Book review, movie criticism

Friday, September 14, 2012

Maxim Gorky, Στα ξένα χέρια



  Maxim Gorky, Στα ξένα χέρια (μετ. Άρης Αλεξάνδρου) Το Βήμα 2009, σελ. 374

  Αυτή είναι η δεύτερη αυτοβιογραφική τριλογία που έχω υπόψη μου. Η άλλη είναι του Ελίας Κανέτι, από την οποία έχω διαβάσει και έχω παρουσιάσει στο blog του Λέξημα και από την Κυριακή και στο blog μου το τρίτο μέρος, «Το παιχνίδι των ματιών».
  Μάλλον τα είπα ανάποδα, είναι η πρώτη. Πριν τριάντα χρόνια διάβασα το πρώτο μέρος, στο πρωτότυπο, Детство, «Τα παιδικά χρόνια». Τώρα εδέησε να διαβάσω το δεύτερο μέρος, «Στα ξένα χέρια». Το τρίτο μέρος, «Τα πανεπιστήμιά μου», ελπίζω να το διαβάσω κάποια στιγμή. Πολύ θα ήθελα να διαβάσω και τα άλλα δυο μέρη της αυτοβιογραφίας του Κανέτι, θυμάμαι ότι μου άρεσε πολύ το τρίτο μέρος.
  Πριν λίγους μήνες διάβασα το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Αριστοτέλη Ράπτη «Στην κόψη του σπαθιού και του λογισμού», του οποίου μάλιστα υπήρξα και ένας από τους παρουσιαστές του στην Ιεράπετρα, πριν δεκαπέντε μέρες, και τρόμαξα βλέποντας πόσο δυστυχισμένα παιδικά χρόνια μπορεί να ζήσει κανείς. Βέβαια στη δική του περίπτωση ήταν η κατοχή, ο εμφύλιος. Ο Γκόρκι έζησε ακόμη πιο δυστυχισμένα παιδικά χρόνια. Τότε ήταν ο τσάρος. Αλλά ένα δυνατό μυαλό ποτέ δεν χάνεται.
  Εντύπωση μου έκανε το πόσο συχνά χρησιμοποιεί ο Γκόρκι τη λέξη «ανία». Μάλλον το πνεύμα της ανίας (ennui) στο γαλλικό «τέλος του αιώνα» (fin de siècle) έφτασε με κάποια καθυστέρηση και στη Ρωσία. Μόνο που εδώ εκφράστηκε με άλλο τρόπο. Η σκληρότητα απέναντι στους άλλους χωρίς σοβαρούς λόγους ή χωρίς κανένα λόγο, το να «σπάσεις πλάκα» μαζί τους, ήταν ένας τρόπος για να καταπολεμήσεις την ανία. Και βέβαια η βότκα και η κακομεταχείριση των γυναικών. Όμως δεν αποκλείεται η ανία αυτή να μην ήταν εισαγόμενη αλλά ενδημική στη ρώσικη ψυχή, στα κατώτερα στρώματα τουλάχιστον.
  Εντύπωση μου έκανε επίσης το πόσες δυσκολίες συναντούσε ο Γκόρκι για κάτι που για μας σήμερα φαίνεται απλό και αυτονόητο: να διαβάζει. Και επειδή δεν είχε σχεδόν ποτέ περιθώρια επιλογής, διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του, και πάρα πολλά από τα βιβλία που διάβασε δεν του άρεσαν καθόλου. Όμως τι να κάνει, αυτά έβρισκε. Και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διάβαζε ήταν πολλές φορές δραματικές.
  «Φως δεν μου δίνανε, το κερί το παίρναν στο δωμάτιο, λεφτά ν’ αγοράσω κεριά δεν είχα, άρχισα το λοιπόν να μαζεύω κρυφά τις σταξιές από τα σπαρματσέτα που πέφτανε πάνου στα σαμντάνια, τις έβαζα σ’ ένα σαρδελοκούτι, έριχνα και λάδι απ’ την καντήλα και στρίβοντας ένα φιτίλι από κλωστές, άναβα τις νύχτες πάνω στη θερμάστρα μια φλόγα όλο καπνό… το φιτίλι βούλιαζε κάθε λίγο και λιγάκι μες στο λιωμένο υγρό που μύριζε άσκημα, ο καπνός έτσουζε στα μάτια μου, μα όλες αυτές οι αναποδιές ξεχνιόνταν μες στην ευχαρίστηση που δοκίμαζα βλέποντας τις εικόνες και διαβάζοντας τις λεζάντες» (σελ. 163).
