Book review, movie criticism

Thursday, September 20, 2012

Του τάφου, 30η ιστορία, Το σακάκι



Του τάφου, 30η ιστορία, Το σακάκι

  Χθες ήμουν συντονιστής σε μια βιβλιοπαρουσίαση των εκδόσεων ΑΛΔΕ, στο Ζάππειο, στην έκθεση βιβλίου (19-9-2012). Καθόμουν στο πάνελ όταν κτύπησε το κινητό μου που είχα ξεχάσει να απενεργοποιήσω. Ευτυχώς δεν μιλούσα εκείνη τη στιγμή. Το έκλεισα βιαστικά. Μόλις τέλειωσε η εκδήλωση πήρα τηλέφωνο τον ξάδελφό μου, τον Γιώργη τον Τζανετάκη, που με είχε καλέσει. Ήθελε να μου πει ιστορίες του τάφου. Κανονίσαμε να τον πάρω τηλέφωνο την επομένη, δηλαδή σήμερα, να μου τις πει.
  Και μου τις είπε.
  Βρισκόταν σε μια παρέα χθες βράδυ στην πλατεία του χωριού, και ένας χωριανός μας, ο Μανώλης ο Κοκκινάκης, είπε δυο ιστορίες. Όμως η μία μόνο είναι χιουμοριστική, και γι’ αυτό θα την αφήσω τελευταία. Θα ξεκινήσω με την πρώτη.
  Η ιστορία διαδραματίστηκε πριν πολλά χρόνια στο Ηράκλειο. Μάλιστα την έγραψε και μια εφημερίδα.
  Ένας ανθυπολοχαγός πηγαίνει σε ένα χορό. Ξεχωρίζει μια ωραία κοπέλα που φαίνεται ασυνόδευτη. Χορεύει σχεδόν όλο το βράδυ μαζί της. Του αρέσει πολύ, νοιώθει ψιλοερωτευμένος μαζί της.
  Κάποια στιγμή η χοροεσπερίδα τελειώνει. Η κοπέλα πρέπει να πάει σπίτι της. Προθυμοποιείται να τη συνοδεύσει. Και τη συνοδεύει. Κατά τα φαινόμενα, άρεσε και αυτός στην κοπέλα.
  Έξω κάνει κρύο. Η κοπέλα είναι ντυμένη ελαφριά. Ο ανθυπολοχαγός, σαν γνήσιος ιππότης, βγάζει το σακάκι του και της το ρίχνει στους ώμους. Όχι όμως και χωρίς κάποια υστεροβουλία. Θέλει να την ξαναδεί. Έτσι, όταν φτάνουν σπίτι της, «ξεχνάει» να της το ζητήσει. Πιθανότατα και αυτή «ξεχνάει» να του το επιστρέψει. 
  Την επομένη πηγαίνει στο σπίτι της. Κτυπάει την πόρτα. Του ανοίγει μια ηλικιωμένη γυναίκα. Ζητάει την… Αυτή τον κοιτάζει περίεργα. –Καλά, πού την ξέρεις; τον ρωτάει. -Ήμασταν μαζί χθες βράδυ στη χοροεσπερίδα, απαντάει αυτός. Όταν τέλειωσε ο χορός τη συνόδευσα μέχρι εδώ. Της έριξα μάλιστα το σακάκι μου στους ώμους της για να μην κρυώνει, και ήλθα τώρα να το πάρω.
  Η γυναίκα αυτή, με την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, του λέει να περάσει μέσα. Την ακολουθεί στο σαλόνι, όπου βλέπει μια μεγάλη φωτογραφία της κοπέλας κρεμασμένη στον τοίχο. –Είναι κόρη σας; τη ρωτάει. –Ναι, του απαντάει αυτή, και είναι τρία χρόνια πεθαμένη.
  Η έκπληξή του ήταν μεγαλύτερη από την έκπληξη τη δική της, όταν της είπε ότι ήσαν μαζί χθες βράδυ στο χορό. –Δεν με πιστεύεις; συνεχίζει αυτή. Πάμε στο νεκροταφείο και θα δεις.
  Πηγαίνουν στο νεκροταφείο. Από μακριά, πάνω σε ένα τάφο, διακρίνει το σακάκι του. Και όταν έφτασαν κοντά είδε και τη φωτογραφία της, δίπλα στο καντήλι και το θυμιατό.
