Book review, movie criticism

Saturday, September 15, 2012

Γιώργος Βοϊκλής, Σάμος, σελίδες ιστορίας. Από τα προϊστορικά χρόνια ως τις μέρες μας



Γιώργος Βοϊκλής, Σάμος, σελίδες ιστορίας. Από τα προϊστορικά χρόνια ως τις μέρες μας, Αθήνα 2012, Υπερόριος, σελ. 205. 


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα



  Μια σύντομη εμπεριστατωμένη και συναρπαστική ιστορία της Σάμου

  Μια σύντομη ιστορία της Σάμου ήταν κάτι που έλλειπε. Υπήρχαν βέβαια εκτενείς ιστορίες, αλλά αυτές ήσαν μελέτες που απευθύνονταν περισσότερο στον ιστορικό παρά στον μέσο αναγνώστη, ο οποίος θα ήθελε κάτι περιεκτικό και όχι εξειδικευμένο. Ο Γιώργος Βοϊκλής ήλθε να καλύψει αυτό το κενό με την μόλις 205 σελίδων ιστορία του (αν και, για να πούμε την αλήθεια, είναι μεγάλου σχήματος) που έχει τίτλο «Σάμος, σελίδες ιστορίας. Από τα προϊστορικά χρόνια ως τις μέρες μας».
  Ο Βοϊκλής, ξεκινώντας από τα προϊστορικά χρόνια περνάει στα ιστορικά, αναφέρεται σε πρόσωπα που μας είναι γνωστά όπως ο τύραννος Πολυκράτης και ο φιλόσοφος Πυθαγόρας, προχωράει στην ελληνιστική εποχή και στην ρωμαιοκρατία, στη συνέχεια στη βυζαντινή εποχή, και έπειτα στην τουρκοκρατία. Για όλη αυτή την περίοδο χρησιμοποιεί κατά βάση βιβλία ιστορίας, όμως για την αμέσως επόμενη περίοδο, μετά την ενσωμάτωση της Σάμου στην Ελλάδα, καταφεύγει σε πρωτογενή έρευνα μελετώντας άρθρα, ειδικές μελέτες, ανακοινώσεις σε συνέδρια, διδακτορικές διατριβές κ.λπ.  
  Η περίοδος της τουρκοκρατίας είναι ιδιαίτερα σημαντική και άγνωστη εντελώς για τον μη σαμιώτη. Και αυτό γιατί, σε αντίθεση με τις άλλες κατακτημένες από τον τούρκο ελληνικές περιοχές, στη Σάμο η κατάκτηση είχε τη μορφή επικυριαρχίας. Απαγορευόταν η μόνιμη εγκατάσταση τούρκων στη Σάμο. Τζαμί δεν υπήρχε στο νησί.
  Το παρακάτω είναι ανέκδοτο, το άκουσα από κάποιον πριν πολλά χρόνια, και μάλλον θα αναφερόταν στη Σάμο. Τέθηκε ζήτημα να κτιστεί τζαμί. Συζητούσαν το θέμα οι προεστοί, και κάποιος είπε «Ναι, να χτιστεί τζαμί, αλλά στα παλιά θεμέλια». Ήταν ένας κομψός τρόπος απόρριψης της πρότασης, μια και «παλιά θεμέλια» δεν υπήρχαν, αφού δεν είχε ποτέ πριν κτιστεί τζαμί.
  Αν και η Σάμος ήταν από τις πρώτες ελλαδικές περιοχές που απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους, και μάλιστα τρεις απόπειρες να την καταλάβουν απέτυχαν, τελικά δεν περιελήφθη στα όρια του ελληνικού κράτους κατά την απελευθέρωση. Την αντάλλαξαν με την Εύβοια, που ήταν δίπλα στον ελλαδικό κορμό. Παρόλα αυτά διατήρησε την ημιαυτονομία της με το καθεστώς της Ηγεμονίας. Όμως, όπως διαβάζω με έκπληξη στο βιβλίο του Βοϊκλή, οι ηγεμόνες, παρότι χριστιανοί βάσει της συνθήκης, ήταν αρκετά καταπιεστικοί, με αποτέλεσμα ο κόσμος να είναι μονίμως αγανακτισμένος, και κάποιες φορές να εξεγείρεται.
  Τελικά συνειδητοποιώ πιο έντονα διαβάζοντας αυτή την ιστορία ότι ο κόσμος είναι πάντα χωρισμένος σε δυο κύριες παρατάξεις. Τώρα στην Ελλάδα έχουμε τους μνημονιακούς και τους αντιμνημονιακούς. Παλιά είχαμε τους κομμουνιστές και τους εθνικόφρονες. Το ίδιο και στη Σάμο, που πέρασε έναν αιματηρό εμφύλιο. Και πιο πριν ήταν οι καρμανιόλοι και οι καλικάντζαροι. Οι καρμανιόλοι ήταν η φτωχολογιά, και το όνομα τους το κόλλησαν οι αντίπαλοι, οι πλούσιοι, ότι τάχα ονειρεύονταν τις καρμανιόλες της γαλλικής επανάστασης. Αυτοί με τη σειρά τους τους κόλλησαν το παρατσούκλι «καλικάντζαροι».
