Book review, movie criticism

Thursday, September 27, 2012

Ξεκινώντας μια αυτοβιογραφία-Το χαμόγελο



Ξεκινώντας μια αυτοβιογραφία
1. Το χαμόγελο

  Όταν ήμουν είκοσι χρονών έγραψα μια αυτοβιογραφία. Το κεφάλαιο "Φίλοι και παιχνίδια" δημοσιεύτηκε πρόσφατα σε μια τοπική εφημερίδα, τους "Μεσελέρους", και το ανάρτησα και στο blog μου. Εδώ και λίγα χρόνια ήθελα να γράψω και μιαν άλλη. Και την νέα αυτή αυτοβιογραφία τη φανταζόμουνα με θεματική διάταξη, όπως και εκείνη που έγραψα το 1970. Σκεφτόμουνα για παράδειγμα να γράψω για τα διαβάσματά μου, για τις γλώσσες μου, για τις σπουδές μου, για τη γνωριμία μου με την κλασική μουσική, για ό,τι θα μου έκανε κέφι κάθε φορά. Το αναβάλω συνεχώς. Στο μεταξύ αυτοβιογραφούμαι, όταν μου δίνεται η ευκαιρία, μέσα από τις βιβλιοκριτικές μου.
  Σήμερα είχα μια έμπνευση βλέποντας ένα βιντεάκι στο youtube (μου το έστειλαν με e-mail) με τον τίτλο «Validation» και με θέμα το χαμόγελο. Είχε ελληνικούς υπότιτλους. Αυτός που τους έκανε είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ με το βίντεο – «το ωραιότερο βίντεο που έχω δει ποτέ μου», γράφει χαρακτηριστικά – που, επειδή δεν το έβρισκε με ελληνικούς υπότιτλους, αποφάσισε να κάνει ο ίδιος ελληνικούς υπότιτλους, για πρώτη φορά στη ζωή του. Έτσι μου ήλθε η ιδέα να ξεκινήσω την αυτοβιογραφία μου γράφοντας για το χαμόγελό μου.
  Είμαι χαμογελαστός τύπος. Μου το έχουν πει πολλοί. Όμως πρέπει να έχω ένα ιδιαίτερο τύπο χαμόγελου. Στην ……… αρέσει πολύ το χαμόγελό μου, και μου το λέει συχνά.
  Όμως ας το πάρουμε ιστορικά.

