Book review, movie criticism

Friday, March 14, 2014

Άνταλ Σερμπ, Ταξιδιώτης και φεγγαρόφωτο



Άνταλ Σερμπ, Ταξιδιώτης και φεγγαρόφωτο (μετ. Μανουέλα Μπέρκι), Χίλων 2013, σελ. 329

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Ένα αριστούργημα ενός Ούγγρου συγγραφέα, που έρχεται με καθυστέρηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό

  Διαβάζοντας το «Ταξιδιώτης και φεγγαρόφωτο» διαπιστώνω για μια ακόμη φορά πόσο αδικημένες είναι οι ελάσσονες γλώσσες, ή μάλλον οι συγγραφείς που γράφουν σ’ αυτές. Αναρωτιέμαι, θα ήταν άραγε τόσο γνωστός ο Λούκατς αν έγραφε ουγγρικά και όχι γερμανικά; ή ο Κάφκα, αν έγραψε τσέχικα και όχι γερμανικά; Για τη μουσική βέβαια δεν υπάρχει πρόβλημα. Ο Μπέλα Μπάρτοκ και ο Ζολντάν Κοντάι δεν χρειάζονται μετάφραση.
  Ο Άνταλ Σερμπ (101-1945) είναι Ούγγρος, εβραϊκής καταγωγής, που όμως μεταστράφηκε στον καθολικισμό. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους Ούγγρους λογοτέχνες (με έκπληξη διαπιστώνω ότι δεν ξέρω άλλον κανένα) του 20ου αιώνα (ούτε και του 19ου). Έζησε μετά τον πόλεμο σε Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία λόγω των αναταραχών που υπήρξαν στην πατρίδα του εξαιτίας της κομμουνιστικής επανάστασης. Σε ηλικία μόλις 32 ετών (όλα αυτά τα διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου) εκλέχτηκε πρόεδρος της Ουγγρικής Λογοτεχνικής Ακαδημίας. Το 1944 μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Φαίνεται δεν τον έσωσε το ότι ήταν καθολικός, γιατί προφανώς η εβραϊκή καταγωγή του ήταν αυτή που τον οδήγησε σ’ αυτό. Και ξαναθυμήθηκα το του Κροίσου: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε». Αντιγράφω: «Εκεί, τον Ιανουάριο του 1945, σε ηλικία 43 ετών, πέθανε με φρικτό τρόπο (δάρθηκε μέχρι θανάτου)».
  Διαβάζω ακόμη: «Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σχεδόν σε όλες τις γλώσσες και συγκαταλέγεται στο πάνθεον των μεγαλύτερων λογοτεχνών του περασμένου αιώνα». Στη biblionet βλέπω το παραπάνω βιογραφικό, και μόνο το παρόν βιβλίο. Είναι ένα από τα πιο εξαιρετικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει ποτέ, και πολύ ευχαρίστως θα διάβαζα και άλλα του.
  Το μυθιστόρημα είναι ένα σεπτέτο με αποκλίνοντες χαρακτήρες τους οποίους ο Σερμπ προσωπογραφεί με εξαιρετική μαεστρία. Επίσης περιέχει αρκετές δοκιμιακές σελίδες πάνω στον έρωτα και το θάνατο, καθώς και ταξιδιωτικές σελίδες για μέρη τα οποία επισκέφτηκε ή στα οποία κατέφυγε ο συγγραφέας μετά τη φυγή του από την Ουγγαρία.
  Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Μίχαγι, συχνά έχει την αίσθηση ότι ανοίγεται μια δίνη γύρω του, έτοιμη να τον καταπιεί. Σε μια τέτοια κρίση συναντάει τον Τάμας και γίνονται πρώτοι φίλοι. Συχνά θα συμμετέχει στα θεατρικά σκετς που διοργανώνει με την αδελφή του Εύα, στα οποία αυτός και ο Μίχαγι πεθαίνουν ή δολοφονούνται από το χέρι της. Τα δυο αδέλφια, βαθιά ενωμένα, θα αναπτύξουν μια αιμομικτική σχέση. Ο Τάμας θα αυτοκτονήσει, γεμάτος ενοχές όταν η αδελφή του θα μείνει έγκυος – τουλάχιστον έτσι λέγεται - και αυτή θα τον βοηθήσει στην αυτοκτονία του. Η αινιγματική φιγούρα της Εύας κατατρύχει τον Μίχαγι, που θα παρατήσει σύξυλη την Έρζη, τη γυναίκα του, στο ταξίδι του μέλιτος, ψάχνοντας αρχικά