  Οι πλούσιοι έμποροι που ήταν ταυτόχρονα και τοκογλύφοι, ασκούσαν μια απίστευτη εκμετάλλευση στους φτωχούς αγρότες. Τους έπαιρναν τα προϊόντα τους σε εξευτελιστικές τιμές, ενώ όταν βρισκόντουσαν σε ανάγκη τους δάνειζαν με υψηλά επιτόκια. Κυρίως οι οινέμποροι, μια και το κρασί αποτελούσε την κύρια παραγωγή του νησιού. Σε όλα αυτά έβαλε τέλος η δημιουργία της Ένωσης Οινοποιητικών Συνεταιρισμών Σάμου, το 1934. Διαβάζουμε:
  «Μετά την οριστική ήττα τους οι οινέμποροι, και μη έχοντας πλέον τη δυνατότητα να συνεχίσουν το εμπόριο του κρασιού, πούλησαν στην Ένωση τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό τους, τις μεγάλες “ταβέρνες”, δηλαδή αποθήκες κρασιού, και τις τεράστιες βαρέλες τους, όπου το συγκέντρωναν» (σελ. 138).
  Από αυτό το απόσπασμα μάθαμε και την πρωτογενή σημασία της λέξης «ταβέρνα».
  Πριν από την Ένωση είχαν δημιουργηθεί τοπικοί συνεταιρισμοί. Ένας από αυτούς ήταν ιδιαίτερα επινοητικός. Οι πατριώτες μου οι κρητικοί θα μπορούσαν να διδαχθούν από αυτόν. Διαβάζουμε:
  «Στο ελαιοτριβείο αυτό (του Γεωργικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού της Παγώνδας) καθιερώθηκε για πρώτη φορά στη Σάμο η οξυμέτρηση του λαδιού. Επίσης, επειδή γινόταν από κοινού έκθλιψη την ίδια μέρα της συγκομιδής της ελιάς και ο καθένας συμμετείχε στην παραγωγή λαδιού ανάλογα με την ποσότητα των ελιών που παρέδιδε, κατάφερναν να μειώσουν την οξύτητα του παραγόμενου λαδιού, ανεβάζοντας την τιμή του από τις 9 στις 14 δραχμές» (σελ. 136).
  Όσο πιο νωρίς αλέθεται η ελιά, τόσο λιγότερα οξέα έχει. Υπάρχει βέβαια και το πρόβλημα ότι κάποιες ελιές είναι λαδερές ενώ κάποιες άλλες όχι, όμως η διαφορά δεν είναι μεγάλη, και αφού με αυτό τον τρόπο το λάδι έχει ελάχιστα οξέα, ίσως θα άξιζε τον κόπο να δοκιμαστεί και στην Κρήτη, καθώς, όπως μαθαίνω, η ψαλίδα στην τιμή του λαδιού ανάλογα με τα οξέα όλο και ανοίγει.
  Διαβάζουμε:
  «…καταγράφει ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός, το οποίο δεν είναι γνωστό πέραν από το στενό κύκλο των ιστορικών αυτής της περιόδου: Το πέρασμα στην Τουρκία, στις 7 Απριλίου 1941, μιας μονάδας του ελληνικού στρατού, της ταξιαρχίας Έβρου, με δύναμη δύο χιλιάδων αντρών, την παράδοση των όπλων τους στους Τούρκους, και τη συντεταγμένη μεταφορά τους στη Μέση Ανατολή, για να πάρουν μέρος στο πλευρό των συμμάχων, στις πολεμικές επιχειρήσεις της Βόρειας Αφρικής» (σελ. 147).
  Το επεισόδιο αυτό το έμαθα πριν λίγους μήνες, διαβάζοντας το τελευταίο μυθιστόρημα του Ανδρέα Μήτσου «Ο κίτρινος στρατιώτης», όπου ένα μέρος της πλοκής του τοποθετείται σε αυτό το ιστορικό γεγονός.
  Ο Πιέρ Μπουρντιέ έχει πει ότι η ιστορία πρέπει να είναι μια συναρπαστική αφήγηση. Και η ιστορία αυτή της Σάμου που έγραψε ο Γιώργος Βοϊκλής, εκτός από εμπεριστατωμένη, είναι και πολύ συναρπαστική.
 
Post a Comment