Book review, movie criticism

Tuesday, September 18, 2012

Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Ο Ξενώνας



Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Ο Ξενώνας, ΑΛΔΕ 2012, σελ. 198

Πρόκειται για τη βιβλιοπαρουσίαση που έγινε στις 17-9-2012 στην έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο. Ως βιβλιοκριτική, με τις απαραίτητες τροποποιήσεις, έχει αναρτηθεί στο Λέξημα

Ένα μυθιστόρημα που μας μαθαίνει να μην παραιτούμαστε από τη ζωή, όσο σοβαρά προβλήματα κι αν έχουμε.

  Θα ήθελα να ευχαριστήσω κατ’ αρχάς τον εκδότη και τη συγγραφέα που μου εμπιστεύτηκαν το βιβλίο για την παρουσίασή του, και έπειτα όλους εσάς που βρίσκεστε απόψε εδώ.
  Η Σπυριδούλα έχει τελειώσει το ίδιο πανεπιστήμιο με εμένα, το Εθνικό Καποδιστριακό, αν και άλλο τμήμα, το Ιστορικό-Αρχαιολογικό. Ασχολήθηκε αρχικά με την ιδιωτική εκπαίδευση και κατόπιν με την έρευνα στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Στη συνέχεια φοίτησε στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης, και μετά την αποφοίτησή της εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος. Ο «Ξενώνας» είναι το τρίτο της βιβλίο. Έχουν προηγηθεί «Η απροσδόκητη γοητεία της ζωής» (Φυτράκης, 2001) και «Ο δρόμος της αγάπης είναι ανοιχτός» (Σύγχρονοι Ορίζοντες 2004).
  Ο «Ξενώνας» είναι ένα roman á thése, μυθιστόρημα με θέση, ή καλύτερα μυθιστόρημα με θέσεις, κυρίως τρεις: θέση πάνω στην γενετική, θέση πάνω στην εκπαίδευση, και θέση πάνω στο θέμα της αντιμετώπισης της ζωής. Εκτός από τα αντίστοιχα θέματα, η Σπυριδούλα πραγματεύεται σ’ αυτό και το θέμα της σχέσης γονέα-παιδιού. Για όλα αυτά θα μιλήσουμε με τη σειρά. Και ας ξεκινήσουμε με το στόρι.
  Ο «Ξενώνας» της Ραυτοπούλου είναι ο τρίτος ξενώνας που έχουμε συναντήσει στη λογοτεχνία. Ο πρώτος ήταν ο ξενώνας στο Davos, όπου νοσηλευόταν η Clavdia στο «Μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν. Ο δεύτερος είναι ο ξενώνας που φιλοξενήθηκε η Κλάρα, κάπου στη Γερμανία, στο μυθιστόρημα του Gene Wilder «Η γυναίκα που δεν ήθελε». Να θυμίσουμε ότι το μυθιστόρημα αυτό εκδόθηκε επίσης από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ.
  Πέντε γυναίκες και ένας άντρας που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας έχουν καταφύγει στον ξενώνα της Ραυτοπούλου για να αναρρώσουν. Το πρόβλημα της υγείας τους τούς έχει κάνει να αναθεωρήσουν στάσεις και αντιλήψεις ζωής. Η συγγραφέας παρακολουθεί τις ζωές τους, και κυρίως της Τζένης με την οποία ξεκινάει το μυθιστόρημα. Η Τζένη είναι μια επιτυχημένη ηθοποιός που όμως θυσίασε στο βωμό της καριέρας της τις πιο ουσιαστικές σχέσεις ζωής, τις σχέσεις με το σύντροφό της και την κόρη της. Έπρεπε να υπάρξει η αρρώστια και το υπαρξιακό ταρακούνημα που της προκάλεσε για να αποκατασταθούν αυτές οι σχέσεις.
  Ένα σοκ όπως αυτό που προκαλεί  μια αρρώστια σε κάποια άτομα φέρνει συχνά αυτή την έκλαμψη, που τους επιτρέπει να δουν με διαύγεια τα δίχτυα στα οποία είχαν τυλιχτεί και δεν μπορούσαν να ξεφύγουν, και να κάνουν έτσι το αποφασιστικό βήμα που οδηγεί τη ζωή τους σε μια καινούρια κατεύθυνση. Η Νόρα του Ίψεν  είναι το πιο γνωστό παράδειγμα. Κάποια στιγμή, εξαιτίας της συμπεριφοράς του συζύγου της, συνειδητοποιεί ότι στην πραγματικότητα δεν την αγαπούσε σαν σύντροφο αλλά σαν μια κούκλα που του στόλιζε το σπίτι. Θα τον εγκαταλείψει.
