Book review, movie criticism

Friday, March 19, 2010

Νένα Κοκκινάκη, Ιριδισμοί στην απουσία

Νένα Κοκκινάκη, Ιριδισμοί στην απουσία.

Κρητικά Επίκαιρα, Φεβρουάριος 1993

Μετά τη «χάρτινη γυναίκα» (Δόμος 1991), η Νένα Κοκκινάκη μας παρουσιάζει το νέο της μυθιστόρημα «Ιριδισμοί στην απουσία» (Δόμος 1992). Σε κάθε συγγραφέα υπάρχουν κάποια κυρίαρχα στοιχεία, που προβάλλουν σαν βραχονησίδες κάτω από τον ωκεανό των εντυπώσεων, μετά την ανάγνωση του έργου του. Στη συνειδητοποίηση αυτή κατέληξα μετά την ανάγνωση του έργου του Αλέξανδρου Κοτζιά (θλιβερό προνόμιο των συγγραφέων, να αυξάνεται κατακόρυφα το ενδιαφέρον για το έργο τους την επαύριον του θανάτου τους). Αντιαριστερισμός, εσωτερικός μονόλογος, αρνητικοί ήρωες, εντοπίσθηκαν ήδη από την αρχή σαν οδοδείκτες, με τους οποίους προσανατολιζόμουν στην ανάγνωση των επόμενων έργων του. Ποιους τέτοιους οδοδείκτες έχω εντοπίσει στο έργο της Νένας Κοκκινάκη;
Ο έρωτας αποτελεί ένα από τα κυρίαρχα θέματα στη μεταδικτατορική πεζογραφία, όπως ο πολιτικός προβληματισμός στην προδικτατορική (ο οποίος, παρεμπιπτόντως, από μια αδρανειακή δύναμη, επεκτείνεται, σε κάποιους συγγραφείς, και μεταδικτατορικά, όπως π.χ. στον Πέτρο Τατσόπουλο, στην Μαριάννα Τζιαντζή, και στη Μάρω Δούκα). Στη Μάρω Βαμβουνάκη είναι κυρίαρχος, καθώς και σε νεότερους συγγραφείς που έχουν πολύ λιγότερο έργο να επιδείξουν, όπως ο Άρης Σφακιανάκης και η Έλλη Μαρκοπούλου. Επίσης κυρίαρχο θέμα είναι και στα δυο μέχρι τώρα μυθιστορήματα της Νένας Κοκκινάκη.
Όμως, μόνος του ο έρωτας, δεν κάνει μυθιστόρημα, κάνει ποίηση. Για να υπάρξει μύθος, θα πρέπει να υπάρξουν δυσκολίες στην εσωτερική πλήρωση, που θα προκαλέσουν και το αφηγηματικό ενδιαφέρον για τη συνέχεια, για το πως θα ξεπεραστούν.
Οι δυσκολίες αυτές σε παλιότερα έργα, όπως στα έργα της κρητικής αναγέννησης ή στον Σαίξπηρ, είναι εξωτερικές, προέρχονται πάντα από τους «κακούς». Στα νεότερα έργα είναι σχεδόν μόνιμα ενδογενείς. Στη Μάρω Βαμβουνάκη για παράδειγμα, οι δυσκολίες προέρχονται από τον ψυχισμό των ηρώων, που τους δυσκολεύει στις διαπροσωπικές τους σχέσεις («αντίπαλος εραστής») και από μια τάση προς τον απόλυτο, τον ιδανικό έρωτα («τα κλειστά μάτια»). Στη Νένα Κοκκινάκη οι δυσκολίες βρίσκονται σε μια συναίρεση εσωτερικού/ εξωτερικού, σε μια εξωγενή πίεση, που μπορεί να βρει ανταπόκριση σε χαλαρωμένες εσωτερικές αντιστάσεις.
