Book review, movie criticism

Wednesday, August 20, 2014

Ελένη Γκίκα, Λίλιθ



Ελένη Γκίκα, Λίλιθ, Καλέντης 2014, σελ. 662

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα ερωτικό μυθιστόρημα από την εξαίρετη συγγραφέα και δημοσιογράφο

  «Λίλιθ» είναι ο τίτλος του τελευταίου μυθιστορήματος της Ελένης Γκίκα.
  Της φίλτατης Ελένης έχουμε ήδη παρουσιάσει οκτώ βιβλία, γι’ αυτό δεν θα κάνω ό,τι κάνω συνήθως στις κριτικές μου, είτε για βιβλίο πρόκειται είτε για ταινία, να δώσω δηλαδή τους συνδέσμους με τις προηγούμενες, αλλά θα δώσω τη διεύθυνση της ιστοσελίδας μου, κάτι σαν πίνακα περιεχομένων, όπου με το find Γκίκα μπορεί να τις βρει κανείς. Η διεύθυνση αυτή είναι http://www.babisdermitzakis.gr/criticism.html
  Όμως ποια είναι αυτή η Λίλιθ;
  Υπάρχει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, τριών σελίδων, με τον μύθο της Λίλιθ. Από εκεί αντιγράφουμε:
  «Θηλυκός δαίμονας της εβραϊκής παραδόσεως. Ανήκει στην κατηγορία των μαζικείμ, δηλαδή των κακών και επικίνδυνων πνευμάτων που επιδιώκουν σεξουαλική επαφή με τους άνδρες, σκοτώνουν τις γυναίκες στη γέννα και στραγγαλίζουν τα νεογέννητα βρέφη. Κατά μια απόκρυφη παράδοση της Ανατολής, ήταν η πρώτη γυναίκα του Αδάμ που πλάστηκε ενωμένη μαζί του. Επειδή αργότερα αφοσιώθηκε στη λατρεία του διαβόλου, αποχωρίστηκε από τον Αδάμ και μεταμορφώθηκε σε στοιχειό της νύχτας» (σελ. 62).
  Και ο Θεός του έδωσε καινούρια γυναίκα, την Εύα.
  Και καζάντισε.
  Μια ερωτική ιστορία είναι το καινούριο βιβλίο της Γκίκα. Μια ερωτική ιστορία που κινείτε σε δυο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο η συγγραφέας αναπαράγει το εξωκειμενικό, την «παραγγελιά» του εκδότη της για ένα ερωτικό μυθιστόρημα. Θα το γράψει η Λίλιθ η αρχαιολόγος (δεύτερο επίπεδο). Αφηγούμενη την ιστορία αυτή αφηγείται και τη δική της ιστορία.
  Υφολογικά η Γκίκα είναι η γνωστή Γκίκα. Αφαιρετική, εστιάζει στο ουσιώδες. Επίσης το έργο είναι multi-genre, σαν κάποια έργα του John dos Passos. Για την ακρίβεια περισσότερο από ό,τι τα έργα του dos Passos και περισσότερο από ό,τι τα προηγούμενα μυθιστορήματά της.  Δεν ενσωματώνει μόνο βιβλιοκριτικές (η Γκίκα διαλέγεται συνεχώς στα μυθιστορήματά της με άλλους συγγραφείς), αλλά και κείμενα άλλων, αποσπάσματα από εφημερίδες, επιστημονικά κείμενα σαν λήμματα εγκυκλοπαίδειας, ποιήματα, και κυρίως De profundis, ερωτικές επιστολές. Όλα αυτά συνδέονται με τον συνεκτικό κρίκο μιας πρωτοπρόσωπης αφήγησης.   
  Τις βιβλιοκριτικές τις, αλλά και τα κείμενα άλλων, τα συνδέει με την κυρίως αφήγηση χρησιμοποιώντας μια πρόταση απ’ αυτά, είτε στο προηγούμενο κείμενο είτε, συνηθέστερα, στο επόμενο. Για παράδειγμα, από το κείμενο της Εύης Τσακνιά «Η άγνωστη ζωή και η δολοφονία του Τρότσκι στο Μεξικό: Η μαρτυρία του εγγονού του», χρησιμοποιεί τη φράση από τη διαθήκη του Τρότσκι «Η ζωή είναι ωραία» (δεν νομίζω να την πήρε από εδώ ο Μπενίνι) στην αφήγησή της: Η ζωή είναι ωραία θα πει δυνατά, χαμογελώντας πικρά (σελ. 634).