  Ο πρώτος, θυμάμαι, που του άρεσε το χαμόγελό μου ήταν ο Γιάννης ο Δερμιτζάκης, του γιατρού του Αριστείδη. Κάθε φορά που συναντιόμασταν, μου έλεγε «για χαμογέλασε», κι εγώ, ανακλαστικά, χαμογελούσα, για να σχολιάσει στους γύρω «Κοιτάξτε τι ωραίο χαμόγελο που έχει». Αυτό το σενάριο επαναλήφθηκε πάρα πολλές φορές, μέχρι που τέλειωσε το σχολείο και πήγε στην Αθήνα όπου σπούδασε γιατρός σαν τον πατέρα του. Τώρα εργάζεται ως γιατρός ακτινολόγος στο κρατικό νοσοκομείο του Πειραιά, που βρίσκεται στη Νίκαια. Σ’ αυτό το νοσοκομείο άφησε την τελευταία της πνοή η μητέρα του, το 1979.
  Μετά από τρία χρόνια ανέβηκα κι εγώ στην Αθήνα, για να σπουδάσω.
  Η επόμενη φορά που άκουσα για το χαμόγελό μου ήταν σε ………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
  Το επόμενο σχόλιο το άκουσα, θυμάμαι, δυο φορές. Τη μια πριν λίγα χρόνια, την άλλη πολύ παλιά, νομίζω όταν έκανα μάθημα στο φροντιστήριο. Οι μαθητές με σχολίαζαν σ’ αυτήν που μου το μετέφερε: «Μας χαμογελάει». Ξέρω ότι ένας λόγος που ήμουν αγαπητός σ’ εκείνους τους μαθητές που με συμπαθούσαν (ο εκπαιδευτικός, όπως και ο πολιτικός, δεν μπορεί να αρέσει σε όλους) είναι το ότι δεν έμπαινα κατσούφης στην τάξη, όσα προβλήματα και να είχα.
  Και όμως, δεν άρεσε σε όλους το χαμόγελό μου.
  Ήμασταν μαθητές και καθόμασταν στην πλατεία του χωριού μου, στην άκρη της. Δυο επίπεδα πιο κάτω, στο δρόμο, περνούσε ένας χωριανός μας. Τον κουτσομπολεύαμε χαμογελώντας. Και φυσικά αυτός που χαμογελούσε περισσότερο ήμουν εγώ. Εκείνος, βλέποντάς μας να χαμογελάμε, κατάλαβε ότι τον κοροϊδεύαμε. Όμως καθώς δεν μπορούσε να ξέρει τι ακριβώς λέγαμε γι’ αυτόν, η μόνη αντίδραση που επέτρεψε στον εαυτό του ήταν να φωνάξει, κοιτάζοντας προς το μέρος μας: «Δερμιτζάκη, δεν μου αρέσει το χαμόγελό σου».
  Αφού έχω εύκολο το χαμόγελο, έχω εύκολο και το γέλιο. Μου αρέσει να λέω ανέκδοτα, να κάνω καλαμπούρι. Έχω αίσθηση του χιούμορ και γελάω αρκετά, παρόλο που σε σύγκριση με τα νεανικά μου χρόνια γελάω λιγότερο. Όταν βλέπω μια κωμωδία στην τηλεόραση δεν έχω κανένα πρόβλημα να γελάσω μόνος μου. Όταν βλέπω μια κωμωδία στον κινηματογράφο γελάω περισσότερο από όλους, πράγμα που φέρνει σε αμηχανία το γιο μου όταν τύχει να βρίσκεται δίπλα μου. Και βέβαια όταν βλέπαμε μια ταινία μαζί στην τηλεόραση τα γέλια μας – τα γέλια μου για την ακρίβεια – ακουγόντουσαν σε όλη τη γειτονιά.
  Έχοντας αίσθηση του χιούμορ, συχνά, βλέποντας μια ταινία, καταλαβαίνω το αστείο πριν συμβεί.
  Κάποτε βλέπαμε μια ταινία. Εγώ καταλαβαίνω πρώτος το αστείο που θα συμβεί και γελάω μόνος μου. Μετά συμβαίνει το αστείο και γελάνε και οι υπόλοιποι.
  Όχι όλοι.
  Ένας κατάλαβε το αστείο καθυστερημένα, και γέλασε μόνος του. Και ξανά γελάσαμε όλοι με αυτόν τον χαζό που άργησε να καταλάβει το αστείο.
  Στον κινηματογράφο, φοιτητής, συνειδητοποίησα τι σημαίνει να είσαι επαρκής θεατής, πριν διαβάσω για τον lecteur suffisant, τον επαρκή αναγνώστη: απολαμβάνεις περισσότερο την ταινία.
  Στην «Ήριδα», τον φοιτητικό κινηματογράφο, παιζόταν ταινίες μικρού μήκους του Μπάστερ Κήτον. Σε μια από αυτές ο Μπάστερ Κήτον είχε βάλει μια αγγελία όπου ζητούσε νύφη. Πλακώνει ένα πλήθος από γυναίκες χοντρές, κακοφτιαγμένες και άσχημες. Ο Μπάστερ Κήτον τρομαγμένος το βάζει στα πόδια. Αυτές τον καταδιώκουν. Γελάμε όλοι. Όμως εγώ συλλαμβάνω ένα επί πλέον χιουμοριστικό στοιχείο στο επεισόδιο: η μουσική υπόκρουση είναι ο «Καλπασμός των Βαλκυριών», που βέβαια είχε μπει παρωδιακά. Και μαζί με μένα βέβαια και όσοι άλλοι έτυχε να ξέρουν το μουσικό αυτό κομμάτι του Βάγκνερ.  
