Book review, movie criticism

Sunday, August 17, 2014

Γεωργίου Ε. Ψαρουδάκη, Η ιστορία των χωριών μας



Γεωργίου Ε. Ψαρουδάκη, Η ιστορία των χωριών μας (Κάτω Χωριό, Επάνω Χωριό, Επισκοπή, Παπαδιανά, Θρυπτή, Κάτω Χωρίο Ιεράπετρας 2014, σελ. 142.

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα ενδιαφέρον μελέτημα για την ιστορία πέντε χωριών της επαρχίας Ιεραπέτρας

  Ένα ακόμη πόνημα του ξαδέλφου μου Γιώργη Ψαρουδάκη μετά το «Μαθήματα φωνητικής» που έχει τίτλο «Η ιστορία των χωριών μας», των χωριών της πάλαι ποτέ κοινότητας Κάτω Χωρίου, η οποία περιλαμβάνει εκτός από το χωριό μας, το Κάτω Χωριό, το Επάνω Χωριό, την Επισκοπή και τα Παπαδιανά. Η Θρυπτή, αλλιώς Αόρι, ανήκει επίσης, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, στο Κάτω Χωριό. Σε υψόμετρο 860 μέτρα και απόσταση 11 χιλιόμετρα από τα χωριά, με αμπέλια και «μαγατζέδες», παλιά σπιτάκια-αποθήκες με μόλις τα χρειαζούμενα για την καλλιέργεια του αμπελιού και σήμερα κανονικές βίλλες για παραθερισμό, με πυκνό πευκόδασος στις παρυφές του, ήταν μεσοπολεμικά ιδανικό μέρος για τη θεραπεία της φυματίωσης που μάστιζε όχι μόνο την περιοχή, όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και γενικά ολόκληρο τον κόσμο. Κάφκα και Τσέχωφ, η Πολυδούρη στα καθ’ ημάς, είναι τα πιο γνωστά θύματά της, ενώ τη θεματοποιεί ο Τόμας Μαν στο «Μαγικό βουνό».
  Πώς έγινε Αόρι.
  Λέγανε οι αρχαίοι: «Πάμε στα όρη». Αργότερα το όρος έγινε βουνό, και ξεχάστηκε τι σημαίνει όρος. Όταν κάποιος άκουγε «Πάμε στα όρη» καταλάβαινε «Πάμε στ’ Αόρι». Σήμερα το Θρυπτή είναι περίπου η επίσημη ονομασία. Κανείς δεν θα πει «πάμε στη Θρυπτή», όλοι λένε «Πάμε στ’ Αόρι», ή στο Αόρι. Η γενική «του Αοριού» χρησιμοποιείται επίσης πολύ συχνά.  
  Το βιβλίο δεν είναι μόνο η ιστορία των χωριών μας, αλλά όμως ξεκινάει με την ιστορία τους. Ο Γιώργης παραθέτει φωτογραφίες αρχαιολογικών ευρημάτων που βρέθηκαν στα χωριά μας, όπως η κιβωτόσχημη πήλινη σαρκοφάγος της Επισκοπής και το «Πήλινο στεατοπυγικό γυναικείο ειδώλιο καθιστής μορφής με ευτραφείς γλουτούς» που βρέθηκε στο Κάτω Χωριό. Επίσης παραθέτει φωτογραφίες εκκλησιών, από τις πιο παλιές μέχρι τις πιο καινούριες.