  Το «Η αιτία των βασάνων μας είμαστε εμείς οι ίδιοι» (σελ. 303) είναι η πρόταση, ή καλύτερα ο δεκαπεντασύλλαβος, με τον οποίο θα συνδέσει τη βιβλιοκριτική της για τον «Σολάρις» του Στανισλάβ Λεμ με την αφήγηση της ηρωίδας στη συνέχεια, ξεκινώντας: Η αιτία των βασάνων μας είμαστε εμείς οι ίδιοι θα του πω (σελ. 305).
  Δεν έχω συναντήσει μέχρι τώρα εκτενέστερα εφέ της απαρίθμησης από τα δυο που βρήκα στο μυθιστόρημα αυτό της Ελένης. Το ένα είναι μια απαρίθμηση γυναικών συγγραφέων, σχεδόν δισέλιδο. Εδώ να διορθώσουμε την Μαρίνα Ζβετάεβα σε Τσβετάγεβα. Τσβετ στα ρώσικα θα πει χρώμα. Το άλλο είναι ένα κείμενο του Αλμπέρτο Μανγκέλ για τον ιδανικό αναγνώστη. Ανάμεσα στα άλλα διαβάζουμε:
  «Ο ιδανικός αναγνώστης έχει κακή αίσθηση του χιούμορ» (σελ. 133). Άρα εγώ δεν είμαι ιδανικός αναγνώστης.
  «Ο ιδανικός αναγνώστης χαίρεται να χρησιμοποιεί το λεξικό» (σελ. 133). Εγώ καθόλου, προσπαθώ να καταλάβω από τα συμφραζόμενα, στο λεξικό καταφεύγω μόνο σε έσχατη ανάγκη. Και πάντα στο ηλεκτρονικό του Φυτράκη.
  «Ο ιδανικός αναγνώστης κρίνει ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του» (σελ. 133). Έμαθα από τον εκδότη μου, τον Αλέξανδρο Δεσύλλα (εκδόσεις ΑΛΔΕ, αν θέλετε μπορείτε να αγοράσετε κάποιο βιβλίο μου) ότι το εξώφυλλο παίζει σημαντικότατο ρόλο στην προώθηση του βιβλίου. Αυτό σημαίνει ότι οι ιδανικοί αναγνώστες είναι πολύ περισσότεροι από ό,τι νόμιζα. Εγώ πάντως δεν αγοράζω ποτέ βιβλίο από το εξώφυλλο. Τώρα τελευταία βέβαια γενικώς δεν αγοράζω βιβλία.
  «Ο Πινοσέτ, που απαγόρευσε τον Δον Κιχώτη γιατί πίστευε πως ενισχύει την πολιτική ανυπακοή, ήταν ιδανικός αναγνώστης αυτού του βιβλίου» (σελ. 135).
  Για φαντάσου!!!!
  «Ο ιδανικός αναγνώστης είναι ικανός να ερωτευτεί έναν από τους ήρωες του βιβλίου» (σελ. 135).
 Πάντως πιο εύκολα μπορείς να ερωτευτείς την ηρωίδα μιας ταινίας από ό,τι ενός μυθιστορήματος. Τι λες Χρήστο;   
  Διαβάζουμε:
  «Η αϋπνία είναι φόβος ελέγχου, κατά συνέπεια θανάτου» (σελ. 51)
  Μας το εκμυστηρεύτηκε ένας φίλος, ότι παλιά φοβόταν να κοιμηθεί από φόβο μη δεν ξυπνήσει. 
  Διαβάζουμε:
  «Διότι η επιστολογραφία, όπως και τα ημερολόγια, είναι λογοτεχνία» (σελ. 236)
  Αν δεν ήταν λογοτεχνία δεν θα υπήρχε και το επιστολογραφικό μυθιστόρημα. «Η μοναξιά είναι από χώμα» της Μάρως Βαμβουνάκη, που τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το  1988 είναι επιστολογραφικό μυθιστόρημα. Επίσης μια φίλη αγαπημένη έχει κάνει το διδακτορικό της πάνω στο επιστολογραφικό μυθιστόρημα.
  Διαβάζουμε:
  «Ένα υψηλότερο IQ ισούται με περισσότερα όνειρα -όσο πιο έξυπνος είσαι, τόσο περισσότερο ονειρεύεσαι (Το πιστεύω αυτό, γιατί ένα συνηθισμένο καλαμπούρι που κάναμε μικροί ήταν, όταν κάποιος μας έλεγε ότι είδε ένα όνειρο, να του λέμε «Ντα θωρούνε τα βούγια όνειρο;».  Δεν ξέρω γιατί, αλλά το βόδι το θεωρούσαμε σαν ένα εντελώς ανόητο ζώο. Παρεμπιπτόντως, το 1Q84 του Χαρούκι Μουρακάμι, στον οποίο η Ελένη αναφέρεται συχνά, ίσως να μην αποτίει μόνο φόρο τιμής στο 1984 του Όργουελ αλλά να παραπέμπει και στο ΙQ. Πρέπει κάποια στιγμή να το διαβάσω, είμαι σίγουρος ότι θα συναντήσω έναν ήρωα με ΙQ 84). Ένας υψηλός δείκτης νοημοσύνης μπορεί, επίσης, να αντιμετωπίσει καλύτερα μια ψυχική ασθένεια» (σελ. 254).