υποσυνείδητα, μετά συνειδητά, να τη βρει. Η Εύα μου θύμισε από τις πρώτες σελίδες την  Αλεχάντρα, στο «Περί ηρώων και τάφων» του Ερνέστο Σάμπατο, μια επίσης αινιγματική φυσιογνωμία. Ελάχιστα θα την δούμε στο βιβλίο. Συναινεί να βοηθήσει και τον Μίχαγι να αυτοκτονήσει, όμως τελικά δεν θα το κάνει, αλλά θα ειδοποιήσει τον πατέρα του να έλθει να τον βρει. Μια κουμπαριά που υποσχέθηκε θα τον γλιτώσει από την προγραμματισμένη αυτοκτονία. Χάρηκε πολύ στην επαφή του με τους απλούς ανθρώπους που συμμετείχαν στη βάπτιση και στη δεξίωση που δόθηκε μετά. Πέρασε χαρούμενα μαζί τους και γύρισε μεθυσμένος σπίτι. Μισοκοιμισμένος, είχε την υποψία ότι επρόκειτο να τον δολοφονήσουν. «Τον διαπέρασε ξανά το άγχος του θανάτου. Έτρεμε σε όλο του το σώμα. Αισθανόταν ότι τον πλησίαζαν άνθρωποι-ποντίκια, με τα μαχαίρια στο χέρι» (σελ. 320).
  Ζώντας τον φόβο του θανάτου ξεπέρασε την επιθυμία του να αυτοκτονήσει.
  «Τότε συνειδητοποίησε ότι κατά τη διάρκεια ολόκληρης της φοβικής και χιμαιρικής νύχτας δεν είχε σκεφτεί καθόλου την Εύα. Η διακοπή. Η μεγαλύτερη διακοπή της ζωής του. Παράξενο πράγμα να πεθαίνεις για μια γυναίκα, που μια ολόκληρη νύχτα – και τι νύχτα- να μην τη θυμηθείς καθόλου» (σελ. 321).
  Παράξενο πράγμα, θα έλεγα εγώ, να πεθαίνεις γενικά για μια γυναίκα – και για έναν άντρα, για τις γυναίκες (εν τάξει, και για τις αδελφές). Το happy end αυτό μου θύμισε την ταινία «Γεύση κερασιού» του ιρανού Αμπάς Κιαροστάμι, στην οποία ο ήρωας τελικά παραιτείται από την αυτοκτονία.
  Ο τέταρτος αποκλίνων της παρέας είναι ο ωραίος Έρβιν, ο Αλιόσα του έργου, που θα πεθάνει γαλήνιος ως πατήρ-Σεβερίνο.
  Τα άλλα τρία πρόσωπα του σεπτέτου είναι οι «προσγειωμένοι». Όμως η Έρζη θα παρατήσει τον Ζόλνταν και θα παντρευτεί τον Τάμας, μαγεμένη από την αποκλίνουσα προσωπικότητά του. Βέβαια αργότερα θα επιστρέψει σ’ αυτόν. Όσο για τον Γιάνος, αυτός είναι ένας ψιλοαπατεώνας, που όταν δεν κλέβει ενεργεί ως μεσολαβητής-ραδιούργος.
  Και μια ατάκα από το έργο που πολύ μου άρεσε.
  «Η πρακτική ζωή είναι μύθος, μπλόφα, τον οποίον εφηύραν για παρηγοριά εκείνοι που δεν είναι ικανοί να ασχοληθούν με διανοητικά θέματα» (σελ. 216).
  Από προσωπική πείρα θα έλεγα ότι ισχύει και το αντίστροφο.
  Η μετάφραση είναι εξαιρετική, όμως θα διορθώσω ένα λαθάκι, μια και το διόρθωσα και στο βιβλίο ενός επώνυμου: «…έβγαζε γρήγορα στη φόρα αυτό που είχε να πει» (σελ. 255).
  Είπαμε, είναι τα fora, πληθυντικός του forum, αγορά.
  Δεν ξέρω γιατί ένα σωρό συγγραφείς, μεταφραστές και επιμελητές εγκαταλείπουν την έλξη του αναφορικού στον γραπτό τους λόγο. Το τελευταίο μου βιβλίο «Εύθυμες κατωχωρίτικες και άλλες ιστορίες» το αφιέρωσα στους χωριανούς μου και σε «όλους όσους μου είπαν τις ιστορίες». Όμως στο βιβλίο είδα να γράφεται «όλους όσοι μου είπαν τις ιστορίες». Στο βιβλίο του Σερμπ η μεταφράστρια, από κεκτημένη ταχύτητα προφανώς, γράφει «… υπάρχουν πιο ξεχωριστοί από αυτόν… Και όλοι όσοι δεν γνωρίζω ακόμα» (σελ. 282). Εδώ το όσοι, ως αντικείμενο του γνωρίζω, πρέπει να μπει σε αιτιατική: όσους.
  Δεν νομίζω να το έχω ξαναγράψει σε βιβλιοκριτική μου, όμως θα το γράψω τώρα: αυτό το βιβλίο θα πρέπει οπωσδήποτε να το διαβάσετε.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
 
Post a Comment