  Έχω γράψει επανειλημμένα πως εκτιμώ φοβερά τα βιβλία που έχουν χιούμορ. Το ανακάλυψα με μεγάλη μου έκπληξη πριν τρεις μήνες στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη, ξαναδιαβάζοντάς το μετά από χρόνια. Τη «Μητέρα του σκύλου» του Παύλου Μάτεσι την απόλαυσα κυριολεκτικά κυρίως εξαιτίας του ξέφρενου χιούμορ της. Τον «Καλό στρατιώτη Σβέηκ» τον διάβασα για τρίτη φορά φοιτητής, όταν είχα κάνει μια εγχείρηση ρινικού διαφράγματος, σαν παυσίπονο.
  Και στις βιβλιοκριτικές μου, όταν μου δίνεται η ευκαιρία, μπάζω δόσεις χιούμορ. Το χιούμορ αυτό μπορεί να είναι ένα χιουμοριστικό σχόλιο σε κάποιο απόσπασμα, μπορεί όμως να είναι και κανονικό ανέκδοτο. Δεν δίστασα να βάλω ένα ανέκδοτο σε μια βιβλιοπαρουσίαση που έκανα στο βιβλίο της Γεωργίας Χιόνη «Μια αλήθεια χίλια ψέματα», ξέροντας ότι οι βιβλιοπαρουσιάσεις πρέπει να έχουν ένα ανάλαφρο χαρακτήρα για να μην κουράζεται το κοινό. Αυτό το διαπίστωσε και ο Αλέξανδρος και μου ζήτησε να το επαναλάβω και στην επόμενη παρουσίαση που έκανα στην έκθεση βιβλίου που έγινε στο Ζάππειο, στις 17-9-2012, στο βιβλίο της Σπυριδούλας Ραυτοπούλου «Ο ξενώνας». Είχα έτοιμη την παρουσίαση με ένα μικρό ανέκδοτο, όταν μου έστειλαν με e-mail ένα άλλο, εκτενές, που καθώς κόλλαγε με το θέμα το έχωσα και αυτό μέσα. Θα το παραθέσω κι εδώ, κάνοντας αντιγραφή και επικόλληση.
  «Έρχεται ο Αϊνστάιν στην Ελλάδα και τον καλούνε σε μια δεξίωση. Καθώς πίνει το απεριτίφ του τον πλησιάζει ένας και του λέει:
- Καλησπέρα σας κύριε Αϊνστάιν, τιμή μας να σας έχουμε απόψε μαζί μας
- Τιμή δική μου, απαντάει ο μεγάλος επιστήμων. Αν επιτρέπετε τι IQ έχετε;
- 250, απαντάει αυτός.
  Τότε ο Αϊνστάιν του πιάνει συζήτηση για τη θεωρία της σχετικότητας, τις μαύρες τρύπες και δε συμμαζεύεται. Λίγο αργότερα κι ενώ έτρωγαν το ορεκτικό τους ένας κύριος που καθόταν αριστερά του, τού λέει:
- Μεγάλη τιμή μας κάνετε κύριε Αϊνστάιν να βρίσκεστε εδώ μαζί μας.
- Δική μου η τιμή ευγενικέ κύριε, απάντησε ο Αϊνστάιν. Τι IQ έχετε ευγενικέ κύριε;
- 150.
  Του πιάνει λοιπόν κουβέντα ο Αϊνστάιν για το διεθνές δίκαιο, για τα
προβλήματα που ανακύπτουν από τα πειράματα γενετικής (εδώ είναι που κολλάει το ανέκδοτο) κ.ο.κ. Λίγο αργότερα κι ενώ έτρωγε το κυρίως πιάτο του, αυτός που καθόταν δεξιά του του λέει:
- Είναι μεγάλη μου τιμή να τρώω δίπλα σ’ έναν τόσο μεγάλο επιστήμονα.
- Δική μου η τιμή, απάντησε ο Αϊνστάιν, τι IQ έχετε;
- 100.
  Του πιάνει λοιπόν κουβέντα για την κυβέρνηση, για τα επιτόκια, το
χρηματιστήριο, την τιμή της βενζίνης κ.ο.κ. Λίγο αργότερα κι ενώ έτρωγαν επιδόρπιο ο κύριος που καθόταν απέναντί του τού λέει:
- Είναι πάρα πολύ μεγάλη μου τιμή να σας έχω απέναντι μου κύριε Αϊνστάιν.
- Δική μου η τιμή κύριε, τι IQ έχετε;
- 50.
Του πιάνει λοιπόν κουβέντα ο Αϊνστάιν για τον big brother, τη φάρμα, τον πιο αδύναμο κρίκο, τον Τριανταφυλλόπουλο, τον Ευαγγελάτο και δε συμμαζεύεται. Καθώς έπιναν καφέ, τον πλησιάζει ένας κύριος και του λέει με τη σειρά του.
- Πολύ μεγάλη μας τιμή κύριε Αϊνστάιν να βρίσκεστε σήμερα μαζί μας.
- Δική μου η τιμή. Ποιο είναι το IQ σας;
- 10.
Κι ο Αϊνστάιν τον ρωτάει:
- Πώς πάει ο Παναθηναϊκός;»
  Το ανέκδοτο αυτό το έχω πει από τότε κάμποσες φορές, θέλοντας να σταματήσω μια δυσάρεστη συζήτηση για τα πολιτικά.
  Θα κλείσω με ένα σλόγκαν που κάπου το διάβασα: Χαμογελάτε, κάνει καλό στην υγεία.