  Αυτό με παρηγορεί, γιατί σε ένα τεστ IQ που έκανα βρήκα ότι είχα δείκτη 129. Δεν τόλμησα να το επαναλάβω, από φόβο μη μου βγει χαμηλότερος δείκτης.
  Διαβάζουμε, απόκομμα εφημερίδας:
  «Δεν το χωράει ο νους το απίστευτο ατύχημα που είχε 22χρονη Ιταλίδα στη Μύκονο και το οποίο της κόστισε τη ζωή της… Η 22χρονη φορούσε ένα φουλάρι το οποίο πιάστηκε στον άξονα του οχήματος και στη συνέχεια τυλίχτηκε γύρω από το λαιμό της, με συνέπεια να την πνίξει» (σελ. 284).
   Με παρόμοιο τρόπο πέθανε και η Ισιδώρα Ντάνκαν.
   Διαβάζουμε:
  «Η Σύλβια (Πλαθ) απεχθανόταν τη μοναξιά του πρωϊνού, απεχθανόταν να τρώει μόνη το βραστό αυγό της» (σελ. 463).
  Εγώ δεν απεχθάνομαι τη μοναξιά του πρωϊνού, και όχι μόνο γιατί δεν τρώω βραστό αυγό (τα προτιμώ πάντα τηγανητά). Ίσως γι’ αυτό ζω ακόμη.
  Διαβάζουμε:
  «Ο αγαπημένος-άλλος δεν υπάρχει κατ’ ουσίαν· είναι ανύπαρκτος. Φαντασίωση και αντικατοπτρισμός των πιο μύχιων επιθυμιών μας είναι» (σελ. 517).
  Υπάρχει κάποια αλήθεια σ’ αυτό, απλώς κάποια.
  Διαβάζουμε, του Καμύ αυτό:
  «Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση» (σελ. 532). Υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια σ’ αυτό, μεγάλη αλήθεια.
  Διαβάζουμε:
  «Ο Ίρβιν Γιάλομ… υποδεικνύει ότι ο εαυτός μας χωρίζεται ουσιαστικά σε τέσσερις εαυτούς: τον δημόσιο (που γνωρίζουμε και εμείς και οι άλλοι), τον κρυφό (που γνωρίζουμε εμείς αλλά όχι οι άλλοι), τον τυφλό (που γνωρίζουν οι άλλοι αλλά όχι εμείς) και τον άγνωστο (που δεν γνωρίζει κανείς-η μαύρη τρύπα του ασυνειδήτου) (σελ. 538).
  Τίποτα καινούριο δεν λέει ο Γιάλομ εδώ, όμως διατυπώνει με τόσο κομψό τρόπο το ήδη γνωστό, ότι τον εαυτό μας ούτε εμείς ούτε οι άλλοι μπορούμε να τον γνωρίσουμε πλήρως, και αυτά που ξέρουμε για τον εαυτό μας εμείς μόνο σε κάποια σημεία ταυτίζονται μ’ αυτά που ξέρουν οι άλλοι.
  Διαβάζουμε:
  «Τα βιβλία αλλάζουν το πεπρωμένο των ανθρώπων… Κάποιοι διάβασαν τον Τίγρη της Μαλαισίας και έγιναν καθηγητές λογοτεχνίας σε μακρινά πανεπιστήμια (δεν μας λέει ποιοι). Ο Σιντάρτα οδήγησε στον ινδουισμό χιλιάδες νέους (για την ακρίβεια στο Βουδισμό), ο Χεμινγουέη τους έκανε αθλητές, ο Δουμάς αναστάτωσε τη ζωή χιλιάδων γυναικών· και όχι λίγες σώθηκαν από την αυτοκτονία χάρη στα βιβλία μαγειρικής (σελ. 546).
  Και πολλοί νέοι διαβάζοντας τον Βέρθερο του Γκαίτε αυτοκτόνησαν, θα συμπληρώσω κι εγώ.
  Διαβάζουμε τη μαντινάδα:
Σαν θέλω εγώ δε θες εσύ, σαν θες εσύ δεν θέλω
Αν θες να θέλω οντε θες θέλε κι εσύ οντε θέλω (σελ. 571).
  Εξαιρετική, με το θέλω σε διάφορους τύπους 9 φορές, με τις συναφείς παρηχήσεις του θ και του λ, αν και μου φαίνεται λιγάκι σαν ξεκαθαρογλωσσίδι. Εγώ ξέρω μιαν άλλη εκδοχή:
Αγάπα με να σ’ αγαπώ, θέλε με να σε θέλω
Γιατί θε να ’ρθει μια στιγμή που α θες και δε θα θέλω.
  Υπάρχουν κάμποσα διακείμενα στο βιβλίο της Γκίκα, ένα από τα οποία είναι κινηματογραφικό: «Λίλια για πάντα» (σελ. 98).
  Μια υπέροχη αποφθεγματική φράση της Ελένης αξίζει να την παραθέσουμε: Η αγάπη είναι ο τρόπος που η ζωή μετράει το ανάστημά της (σελ. 299).
  Εξαιρετική η Γκίκα και σ’ αυτό της το μυθιστόρημα, προσφέροντας όχι μόνο απόλαυση αλλά και γνώση.

