Book review, movie criticism

Saturday, September 15, 2012

Μανόλης Πρατικάκης, Κιβωτός



Μανόλης Πρατικάκης, Κιβωτός, Τυπωθήτω 2012, σελ. 98

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Με μια ποιητική πρόζα ο Πρατικάκης μιλάει για τον γενέθλιο τόπο του

  Ενώ σε όλες τις ποιητικές συλλογές του Μανόλη Πρατικάκη εμφιλοχωρεί η αναφορά στον γενέθλιο τόπο, το παραθαλάσσιο Μύρτος της επαρχίας Ιεραπέτρας (κάηκε το 1943 από τους γερμανούς, λίγο έλλειψε να καεί και φέτος από μια φοβερή πυρκαγιά), η τελευταία του «ποιητική» συλλογή είναι εξολοκλήρου αφιερωμένη σ’ αυτόν.
  Βάλαμε σκόπιμα το «ποιητική» σε εισαγωγικά, γιατί τα κείμενα αυτού του βιβλίου μετεωρίζονται ανάμεσα στην ποίηση και την πρόζα. Μορφολογικά ανήκουν στην πρόζα, τουλάχιστον τα περισσότερα από αυτά. Είναι άτιτλα εξάλλου. Προσεγγίζουν όμως περισσότερο την ποίηση, με τον ελλειπτικό λόγο, τις ευφάνταστες μεταφορές και την ανοίκεια σύζευξη των λέξεων.
  «Το Μύρτος με γέννησε», είναι η πρόταση με την οποία ξεκινάει το βιβλίο. Στη μεταφορική αυτή διατύπωση ο ποιητής (που είναι και ψυχίατρος, παρεμπιπτόντως) δείχνει αμέσως από την αρχή το μέγεθος της οφειλής. Στη συνέχεια προχωράει σε ποιητικές περιγραφές του χώρου, που συμπλέκονται άρρηκτα με αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία. Στο πρώτο αυτό απόσπασμα διαβάζουμε:
  «Ο πατέρας κάτω από το λουξ με τ’ αμίαντο να φωσφορίζει σαν μικρός αστεροειδής στην κάμαρα. Κι η μητέρα ανοίγοντας πιέτες αισθημάτων με το υπομονετικό της σίδερο. Δεν έχουν τέλος, είπε, αυτά τα κύματα. Αυτός ο άνεμος που συλλαβίζεις. Κι οι ακάθιστοι γλάροι, μέσα στους θόλους του γαλάζιου, σαν ωραία αναλόγια που τα ξεφυλλίζει ο αέρας και τα μελετά μ’ ένα γέλιο μπλε ο μικρότερος ψάλτης των νερών. Με τα θαλασσινά κρινάκια να βλασταίνουν στις ακρογιαλιές του νου μας, δηλαδή εκεί που μόλις σύρθηκαν πίσω τα νερά».
  Και πιο κάτω:
  «Παρ’ όλα αυτά τι Ρέμπραντ είδα σε τοπία με βαλτόνερα! Τι Πιέρο ντε λα Φραντσέσκα και Ντιάπολι, σε μορφές γυναικών, που πάνω στην επιδερμίδα τους πάλευε καρτερικά ο ηλιοκαμένος χρόνος με την ωραιότητα» (σελ. 12).
  Κάποια στιγμή θα οικτίρει την αλλοίωσή του, κυρίως με τα θερμοκήπια, πράγμα που του επιτρέπει να σχολιάσει πάνω στο ξέφρενο και παρανοϊκό κυνήγι του κέρδους.
  «Μέσα στην λεία, ερειπωμένη έκταση του νάιλον, που ήταν κάμπος κάποτε με μπανανιές και βιόλες ελεύθερης βοσκής. Τώρα μικρούλα πλαστική καφασωτή Σαχάρα από γυαλιστερό δέρμα ερπετών ενατενίσιων, ως εκεί που εξαντλείται το μάτι, κάτω από το λυσσαλέο παροξυσμό του φωτός» (σελ. 60). 
  Και:
  «Μα θα μου πούνε κάποιοι, ρε συ μεγάλε, γιατί όχι; Εκβιομηχανισμός της βλάστησης – ε ναι, λοιπόν. Διασταυρώσεις ακόμη και με τέρατα αν αποφέρουν κέρδη» (σελ. 61).
  Επίσης:
  «Τα υβρίδια είναι πλέον καθεστώς. Δικέ μου άραξε· κόψε τις αυταπάτες. Κανένας στίχος σου δεν συγκινεί τις κουρασμένες μάζες. (Λες και συγκίνησε ποτέ του τις ακούραστες!) καμιά σου σύνθεση δεν ανατρέπει καθεστώτα (αυτό μας έλειπε)» (σελ. 62). Το απόσπασμα αυτό είναι ταυτόχρονα και ένα πεσιμιστικό σχόλιο για την ποίηση, και την τέχνη γενικότερα, σαν μέσο κοινωνικής παρέμβασης.
  Οι αθίγγανοι, ένας ετοιμοθάνατος χωρικός, ένα άλογο που ψυχομαχεί, είχαν φωλιάσει βαθιά μέσα στη μνήμη του περιμένοντας την ποιητική τους μεταμόρφωση.
  «Ανάθεμα, γιατί να μετακινήσω τα σύνορα
 Βγάλτε μου το μαύρο χαράκι που με πλακώνει» (σελ. 51) καταλήγει το σχετικό κείμενο.
  Και
  «Θυμάμαι το καυτό τηγάνι (σαν μια μαύρη υπερφυσική βεντούζα) στην κοιλιά του αλόγου που ψυχομαχούσε στο στάβλο μας – κάποιο δηλητηριασμένο χόρτο, από χαλκό ή αφανταξιά είπαν – η κοιλιά του τοξικός θάλαμος, ένα κόκκινο γυμνό δαιμονισμένο τύμπανο – (όχι, όχι ακόμη δεν μπορούμε να κοιτάξουμε τα μάτια του, όση ώρα πάλευε, πριν ξεψυχήσει. Λες παράδινε το πνεύμα του ένας θεός)» (σελ. 53).
  Μιλάει επίσης για τους ανθρώπους που σημάδεψαν τη ζωή του και τη μνήμη του, από τους γονείς του μέχρι ξεχωριστές φυσιογνωμίες στου χωριού, κάποιες από τις οποίες είναι όχι μόνο του χωριού αλλά και της ευρύτερης περιοχής, όπως ο γιατρός Παπαγεωργίου και ο βιολάτορας Παντελής Μπαριταντωνάκης (του είχα πάρει μια συνέντευξη για τα Κρητικά Επίκαιρα κάπου το 1985). Ακόμη και ανέκδοτα, «Μυρτιανές ιστορίες» όπως οι «Κατωχωρίτικες ιστορίες» που ανάρτησα πρόσφατα στο blog μου, παραθέτει ο ποιητής.
  «-Ξένοι κώλοι εμπήκανε παιδιά μας απόψε στο χωριό, (είπε) κοιτώντας με έκπληξη το άγνωστο σχήμα των περιττωμάτων στις μπανανοφυτίες (τα γηγενή τα ήξερε)» (σελ. 87).
  Πρώτη φορά συναντήσαμε σε τέτοια πυκνότητα το εφέ της απαρίθμησης, κάποιες φορές σε ανοίκειες συζεύξεις· συχνά αντικειμένων ξεχασμένων και από εμένα τον ίδιο, παρόλο που κατάγομαι από κοντινό χωριό. Αντικειμένων-κτερισμάτων μέσα στην ελεγεία μιας θαμμένης για πάντα εποχής, της εποχής της «αυτοκατανάλωσης», όπως τη χαρακτηρίζω στο βιβλίο για το δικό μου χωριό, πριν το πέρασμα στην εποχή της «αγοράς».
  «Οι σιωπηλές μυλόπετρες. Το ελαιοτριβείο. Ο σακιές (έχω ξεχάσει τι είναι αυτός). Το κόσκινο. Το αλέτρι. Ο φορτωμένος γάιδαρος και στην καπούλα εμείς με τον αρχάγγελο που κρύβαμε στο στήθος μας. Ο σκαντζόχοιρος. Ο όφις. Το λιακόνι. Η όχεντρα. Η μνησίκακη γίδα με το αραιό γενάκι της. Ο συκοφάς στα κίτρινα. Ο αίγαγρος, φλόγα ή βέλος που τρέχει στα βουνά…» (σελ. 80).
  Και εδώ όπως και στα προηγούμενα βιβλία του ο Πρατικάκης προσφέρει άφθονα διακείμενα, που σε άλλα δίνει το κλειδί της αναγνώρισης ενώ σε άλλα αφήνει τον επαρκή αναγνώστη να τα ταυτοποιήσει.
  «(Σ’ ελέγχει η πέτρα που κρατείς, και κλει φωνή κι αυτήνη – τι ακοίταχτες φλέβες χρυσού στα θαλερά ερείπια του Οσίου Διονυσίου Μεγαλομάρτυρος)» (σελ. 95).