Η εξωτερική πίεση μεταφράζεται σε μια τάση συμμόρφωσης στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος («τι θα πει ο κόσμος»), σε μια δειλία μπροστά σε αβέβαιες έως επικίνδυνες προοπτικές, στο βόλεμα της σιγουριάς του «κάλιο πέντε και στο χέρι...», του συνηθισμένου, του αποδεκτού, εν τέλει στην παραίτηση, στο συμβατισμό.
Υπάρχει μια ομοιότητα στο ζευγάρι αντιθέσεων που ταλανίζει τους ήρωες της Βαμβουνάκη με αυτό που αντιμετωπίζουν οι ήρωες της Κοκκινάκη, και θα μπορούσαν να μπουν στον ίδιο παραδειγματικό άξονα, κάτω από ένα γενικότερο ζευγάρι αντιθέσεων, του οποίου αποτελούν υποπεριπτώσεις, την αντίθεση ανάμεσα στις επιταγές της λογικής και της τάσης προς το παράλογο, το ξάνοιγμα προς την περιπέτεια και το άγνωστο (πρόχειρα παραδείγματα θα αναφέρω τον «Αλέξη Ζορμπά», τον «Ροζ που δεν ξέχασα» του Γιάννη Ξανθούλη και τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» του Κώστα Μουρσελά».
τετριμμένος έρωτας
ιδανικός έρωτας
συμβατικότητα
αντισυμβατικότητα
λογική
παράλογο
Οι συμβατικές σχέσεις, τις οποίες «εκθέτει», με τη διπλή σημασία της λέξης, η Έλλη, η αφηγήτρια, είναι ο γάμος της μητέρας της, που όταν μαθαίνει, ότι ο άντρας της την απατά, προτιμά να συμβιώσει, χωρίς σχέσεις βέβαια, μαζί του, παρά να χωρίσει, και ο γάμος επίσης του φίλου της, του Λάμπρου Μάρεση, πετυχημένου συγγραφέα, που ζει, όπως ο Τ. S. Eliot, με μια γυναίκα ψυχοπαθή, χωρίς να έχει το θάρρος να τη χωρίσει. Γι' αυτή τη δεύτερη σχέση θα πει, «η υπομονή, όμως, που χρονίζει χωρίς ελπίδα οδηγεί στην εξοντωτική φθορά» και «ο ηρωισμός δεν απέχει πολύ από το συμβιβασμό».
Οι συμβατικές αυτές σχέσεις δεν είναι οι μόνες. Τη σχέση της με τον Λάμπρο Μάρεση την εντάσσει στις συμβατικές σχέσεις, μια και την συνάπτει για να ξεχάσει το Λευτέρη. Ο Λευτέρης, ο μεγάλος της έρωτας, την εγκατέλειψε, όταν τον εκλιπαρούσε να της πει «σ' αγαπώ», που γι' αυτόν ήταν ένας καθαρά τετριμμένος και συμβατικός τρόπος έκφρασης, ενώ της έδειχνε με χίλιους δυο άλλους τρόπους, ότι την αγαπά. Η Έλλη στο τέλος θα το κατανοήσει, και θα πέσει πάλι στην αγκαλιά του, σε ένα ευτυχισμένο happy end.
Η Κοκκινάκη, λυρική συγγραφέας, δεν νιώθει βολικά με το μύθο, και αυτό φαίνεται, εκτός από το ότι είναι απλός, και από το ότι δεν εικονογραφεί αρκετά πειστικά τη θέση της για τη συμβατικότητα όσο οι άλλες δυο ιστορίες της μητέρας και του εραστή της ηρωίδας της, που βρίσκονται στις παρυφές της κύριας ιστορίας. Το να αποφύγει να πει ένας άντρας «σ' αγαπώ» συνήθως σημαίνει όχι αντισυμβατικότητα, αλλά απεναντίας συμβατικότητα, έλλειψη αγάπης για μια σχέση που τη θεωρεί απλά σεξουαλική, και δεν εκφράζεται τόσο με μια επίμονη άρνηση να πει «σ' αγαπώ», όσο με