  Η Άννα, μια από τις πέντε γυναίκες της συντροφιάς, μια απλή πενηνταπεντάρα αγρότισσα, όταν «οδηγήθηκε σε χειρουργείο ανοικτής καρδιάς για αντικατάσταση μιτροειδούς βαλβίδας που είχε φαγωθεί» συνειδητοποίησε ότι όλα αυτά τα χρόνια έπαιζε το ρόλο της υπηρέτριας στην οικογένειά της.
  Ο άντρας της συντροφιάς, ο καθηγητής γενετικής, δίνει τη δυνατότητα στη συγγραφέα να αναπτύξει θέσεις πάνω σε σχετικά προβλήματα, και κυρίως στο ζήτημα της κληρονομικότητας, που εικάζεται ότι ενοχοποιείται σε ένα σημαντικό βαθμό για τις καρκινοπάθειες. Αυτό το κάνει στο 7ο κεφάλαιο, ένα κεφάλαιο δοκιμιακό, που υποτίθεται ότι είναι μέρος ενός εκλαϊκευτικού βιβλίου για τη γενετική, το οποίο αγωνίζεται να τελειώσει ο καθηγητής πριν τον βρει το τέλος. Εκεί υποστηρίζει τη θέση ότι το αν θα εκδηλωθεί μια αρρώστια ή όχι εξαρτάται βασικά από το περιβάλλον. Όσο και να υπάρχει η λεγόμενη κληρονομική επιβάρυνση, αν οι περιβαλλοντικές συνθήκες δεν ευνοούν την ανάπτυξη μιας αρρώστιας, και η καρκινοπάθεια είναι μια από αυτές, αυτή δεν θα εκδηλωθεί. Αντίθετα, χωρίς καμιά γενετική επιβάρυνση, όταν οι περιβαλλοντικές συνθήκες είναι αντίξοες, μπορεί να δημιουργήσουν πρόσφορο έδαφος σε έναν οργανισμό για την ανάπτυξη μιας αρρώστιας. Σίγουρα δεν είναι στο χέρι μας να ελέγξουμε επακριβώς το περιβάλλον μας. Το να εγκαταλείψουμε την μολυσμένη ατμόσφαιρα της Αθήνας για παράδειγμα και να πάμε στον καθαρό αέρα του χωριού μας δεν είναι εύκολο, όταν στην πόλη βρίσκεται η δουλειά μας. Μπορούμε όμως να προσέχουμε τη διατροφή μας, να κόψουμε το τσιγάρο, να αθλούμαστε, και ένα σωρό άλλα.
  Ένα άλλο πρόβλημα που θίγεται σ’ αυτό το κεφάλαιο είναι το πρόβλημα των μεταλλαγμένων προϊόντων, που σχετίζεται με την ποικιλομορφία της ζωής. Τα μεταλλαγμένα προϊόντα μπορεί μεν να είναι πιο αποδοτικά, αλλά εγκυμονούν κινδύνους. Η πρόκριση για παράδειγμα ενός υβριδίου ντομάτας οδηγεί σε εξαφάνιση ποικιλιών ντομάτας που, αν και δεν είναι πιο αποδοτικές, είναι όμως πιο νόστιμες. Θυμάμαι που διάβασα παλιά, σε ένα βιβλίο του John Maynard Smith με τίτλο «Η θεωρία της εξέλιξης» κάτι που με εντυπωσίασε: Η γενετική ποικιλία αποτελεί την ασφάλεια ζωής του είδους. Αν κάποια αλλαγή στις περιβαλλοντικές συνθήκες πάψει να ευνοεί την κυρίαρχη μορφή του, κάποια άλλη, που τώρα είναι μια απλή μειονότητα, θα αποδειχθεί πιο προσαρμοστική στις καινούριες συνθήκες, θα αναπτυχθεί και έτσι το είδος δεν θα καταστραφεί.