  Οι προσωκρατικοί και κυρίως ο Ηράκλειτος μαζί με τη σοφία της Ανατολής δίνουν για άλλη μια φορά το ιδεολογικό στίγμα του ποιητή, ενώ η σύζευξη του υψηλού ύφους της ποίησης με φράσεις και λέξεις μιας λαϊκής γλώσσας δίνουν ένα μεταμοντέρνο χαρακτηριστικό στην ποίησή του (σε δυο από τα αποσπάσματα που δώσαμε φαίνεται αυτό καθαρά). Και στο ενδιάμεσο λέξεις της νιότης μας, λέξεις ξεχασμένες, που ο Πρατικάκης αποσπά από τη μουσειακή τους χρήση στα λεξικά για να τους δώσει μια νέα ποιητική διάσταση.
  Κουρμουτσούλια, κοκκάρι, αποδιαφώτιστα, το κόντι-μηρί, καντηλέρια, ορθοπεταλιά, αηλιές, έγκαλες, ξεπαραλυμένες, πετρολεκανίδι, μιαρά, παπούρι. Και:
 «Με χοντρές φαρδανάπλες, ευφυούς άμμου αντί για νυφικά ασπέροντα σεντόνια» (σελ. 45).
  Τα τελευταία κείμενα της συλλογής αναφέρονται στο τελευταίο πόνημα του ποιητή. Πριν βγει ακόμη στη σύνταξη ονειρεύτηκε τη δημιουργία ενός μικροπαραδείσου, μια μίνι κιβωτό, σε ένα κτήμα του στην πατρώα γη, με την εισαγωγή μιας σπάνιας και εξωτικής χλωρίδας. Ο Ιωάννης ο Ακτήμων, τον οποίο γνώρισα κι εγώ, είναι ο εκτελεστής και ο διαχειριστής αυτού του μικροπαραδείσου. Του μικροπαραδείσου, που σε μια πιο μίνι εκδοχή βρίσκεται και στο μπαλκόνι του σπιτιού του στην Αθήνα.    
  Αρχικά ήταν χόμπι, τώρα γίνεται πια υποσυνείδητα, να ανιχνεύω κανονικούς ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους σε πεζά κείμενα ή ποιητικά με ελεύθερο στίχο. Εδώ βρήκα έναν (θα υπάρχουν κι άλλοι): «…και σπαράζει/ με καφεκόκκινους σπασμούς στα ορυκτά σεντόνια» (σελ. 67).
  Να παραθέσω και μια ωραία μαντινιάδα, που την είπε «η ωραία άτυχη Μαρία: Κάμε τον Θε μου θάλασσα κι εμένα κάμε άμμο. Θέλει δε θέλει να ’ρχεται στην αγκαλιά μου πάνω» (σελ. 91).
    «Η ρεμβώδης λεύκα ξαναλέει το λεύκινο τροπάρι της» (σελ. 20). Αυτό αποτελεί μια ακραία έκφραση της λαϊβνίτιας αντίληψης για την ουσία. Όπως γράφει ο Μπέτραντ Ράσελ στο έργο του «Η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας» για το έργο του Λάιμπνιτζ, μιλώντας για τις ουσίες, «…το κατηγόρημα εμπεριέχεται στο υποκείμενο και η ιδιότητα που δηλούται
από το κατηγόρημα αποτελεί μέρος της εννοίας της ουσίας που δηλούται από το υποκείμενο». Στη θέση του «λεύκινο» ο Πρατικάκης θα μπορούσε να βάλει οποιοδήποτε επίθετο. Όμως αυτό το «λεύκινο» αποδίδει τα μέγιστα το ότι το κατηγόρημα εκπορεύεται από την ουσία.
  Η (επι)στροφή στο πεζοτράγουδο (ας θυμηθούμε τους «Πεζούς ρυθμούς» του Ζαχαρία Παπαντωνίου που εκδόθηκαν το 1922) συμπλέκει τη μορφή με το περιεχόμενο, την επιστροφή στις αναμνήσεις από τη γενέθλια γη· που με την «Κιβωτό» που επιμελείται ο Ιωάννης ο Ακτήμων γίνεται και πραγματική επιστροφή. Ο Πρατικάκης, μεγάλος ποιητής, καταφέρνει πάντα να μας εκπλήσσει.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Post a Comment