεν τα επινοεί, βρίσκονται εκεί και τα αναδεικνύει με την κάμερά του. Μόνοι μας ίσως να τα βλέπαμε αδιάφορα, καθόλου κωμικά, ο Σουλεϊμάν όμως μας κάνει να τα δούμε χιουμοριστικά.
Ένα αφηγηματικό χαρακτηριστικό του Σουλεϊμάν είναι το εφέ της επανάληψης, όπου ο αριθμός της επανάληψης λειτουργεί εκθετικά στην πρόκληση του χιούμορ. Να αναφέρω ένα παράδειγμα από το «Χρονικό μιας εξαφάνισης».
Μπροστά στο καφενείο σταματάει ένα αυτοκίνητο. Από μέσα βγαίνουν ο οδηγός και ο συνοδηγός του, και αρπάζονται στο ξύλο. Ο καφετζής και οι θαμώνες τρέχουν να τους χωρίσουν. Αφού ακολουθήσουν άλλα επεισόδια, μεταφερόμαστε πάλι στο ίδιο καφενείο. Σταματάει πάλι ένα αμάξι, και από μέσα κατεβαίνουν ένας πατέρας και ένας γιος, και αρχίζουν και αυτοί να πλακώνονται. Στην τρίτη επανάληψη το χιούμορ εκλύεται από μια αφηγηματική διάψευση, τόσο του θεατή όσο και των προσώπων που συμμετέχουν στο επεισόδιο. Σταματάει πάλι ένα αμάξι μπροστά στο καφενείο. Ο καφετζής και οι θαμώνες περιμένουν ότι οι δυο άντρες που βρίσκονται μέσα θα πλακωθούν στο ξύλο. Το ίδιο περιμένουμε κι εμείς. Τρέχουν να τους προλάβουν. Αυτοί απλά κατεβαίνουν από το αμάξι και αλλάζουν θέσεις. Ο συνοδηγός κάθισε στη θέση του οδηγού για να τον ξεκουράσει.
Μια ανάλογη επανάληψη βλέπουμε και στον «Χρόνο που μένει». Ο δάσκαλος μαλώνει το μαθητή που τον ακούει με σκυμμένο κεφάλι. Στην πρώτη σκηνή τον μαλώνει γιατί λέει στους συμμαθητές του ότι οι αμερικάνοι είναι αποικιοκράτες. Στη δεύτερη γιατί λέει πως είναι ιμπεριαλιστές. Σ’ αυτό, όπως και σε πάρα πολλά άλλα πλάνα, υπάρχει ένα αϊζενσταϊνικό στυλιζάρισμα. Η κάμερα είναι ακίνητη, και τα πρόσωπα σχεδόν ακίνητα σε τυπικές στάσεις. Ακόμη, μια τάση δημιουργίας εικόνων αμφιπλεύρου συμμετρίας τους δίνει μια εικαστική διάσταση (η σκηνή στο γκαράζ είναι η πιο χαρακτηριστική).
Τη χιουμοριστική επανάληψη ο Σουλεϊμάν τη χρησιμοποιεί και σε δεύτερο αφηγηματικό επίπεδο. Ο πατέρας του Σουλεϊμάν αφηγείται πως ο παππούς του, όταν του ζητούσαν να τους πει μια ιστορία για την Ισταμπούλ τους έλεγε πάντα την ίδια ιστορία, για το ωραίο φαγητό που έφαγε σε ένα μαγέρικο. Η επανάληψη γίνεται τρεις φορές.
Ο Σουλεϊμάν παίζει σε όλες του τις ταινίες. Φαίνεται σχεδόν πάντα, όχι ανέκφραστος όπως ο Μπάστερ Κήτον με τον οποίο τον έχουν επίσης συγκρίνει, αλλά μελαγχολικά σιωπηλός. Και είναι να απορεί κανείς που αυτός ο συλλογισμένος στοχαστικός άνδρας βλέπει, όπως είπαμε, κωμικά σκηνές που εμείς δεν θα τις βλέπαμε ως τέτοιες, όπως π.χ. τις αποτυχημένες προσπάθειες ενός τεχνικού να ρυθμίσει τα μικρόφωνα σε μια ομιλία που θα έκανε ο ίδιος, ή τον γιαπωνέζο που ξεκόβει από το γκρουπ για να φωτογραφίσει τον Σουλεϊμάν και το φίλο του που κάθονται έξω από το καφενείο.