  Επίσης ένα μεταλλαγμένο προϊόν μπορεί να προκαλέσει ανυπολόγιστες συνέπειες. Λέγεται για παράδειγμα ότι ο ιός του aids είναι ένας μεταλλαγμένος ιός που ξέφυγε από το εργαστήρι. Τέλος,
  «Υπάρχει και μια άλλη παράμετρος: το κοινωνικό και ηθικό πρόβλημα. Τα μεταλλαγμένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως όπλο στη δημιουργία μιας νέας οικονομικής και κοινωνικής τάξης πάνω στον πλανήτη, μιας νέας μορφής αποικιοκρατίας, με ανάλογο τρόπο που χώρες βυθισμένες στην ηλιθιότητα που πολεμούν μεταξύ τους, επειδή δεν έχουν ανεπτυγμένη την τεχνική των πολεμικών όπλων, είναι εξαρτημένες από τις χώρες που τις εφοδιάζουν μ’ αυτά» (σελ. 139).
  Θα με συγχωρέσετε, αλλά επειδή είμαι ανεκδοτάς θα μου επιτρέψετε να σας διαβάσω ένα σχετικό ανέκδοτο που μου έστειλαν πρόσφατα σε e-mail και αναφέρεται και στα ζητήματα της γενετικής. Το παραθέτω όπως ακριβώς το πήρα, κάνοντας αντιγραφή και επικόλληση.
  «Έρχεται ο Αϊνστάιν στην Ελλάδα και τον καλούνε σε μια δεξίωση. Καθώς πίνει το απεριτίφ του τον πλησιάζει ένας και του λέει:
- Καλησπέρα σας κύριε Αϊνστάιν, τιμή μας να σας έχουμε απόψε μαζί μας
- Τιμή δική μου, απαντάει ο μεγάλος επιστήμων. Αν επιτρέπετε τι IQ έχετε;
- 250, απαντάει αυτός.
  Τότε ο Αϊνστάιν του πιάνει συζήτηση για τη θεωρία της σχετικότητας, τις μαύρες τρύπες, και άλλα σχετικά. Λίγο αργότερα κι ενώ έτρωγαν το ορεκτικό τους ένας κύριος που καθόταν αριστερά του, τού λέει:
- Μεγάλη τιμή μας κάνετε κύριε Αϊνστάιν να βρίσκεστε εδώ μαζί μας.
- Δική μου η τιμή ευγενικέ κύριε, απάντησε ο Αϊνστάιν. Τι IQ έχετε ευγενικέ κύριε;
- 150.
  Του πιάνει λοιπόν κουβέντα ο Αϊνστάιν για το διεθνές δίκαιο, για τα
προβλήματα που ανακύπτουν από τα πειράματα γενετικής (εδώ είναι που κολλάει το ανέκδοτο) κ.ο.κ. Λίγο αργότερα κι ενώ έτρωγε το κυρίως πιάτο του, αυτός που καθόταν δεξιά του του λέει:
- Είναι μεγάλη μου τιμή να τρώω δίπλα σ’ έναν τόσο μεγάλο επιστήμονα.
- Δική μου η τιμή, απάντησε ο Αϊνστάιν, τι IQ έχετε;
- 100.
  Του πιάνει λοιπόν κουβέντα για την κυβέρνηση, για τα επιτόκια, το
χρηματιστήριο, την τιμή της βενζίνης κ.ο.κ. Λίγο αργότερα κι ενώ έτρωγαν επιδόρπιο ο κύριος που καθόταν απέναντί του τού λέει:
- Είναι πάρα πολύ μεγάλη μου τιμή να σας έχω απέναντι μου κύριε Αϊνστάιν.
- Δική μου η τιμή κύριε, τι IQ έχετε;
- 50.
Του πιάνει λοιπόν κουβέντα ο Αϊνστάιν για τον big brother, τη φάρμα, τον πιο αδύναμο κρίκο, τον Τριανταφυλλόπουλο, τον Ευαγγελάτο και δε συμμαζεύεται. Καθώς έπιναν καφέ, τον πλησιάζει ένας κύριος και του λέει με τη σειρά του.
- Πολύ μεγάλη μας τιμή κύριε Αϊνστάιν να βρίσκεστε σήμερα μαζί μας.
- Δική μου η τιμή. Ποιο είναι το IQ σας;
- 10.