Συμπληρώνω, λίγες ώρες μετά.
  Η Πέπη η Μυρμιλιάγκου, η συναδέλφισσα φιλόλογος που διάβασε τόσο όμορφα τα αποσπάσματα από το βιβλίο «Στην κόψη του σπαθιού και του λογισμού» του Τέλη Ράπτη στη βιβλιοπαρουσίαση που έγινε στην Ιεράπετρα στις 31-8-2012, μου άφησε ένα ενθουσιαστικό σχόλιο κάτω από το βίντεο που ανάρτησα στον τοίχο μου στο facebook, το οποίο υπήρξε το δεύτερο κίνητρο για τη συγγραφή αυτού του κειμένου, που το ανάρτησα στο blog μου και στη συνέχεια, όπως κάνω πάντα, το κοινοποίησα και στο facebook. Η Πέπη, όταν το διάβασε, μου άφησε ένα επί πλέον σχόλιο, κολακευτικότατο για το χαμόγελό μου. Της ζήτησα την άδεια να το παραθέσω σ’ αυτό το κείμενο, και καθώς μου την έδωσε, το κάνω αντιγραφή και επικόλληση.

Πέπη Μυρμιλιάγκου Επομενως δεν ειναι τυχαιο που οταν πρωτοσυναντηθηκαμε ειπα στο Χαρη :"αυτος ο ανθρωπος εχει τοσο γλυκο χαμογελο!" ..και συμφωνησε απολυτως!!!ειχαμε καιρο να συναντησουμε ανθρωπο με χαρουμενο χαμογελο (γιατι τα χαμογελα ειναι και λυπημενα ενιοτε η βεβιασμενα)...κι εμεις ευχαριστηθηκαμε το δικο σου!!Να το χαριζεις απλοχερα!
  Να σχολιάσω μόνο ότι πολύ μου άρεσε το ατονικό της. Όπως έγραψα και πιο πάνω, αυτοβιογραφούμαι στις βιβλιοκριτικές μου. Το σχόλιο της Πέπης μου δίνει μια ακόμη ευκαιρία να αυτοβιογραφηθώ, καθώς θυμάμαι τότε που έκανα τις μεταφράσεις μου για τον Θάνο το Γραμμένο, που έχει τις εκδόσεις Θυμάρι. Ήταν τέλη της δεκαετίας του ’70.
  Κάνω τρεις μεταφράσεις, τις οποίες ο Θάνος βάζει στο συρτάρι χωρίς να τις κοιτάξει. Αν το είχε κάνει, θα είχε αντιληφθεί την κακογραφία μου. Στο στρατό που ήμουν, στο Λόχο Στρατηγείου της Διοίκησης Συντηρήσεως Στρατιάς είχα χρεωθεί το ταμείο και τα αυτοκίνητα. Αλληλογραφούσα συχνά με τη ΔΣΣ, την οποία ο λόχος μας εφοδίαζε και με γραφείς. Κάποια μέρα λοιπόν, αγανακτισμένος ένας αξιωματικός που δεν μπορούσε να βγάλει τα γράμματά μου και δεν είχε καταλάβει ότι τα έστελνε ένας έφεδρος ανθυπολοχαγός, λέει στο γραφέα. –Μα καλά, δεν έχετε κάποιον που να έχει βγάλει το δημοτικό για να του αναθέσετε την αλληλογραφία; Βέβαια άνοιξε ορθάνοιχτα τα μάτια του από την έκπληξη όταν ο γραφέας του είπε ότι ετοιμαζόμουν να πάρω και δεύτερο πτυχίο.
  Ο Θάνος μου εξομολογήθηκε ότι όταν έκανε την επιμέλεια στις μεταφράσεις αυτές, επειδή δεν έβγαζε τα γράμματά μου έβγαινε στον κήπο του σπιτιού του στο Χολαργό κατά διαστήματα, άνοιγε διάπλατα τα χέρια του κοιτάζοντας τον ουρανό και αναφωνούσε: -Θεέ μου, τι αμαρτίες έχω κάνει;