  Για όσους πιστεύουν στα φαντάσματα, προφανώς ο ανθυπολοχαγός αυτός στο χορό συνάντησε το φάντασμα της κοπέλας. Όσοι δεν πιστεύουν, μπορούν να φανταστούν το παρακάτω σενάριο: κάνοντας μια επίσκεψη στο νεκροταφείο, στον τάφο κάποιου προσφιλούς του προσώπου, είδε τη φωτογραφία αυτής της όμορφης κοπέλας σε κάποιο γειτονικό τάφο. Μαγεύτηκε από την ομορφιά της, έψαξε και βρήκε τη διεύθυνση του σπιτιού της, και επινόησε αυτή την ιστορία. Θα μπορούσαμε να φανταστούμε και άλλα σενάρια.
  Δεν θέλω να προκρίνω καμιά από τις δυο εκδοχές, και προχωρώ αμέσως στην επόμενη ιστορία. Μια ιστορία που είναι η αντιστροφή της 4ης ιστορίας «Του τάφου» που έχει τον τίτλο «Καλημέρα».
  Η Καλλιόπη του Κοκκινάκη, η μητέρα του Μανώλη, πηγαίνει μια μέρα σε ένα χωράφι τους. Όμως ας μην πούμε ότι πήγε και αυτή να βοσκήσει την κατσίκα της. Για ποιο λόγο πήγε δεν ξέρουμε, και εξάλλου δεν έχει σημασία. Είχε παρέα και μια χωριανή.
  Το χωράφι ήταν ακριβώς πίσω από το νεκροταφείο, το καινούριο νεκροταφείο στο «Μυζηθρά», που όπως έγραψα σε προηγούμενη ιστορία φτιάχτηκε κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Την προηγούμενη μέρα είχαν θάψει την Κατίνα, την πεθερά του Μανόλη του Χατζάκη. Η Κατίνα ήταν ο πρώτος νεκρός που θάφτηκε σ’ αυτό το νεκροταφείο.
  Ο Μανώλης ήταν καφετζής. Στο καφενείο του πήγαινε ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρός, και με έπαιρνε συχνά μαζί του. Αυτός έπινε καφέ και εγώ έτρωγα ένα «υποβρύχιο», ένα κουταλάκι με βανίλια βουτηγμένο σε ένα ποτήρι νερό.
  Η Καλλιόπη κάποια στιγμή αναστενάζει και λέει: -Αχ βρε Κατίνα, τι είμαστε στη ζωή; Τίποτα δεν είμαστε. –Έτσι είναι που τα λες Καλλιόπη, τίποτα δεν είμαστε, της απιλογάται μια ανδρική φωνή μέσα από το νεκροταφείο. Να ακούσει τη φωνή αυτή η Καλλιόπη, βγάζει μια κραυγή, «Παναγία μου», και πέφτει κάτω λιπόθυμη. –Βοήθεια και ελιγώθηκε η Καλλιόπη, σύρνει φωνή η χωριανή που τη συνόδευε.
  Ένας Γράσσος από το Πάνω Χωριό, που ο Γιώργης δεν ήξερε να μου πει το μικρό του όνομα, έφτιαχνε τάφους στο νεκροταφείο. Εκείνη την ώρα ήταν εκεί και δούλευε. Αυτός ήταν που απιλογήθηκε της Καλλιόπης. Ακούγοντας τις φωνές κατάλαβε τι είχε συμβεί. Αρπάζει το παγούρι με το νερό που είχε πάντα μαζί του και τρέχει έξω. Βρίσκει πεσμένη κάτω την Καλλιόπη, και χύνει στο πρόσωπό της νερό να την ξελιγώσει.
  Με τα πολλά ξελιγώθηκε η Καλλιόπη.
  Πολλοί άκουσαν την ιστορία της. Από αυτούς πολλοί έχουν πεθάνει, και από αυτούς που είναι ακόμη ζωντανοί πολλοί θα την έχουν ξεχάσει. Όχι όμως και ο γιος της ο Μανώλης, που τη διηγήθηκε χθες βράδυ στον ξάδελφό μου.
Post a Comment