Κι ο Αϊνστάιν τον ρωτάει:
- Πώς πάει ο Παναθηναϊκός;»
  Συγνώμη όσοι είστε Παναθηναϊκοί, αλλά στη θέση του Παναθηναϊκού θα μπορούσε να είχε βάλει εκείνος που έγραψε το ανέκδοτο τον Ολυμπιακό. Αν και, για να σας πω την αλήθεια, σ’ αυτή την περίπτωση θα το άλλαζα και θα έβαζα πάλι τον Παναθηναϊκό. Ποιος ο λόγος; Είμαι ολυμπιακός.
  Το 9ο κεφάλαιο είναι ένα κεφάλαιο-παραμύθι. Ένα παραμύθι που συστήνει την ανατροπή των αρχετυπικών ηρώων των παραμυθιών. Οι ανατροπές των μύθων είναι κάτι συνηθισμένο στις αφηγήσεις. Για παράδειγμα ο Στήβεν Μπέρκοφ δημιουργεί μια τέτοια ανατροπή στο μύθο του Οιδίποδα στο θεατρικό του έργο Greek. Ο Οιδίποδας δεν βγάζει τα μάτια του όταν μαθαίνει ότι παντρεύτηκε τη μητέρα του, αλλά αναπολεί με ευχαρίστηση τις ηδονικές στιγμές που πέρασε μαζί της στο κρεβάτι. Στην όπερα του Πεκίνου «Το άσπρο φίδι», ο καλόγερος Φα Χάι παρουσιάζεται ως κακός, ενώ στην αρχική μορφή του μύθου ήταν καλός. Θα αναφέρω μια ακόμη ανατροπή, ενός παραμυθιού, χιουμοριστική αυτή τη φορά, που νομίζω τη βρήκα σε γελοιογραφία. Η ωραία φιλάει τον κακάσχημο περιμένοντας, όπως τη διαβεβαίωσε, ότι θα μεταμορφωθεί στο βασιλόπουλο που είναι πραγματικά και θα την παντρευτεί. Όμως τελειώνει το παθιάρικο φιλί και βλέπει με έκπληξη ότι δεν συντελείται καμιά μεταμόρφωση. Και ο άσχημος, βλέποντας την έκπληξή της ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, της λέει ξεκαρδισμένος στα γέλια: «Σου την έσκασα, δεν είμαι κανένα βασιλόπουλο, είμαι απλά ένας άσχημος». Και το παραμύθι της Ραυτοπούλου τελειώνει με ένα e-mail, που ούτε λίγο ούτε πολύ παροτρύνει τα παιδιά να φτιάξουν τα δικά τους παραμύθια, και να χειριστούν αυτούς τους αρχετυπικούς παραμυθικούς ήρωες όπως θέλουν.
  Η κόρη της Τζένης, την οποία η μητέρα της είχε παραμελήσει για χάρη της καριέρας της, είναι δασκάλα. Μέσω των επιλογών της η συγγραφέας εκθέτει τις αντιλήψεις της για την εκπαίδευση, όπως είναι σήμερα και όπως θα έπρεπε να είναι.
  Οι γυναίκες αυτές, με την καθοδήγηση της Τζένη, θα ανεβάσουν ένα θεατρικό έργο. Η διοίκηση του ξενώνα δεν χάνει την ευκαιρία να το αξιοποιήσει διαφημιστικά. Το μήνυμα που περνάει η Ραφτοπούλου μέσα από αυτό, αλλά και σε όλο το έργο, είναι το μήνυμα της μη παραίτησης, όσο αντίξοες και αν είναι οι συνθήκες της ζωής. Και με τα χίλια βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά ναι, λέει ο σοφός λαός.
  Ο διδακτισμός, με την καλή σημασία της λέξης, είναι διάχυτος σε όλο το βιβλίο. Η συγγραφέας θέλει να μας μεταδώσει μαθήματα ζωής. Παρά το δοκιμιακό κεφάλαιο, ο διδακτισμός αυτός βασικά διαχέεται μέσα σε μια συναρπαστική πλοκή. Στην υπηρεσία αυτού του διδακτισμού βρίσκεται και η τάση αποφυγής της στιχομυθίας, καθώς η Ραφτοπούλου βάζει τους ήρωές της να συνδιαλέγονται με εκτενείς μονολόγους· μονολόγους που πείθουν τόσο τον συνομιλητή όσο και τον αναγνώστη με την επινοητικότητά τους και την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται σ’ αυτούς. Δίνουν έτσι μια ρητορική διάσταση στο έργο, κάνοντάς το ακόμη πιο συναρπαστικό.
Ευχαριστώ.
Post a Comment