  Για να συνεχίσουμε τη συνεργασία έπρεπε να γράφω στο εξής σε γραφομηχανή. Μέσω του πατέρα μιας φίλης που δούλευε σε μια τράπεζα, έχω ξεχάσει ποια, αγόρασα μια μεταχειρισμένη γραφομηχανή, την οποία πλήρωσα θυμάμαι ένα χιλιάρικο. Ήταν μια τεράστια γραφομηχανή, την οποία είδα πριν λίγους μήνες σε μια ταινία. Έχω ξεχάσει τη μάρκα. Η ίδια μου προμήθευσε και μια μέθοδο εκμάθησης τυφλού συστήματος. Την πρώτη μέρα έμαθα τις πρώτες δυο σειρές των πλήκτρων και τη επομένη την τρίτη. Και άρχισα να πληκτρολογώ την μετάφραση που μου είχε αναθέσει ο Θάνος, το «Ψυχολογία και ψυχική υγεία» του Τζέημς Χάντφιλντ. Ήταν και η τελευταία που έκανα, γιατί τον επόμενο χρόνο διορίστηκα στη μέση εκπαίδευση σαν φιλόλογος.
  Αρνιόμουνα να κοιτάζω τα πλήκτρα. Προσπαθούσα να θυμηθώ τη θέση που είχε το κάθε γράμμα, και αν δεν τα κατάφερνα κοίταζα τη μέθοδο. Μου πήρε πάρα πολύ χρόνο αυτή η μετάφραση, οικονομικά θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν ασύμφορη, όμως έκανα απόσβεση, γιατί από τότε κτυπώ τα κείμενά μου σε τυφλό σύστημα εξοικονομώντας έτσι πολύτιμο χρόνο. Όμως καθώς ήθελα να εξοικονομήσω κι άλλο χρόνο δεν κτυπούσα τόνους, αφού, σκεφτόμουνα, στη φωτοσύνθεση θα τους κτυπούσαν έτσι κι αλλιώς. Βέβαια το αντιλήφθηκε κάποια στιγμή ο Θάνος και μου το απαγόρεψε. Τι να κάνω, συμμορφώθηκα, γιατί στο εξής δεν επρόκειτο για μεταφράσεις αλλά για τα δικά μου βιβλία. Πέντε από τα δέκα βιβλία μου έχουν εκδοθεί στις εκδόσεις Θυμάρι.
  Θα συνηγορήσω για το ατονικό. Οι ρώσοι δεν βάζουν τόνους, παρά μόνο στα βιβλία των δυο πρώτων τάξεων του δημοτικού για να διευκολύνουν τους μικρούς μαθητές. Τα «Παιδικά χρόνια» του Γκόρκι που τα διάβασα στο πρωτότυπο είχαν τόνους, όχι όμως και η «Άννα Καρένινα» και οι «Αδελφοί Καραμάζωφ» που διάβασα αμέσως μετά. Τους τόνους και τα πνεύματα τα έβαλαν οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι για να διευκολύνουν τους ξένους που μάθαιναν ελληνικά, καθώς τα ελληνικά ήταν η lingua franca της εποχής. Τότε είχαν μια φωνητική αξία που δεν την έχουν σήμερα, και σωστά καταργήθηκαν. Όσο για τους τόνους, σας προκαλώ: έχετε καμιά αμφιβολία πού θα τονίσετε, διαβάζοντας το παραπάνω κείμενο της Πέπης; Βέβαια η Πέπη μπορεί να τους παράλειψε όχι από πεποίθηση, αλλά γιατί ήταν ένα απλό σχόλιο στο διαδίκτυο, όπου συνήθως γράφουμε πρόχειρα, χωρίς να προσέχουμε σύνταξη και ορθογραφία, ενώ πολλοί γράφουν greeklish. Έχω συναντήσει και άλλα ατονικά κείμενα στο διαδίκτυο. Όπως και να έχει, αν κάποτε τεθεί θέμα ατονικού, εγώ θα συνηγορήσω.
  Ανοίγω τους ασκούς του Αιόλου, γι’ αυτό θα σταματήσω εδώ. 