Στο «Χρόνο που μένει» υπάρχει μια αντιστροφή σε σχέση με την «Θεϊκή παρέμβαση». Στην «Θεϊκή παρέμβαση» ο Σουλεϊμάν ξεκινάει με χιουμοριστικές καθημερινές σκηνές για να καταλήξει στις πολιτικές σκηνές της παλαιστινο-ισραηλινής σύγκρουσης, ενώ στο «Χρόνο που μένει» ξεκινάει αντίστροφα: Πρώτα οι πολιτικές σκηνές (κατάληψη της πατρίδας του της Ναζαρέτ, εξορία, θάνατος του Νάσερ κ.λπ.) και τελειώνει με χιουμοριστικές σκηνές, που όμως είναι αισθητά λιγότερες από ό,τι στα δυο προηγούμενα έργα. Σε ένα μάλιστα επεισόδιο παντρεύει το πολιτικό με το χιουμοριστικό. Ένας παλαιστίνιος μιλάει στο κινητό του πηγαίνοντας από τη μια άκρη του δρόμου στην άλλη, ενώ το πυροβόλο ενός τανκ που βρίσκεται μπροστά του τον παρακολουθεί σ’ αυτό το πηγαινέλα.
Στο τελευταίο επεισόδιο του «Χρονικού μιας εξαφάνισης» σατιρίζει τους παλαιστίνιους που παρακολουθούν την ισραηλινή τηλεόραση. Βλέπουμε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι να τους έχει πάρει ο ύπνος στον καναπέ, με ανοικτή την τηλεόραση μπροστά τους. Η εκπομπή τελειώνει, και ο σταθμός παίζει τώρα τον εθνικό ύμνο του Ισραήλ. Αυτοί κοιμούνται.
Και το συγκινητικό: Το «Χρονικό μιας εξαφάνισης» ο Σουλεϊμάν το αφιερώνει στους γονείς του, ενώ το «Χρόνο που μένει» το αφιερώνει στη μνήμη των γονιών του. Στο διάστημα που χωρίζει τις δυο ταινίες αυτοί πέθαναν.
Σε ένα επεισόδιο στο «Χρονικό μιας εξαφάνισης» έχω την εντύπωση, για να μην πω τη βεβαιότητα, πως ο Σουλεϊμάν σατιρίζει το θεατή, ή τουλάχιστον κάποιους από τους θεατές ανάμεσα στους οποίους είμαι κι εγώ. Στο επεισόδιο αυτό, δυο άνδρες σε ένα τραπεζάκι στο βάθος συζητούν στα γαλλικά για την κατάσταση στην Παλαιστίνη, με ένα λόγο ιδιαίτερα θεωρητικό. Σε πρώτο πλάνο βρίσκεται ένα τραπεζάκι με ένα ζευγάρι. Ο άνδρας φαίνεται πλάτη, ενώ μια πανέμορφη κοπέλα φαίνεται αν φας. Όταν τέλειωσε το επεισόδιο συνειδητοποίησα ότι δεν διάβαζα τους υπότιτλους αλλά κοίταζα την κοπέλα. Και αναρωτιέμαι: οι γάλλοι θεατές που δεν είχαν υπότιτλους να διαβάσουν, παρακολουθούσαν άραγε τη συζήτηση; Από περιέργεια, για να γράψω αυτό το κείμενο, ξαναείδα την ταινία διαβάζοντας αυτή τη φορά τους υπότιτλους. Ήταν μια συζήτηση πραγματικά αδιάφορη.
Post a Comment