  Από τους αγαπημένους του συγγραφείς είναι ο Πούσκιν και ο Λέρμοντοφ. «Διαβάζω αχόρταγα Τουργκιένιεβ… Τις Νεκρές ψυχές τις διάβασα ανόρεχτα, τις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων το ίδιο» (σελ. 298-299). Αργότερα, διαβάζουμε σε υποσημείωση, ο Γκόρκι άλλαξε γνώμη για τις «Νεκρές ψυχές». Επίσης δεν γίνεται καμιά αναφορά στον Τολστόι. Να μην έπεσε κανένα βιβλίο στα χέρια του; Πιθανόν, αν σκεφτούμε ότι ο Γκόρκι, στο τέλος αυτού του δεύτερου τόμου, είναι μόλις δεκαπέντε χρονών.
  Η πρόσληψη είναι πράγματι μυστήριο πράγμα. Ο «Κανόνας» επηρεάζει, αλλά σίγουρα και η ηλικία. Και εγώ βίωσα κάτι παρόμοιο. Στα δεκαεφτά μου διάβασα τις πρώτες τέσσερις σελίδες από το «Πόλεμος και Ειρήνη» και το παράτησα γιατί δεν μου άρεσε. Το ξαναδιάβασα στα εικοσιεφτά μου, ξενυχτώντας στο νοσοκομείο της Ιεράπετρας όπου νοσηλευόταν η μητέρα μου με εγκεφαλικό, και το θεώρησα, και το θεωρώ ακόμη, σαν το καλύτερο μυθιστόρημα που έχει γραφεί ποτέ. Και με χαρά διαπίστωσα αργότερα ότι και ο Άρνολντ Χάουζερ, στο τετράτομο έργο του «Η κοινωνική ιστορία της τέχνης» έχει την ίδια γνώμη.
  Όμως ας παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα, κατά τα ειωθότα.
  «-…Τι να σου πω, οι σκοπτσί δεν είναι βλάκες» (σελ. 108).
  Όχι, δεν μιλάει ο Γκόρκι, κάποιος άλλος μιλάει. Γιατί, διαβάζοντας σε υποσημείωση τι είναι αυτοί οι σκοπτσί, θα έλεγα ότι πιο βλάκες δεν μπορούν να υπάρξουν. «Σκοπτσί. Αυτοευνουχιζόμενοι. Θρησκευτική αίρεση στη Ρωσία». Αλήθεια, όταν λέει «αυτοευνουχιζόμενοι» τι εννοεί; Ότι γινόταν με τη συγκατάθεσή τους ή ότι ευνουχίζονταν αυτοί οι ίδιοι, με το ίδιο τους το χέρι;
  Άστο, ας μην το ψάξω καλύτερα.
  Είπα να το γράψω, να μην το γράψω…
  Τελικά αποφάσισα να το γράψω.
  «Οι Γραικοί είναι κάτι σαν τους Τούρκους» (σελ. 205).
  Έγραψα κάποτε ότι ο ρεαλισμός, όπως και η δημοκρατία, είναι μια σύντομη παρένθεση στην παγκόσμια ιστορία. Εξακολουθούμε να είμαστε με το ένα πόδι σ’ αυτή την παρένθεση, αλλά δεν ξέρω για πόσο. Το παρακάτω απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό.
  «…όταν τους δηγιόμουνα κείνα που ’χα δει με τα μάτια μου, δε με πολυπιστεύανε, όλοι τους όμως αγαπούσαν τα τρομακτικά παραμύθια, τις μπερδεμένες ιστορίες. Ακόμα κι οι γεροντότεροι, προτιμάγανε φανερά τις φαντασίες απ’ την αλήθεια. Έβλεπα καθαρά πως όσο πιο απίθανα ήταν τα γεγονότα, όσο πιότερη φαντασία υπήρχε στη διήγηση, τόσο πιο προσεκτικά μ’ ακούνε οι άνθρωποι. Γενικά, η πραγματικότητα τους άφηνε αδιάφορους κι όλοι τους ρίχνανε στοχαστικές ματιές στα μελλούμενα, μη θέλοντας να δούνε τη φτώχεια και την ασκήμια του σήμερα» (σελ. 261).
    Είδα και τις τρεις ταινίες του Μαρκ Ντανσκόι, όλη την τριλογία (1938, 1939 και 1940), βραβευμένη με το βραβείο Στάλιν το 1941. Είναι τρομερό το πόσο δύσκολα παιδικά χρόνια πέρασε ο Γκόρκι. Και δεν είναι να απορεί κανείς που έγινε ένας από τους πιο ένθερμους θιασώτες της επανάστασης. Ο επαναστατικός του ζήλος βρίσκει τη πιο ολοκληρωμένη έκφρασή του στη «Μάνα», την οποία διαβάσαμε τώρα το καλοκαίρι.
  Πολύ μου άρεσε αυτή η τριλογία. Και πιο πολύ μου άρεσε γιατί κατά διαστήματα, καμιά φορά στο εντελώς άσχετο, ξεπεταγόταν και μια γάτα μέσα στο πλάνο.
 
 
Post a Comment