  Συμπληρώνω λίγο αργότερα.

  Σε μήνυμα από την Πέπη διευκρινίστηκε το ζήτημα: χρησιμοποιεί ipad και σ’ αυτό δεν ξέρει πώς μπαίνουν οι τόνοι. Και θυμήθηκα ότι και μια άλλη φίλη κάνει ατονικές αναρτήσεις στο facebook, και όταν κάποια στιγμή τη ρώτησα γιατί, μου απάντησε διότι τα κείμενά της τα γράφει σε ipad.

  Δεν έχω ipad και δεν σκέφτομαι να αγοράσω, τουλάχιστον μέχρι να πέσουν οι τιμές. Με το ατονικό που πληκτρολογώ ένα ipad δεν θα με διευκόλυνε καθόλου, και τα e-books μπορώ να τα διαβάζω στα δυο tablets που έχω. 


  Συμπληρώνω την επομένη με κάτι που είχα ξεχάσει και μου το θύμισε ο φίλος μου ο Θόδωρας ο Σφακιανάκης.

  Στο στρατό υπηρέτησα ως έφεδρος ανθυπολοχαγός εφοδιασμού μεταφορών. Στη σχολή αξιωματικών οι βητάδες, οι παλιοί δηλαδή, έβγαζαν παρατσούκλια σε μας τους αλφάδες. Το δικό μου ήταν «ο γελαδερός». Και συχνά λάβαινε χώρα το παρακάτω τελετουργικό, που διαφοροποιούνταν μόνο ανάλογα με το όνομα και το παρατσούκλι του αλφά. Στη δική μου περίπτωση γινόταν ως εξής: Με πλησίαζε ένας βητάς και μου έλεγε: –Αναφέρσου. Εγώ αναφερόμουνα: -Δερμιτζάκης Χαράλαμπος ΥΕΑ (υποψήφιος έφεδρος αξιωματικός). Και συνέχιζε: -Αλλιώς. Και απαντούσα: -Ο γελαδερός. Ξανά αυτός: -Αλλιώς. Και απαντούσα ξανά εγώ: -Ο πολύ γελαδερός. Αυτός: -Αλλιώς. Εγώ: -Ο πάρα πολύ γελαδερός. –Αλλιώς. –Ο πάρα πάρα πολύ γελαδερός, κ.ο.κ., μέχρι που βαριόταν και με άφηνε ήσυχο.   

  Είχα εύκολο το γέλιο, γι’ αυτό άλλωστε και μου έβγαλαν αυτό το παρατσούκλι. Ο πιο εύκολος τρόπος να με κάνει κανείς να γελάσω ήταν να μου πει να μη γελάσω. Με είχαν πάρει χαμπάρι οι βητάδες και μου έκαναν το εξής καψόνι: με πλησίαζαν και μου έλεγαν, με όσο πιο άγριο ύφος μπορούσαν: -Κοίταξέ με καλά, και μη τολμήσεις και γελάσεις, γιατί την έβαψες. Εγώ μπορούσα να συγκρατηθώ για δευτερόλεπτα, και μετά ξέσπαγα στα γέλια. –Δέκα κάμψεις, αυτή ήταν η τιμωρία μου. Έκανα τις κάμψεις, και ξανά αυτός: - Κοίταξέ με, και αν γελάσεις πάλι, αλίμονό σου. Ακολουθούσαν άλλες δέκα κάμψεις. Βέβαια πολλοί το γλένταγαν μαζί μου, και κάποια στιγμή ξέσπαγαν κι αυτοί στα γέλια. Και καθώς έχω υποστεί αυτή τη δοκιμασία, γέλασα αφάνταστα με εκείνη τη σκηνή στο έργο των Monty Pythons «The life of Brian» (στην Ελλάδα παίχτηκε με τον τίτλο «Ένας προφήτης μα τι προφήτης») όπου οι ρωμαίοι στρατιώτες κάνουν απεγνωσμένα διάφορες γκριμάτσες για να μη γελάσουν μπροστά στον εκατόνταρχο που απειλεί όποιον γελάσει.

  Και θυμάμαι τώρα κάτι επεισοδιακούς εκκλησιασμούς όταν ήμασταν μαθητές. Αποτραβιόμασταν η παρέα σε μια γωνιά της εκκλησίας για να μη μας βλέπουν και κάναμε πλάκες ή λέγαμε ανέκδοτα και αστείες ιστορίες. Οι άλλοι συγκρατιόντουσαν και γέλαγαν ελάχιστα, όμως εγώ έπρεπε να καταβάλω πολύ μεγάλες προσπάθειες. Θυμάμαι που δάγκωνα τα μάγουλά μου ή έφερνα στο νου μου κάτι πολύ δυσάρεστο για να μην ξεσπάω στα γέλια.

 



 

 

 
 

 
Post a Comment