  Πριν παραθέσω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους με τους οποίους κλείνω τις βιβλιοκριτικές μου να παραθέσω έναν ανάπαιστο, έξι ολόκληρα πόδια:
  Ξεδιπλώνει με χέρια που μοιάζουν να έχουν ξανά ξεδιπλώσει  (σελ. 94). Να σημειώσουμε βέβαια και τις παρηχήσεις του ξ και του ν.
  Και οι δεκαπεντασύλλαβοι:
Εξάλλου είναι πιο σοφές αυτές της ιστορίας (σελ. 26)
Πανέτοιμη να του δοθεί, να τον προϋπαντήσει (σελ. 175)
Αυτή τη δίψα για έρωτα για κάποιο άλλο πράγμα (σελ. 238)
Του Γιαν, ενός κατά πολύ νεότερού της άντρα (σελ. 265)
Βρήκαμε επίσης ένα δεκαπεντασύλλαβο σε ένα ωραίο απόφθεγμα, που αξίζει να το παραθέσουμε ολόκληρο:
 Η ζωή είναι θλιβερή εκτός/
από τις σπάνιες στιγμές που σκάει μύτη η αγάπη (σελ. 267)
Βγήκε λίγο αργότερα με πρόβλημα υγείας (σελ. 269)
Τα μονοπάτια της ψυχής των θέλω και των πρέπει (σελ. 299)
Το θεϊκό για μια στιγμή μα δεν το υπερβαίνει (σελ. 348)
Διάφανα και λαμπερά στο πέρασμα του χρόνου (σελ. 353)
Αλλά και η επίγνωση όλο και κάτι είναι (σελ. 383)
Που το άφησαν ελεύθερο σ’ ένα καινούριο δάσος (σελ. 423)
Γιατί ορίστηκε για μας από τη γέννησή μας (σελ. 491)

Μπάμπης Δερμιτζάκης


 
Post a Comment