τη μειωμένη συχνότητα, που το λέει Όσο για τη σχέση της Έλλης με τον κατά 23 χρόνια μεγαλύτερο της συγγραφέα, αυτή πια κι αν είναι αντισυμβατική. Αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί να είναι συμβατική μια σχέση με ένα άνδρα για τον οποίο εκφράζεται με απέραντο θαυμασμό. Μόνο ένας γάμος θα την έκανε συμβατική —από την πλευρά της, όχι από την πλευρά του, με την έννοια, ότι θα παντρευόταν τον επιτυχημένο ή τον πλούσιο και όχι τον αγαπημένο άντρα.
Έτσι κι αλλιώς η δύναμη της Κοκκινάκη δεν βρίσκεται τόσο στην πειστικότητα της ιστορίας της όσο στη μαγεία της λυρικής της γλώσσας, που μόνο σαν ποίηση πρέπει να διαβαστεί. Και το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της γλώσσας είναι η μεταφορά, η εικονογράφηση με εξαίσιες λυρικές εικόνες των αισθημάτων και των σκέψεων της ηρωίδας.
«Η απόφαση μου να μην ισορροπήσω πάνω στο τεντωμένο σκοινί μιας ανοικτής πληγής...».
«Φορτώθηκα τη μέρα στους ώμους μου».
«Η ζωή ξανάρχιζε μέσα από δρόμους ευθείς χωρίς φαράγγια. Μόνο που οι δρόμοι ήταν δενδροφυτεμένοι με βουρκωμένα κυπαρίσσια. Και δυο παιδικά μάτια μπέρδευαν τα δάκρυα με τ' αστέρια».
«Τα όνειρά της έγιναν μαύρες μάγισσες με κίτρινα φτερά».
«Αγκυροβολώ σε μνήμες».
«Οι σκέψεις μου θα σαλεύουν στο χώρο, ειδωλολατρικές πλάνες σ' ένα μισοσκότεινο δωμάτιο».
Η Κοκκινάκη εξακολουθεί, όπως και στο προηγούμενο έργο της, να είναι αποφθεγματική, αφοριστική, σ' ένα λόγο δοκιμιακό, που εναλλάσσεται με τον λυρικό, όπως στο παρακάτω απόσπασμα, όπου εκφράζεται η κύρια θέση της, η κεντρική της ιδέα.
«Με τα χρόνια λένε πως έρχεται και η αποδοχή των συμβιβασμών. Συνηθίζεις, αποδέχεσαι, χτίζεις μια χρυσή φυλακή και χάνεσαι μέσα της για πάντα. Σου μένουν οι στιγμές ευτυχίας και η αίσθηση της επιτέλεσης του καθήκοντος, έτσι για να ταΐζεις μιαν ανήσυχη συνείδηση».
Ένα χαρακτηριστικό που δείχνει πόσο η Κοκκινάκη είναι ποιητική, λυρική συγγραφέας, και όχι πεζογραφική, αφηγηματική, είναι και η ανυπαρξία διαλόγου, έστω και αφηγημένου, σε πλάγιο λόγο δηλαδή. Όπου στο μύθο υπάρχει κατάσταση διαλόγου, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα εκτενή μονόλογο του συνομιλητή, όπως π.χ. στη συνάντηση της Έλλης με τη μητέρα της στο εστιατόριο, όπου της εκμυστηρεύεται την αλήθεια για τη σχέση με τον πατέρα της.
Κλείνοντας, συνοψίζουμε τα τρία κύρια χαρακτηριστικά του έργου της Κοκκινάκη: έρωτας, αντισυμβατικότητα, λυρισμός. Έρωτας, η θεματολογία, Αντισυμβατικότητα, ο αξιακός ορίζοντας του έργου. Λυρισμός, ο τρόπος γραφής.
Post a Comment