  Στη συνέχεια αναφέρεται σε προσωπικότητες των χωριών που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στους ξεσηκωμούς της Κρήτης, όπως ο Καπετάν Φραγκιός Τσαντηράκης, ο Ανδρέας Καραβέλας, ο παπα Εμμανουήλ Πετάσης, ο καπετάν Μιχαήλ Βογιατζής, Ο Παπαγιώργης-Γιαμαλής και οι γιοι του Χαράλαμπος και Νικόλαος κ.ά. Από την νεότερη ιστορία παραθέτει τα ονόματα των πεσόντων στους βαλκανικούς πολέμους, στην μικρασιατική εκστρατεία, στον πόλεμο, στην κατοχή και στην αντίσταση. Αμέσως μετά δίνει την ιστορία της εκπαίδευσης στα χωριά μας, με τα εκπαιδευτήρια, τον αριθμό των μαθητών, αγοριών και κοριτσιών, και τα ονόματα των δασκάλων που υπηρέτησαν. Το φωτογραφικό υλικό είναι επίσης άφθονο.
  Σειρά έχουν οι λόγιοι του χωριού μας, ο Νίκος Στρατάκης, ο Ιωάννης Καμινόπετρος, ο Γιώργης Μενεγάκης, ο Γιώργος Νικολαΐδης, ο κεντριανός αλλά γαμπρός κατωχωρίτης Γιώργης Μανιαδάκης και τρεις Δερμιτζάκηδες, ο Αριστείδης, ο Κωστής και εγώ (ε, πώς να το κάνουμε, είμαστε από σόι).
  Μεγάλο ενδιαφέρον έχει το τμήμα εκείνο που αναφέρεται στην καθημερινή ζωή, από την Κρητική Πολιτεία μέχρι σήμερα: παραγωγικές δραστηριότητες, ψυχαγωγία, κατασκευαστικά έργα, λαογραφικά στοιχεία κ.λπ. Σε μια ξεχωριστή σελίδα ο Γιώργης αναφέρει και τα τοπωνύμια της περιοχής. Πολλά στοιχεία που παραθέτει λυπήθηκα που δεν μου πέρασε από το μυαλό να τα παραθέσω κι εγώ στο δικό μου βιβλίο «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά», όπου μιλάω όμως μόνο για το Κάτω Χωριό.
  Διαβάζουμε:
  «Στη βρύση πήγαιναν και τα ζώα τους οι χωρικοί για να πιουν νερό και να ξεδιψάσουν από τις γούρνες που υπήρχαν ειδικά για να πίνουνε τα ζώα» (σελ. 96).
  Οι γούρνες της μικρής βρύσης ήταν βαθιές, και τις χρησιμοποιούσαμε εμείς τα παιδιά για να πιάνουμε «μαλάι».
  Τι ήταν το μαλάι.
  Ρίχναμε ένα χαλίκι στον πάτο της γούρνας. Μετά παραμερίζαμε τα βούρκα, βουτάγαμε μέσα το κεφάλι, με τα χείλη μας πιάναμε το χαλίκι και το βγάζαμε έξω θριαμβευτικά. Δίπλα μας έπινε νερό αδιάφορο ένα γαϊδουράκι.
  Διαβάζουμε:
  «Το τηλέφωνο στα σπίτια ήρθε αρχές της δεκαετίας του 1970. Μέχρι τότε υπήρχε το κοινοτικό τηλέφωνο…» (σελ. 107).
  Εδώ θα διορθώσω το Γιώργη. Υπήρχε και το τηλέφωνο στο καφενείο του Εγγλεζάκη. Κάποτε πήραμε με το φίλο μου το Θοδωρή τηλέφωνο το φίλο μας τον Γιάννη τον Καλούδη από τις Μάλλες. Ο Γιάννης κάποια στιγμή ρώτησε –Τι ώρα είναι. Πριν προλάβουμε να απαντήσουμε απαντάει ο Εγγλεζάκης: Δέκα και είκοσι. Εν τάξει, να στήνεις αυτί, αλλά η αδιακρισία έχει και όρια. Όμως δεν τον παρεξηγούσαμε, δεν ήταν καρφί, απλά ήταν περίεργος.
  Ο Γιώργης παραθέτει μια πολύ όμορφη κατωχωρίτικη ιστορία, την οποία την πήρα για τις δικές μου κατωχωρίτικες ιστορίες. Κρίμα που ήταν μόνο μια.
  Γράφοντας «μια» θυμήθηκα μια κατωχωρίτικη ιστορία.
  -Ωρή συ, φέρε ωρή τσ’ ανάπλες (λινάτσες που στρώναμε κάτω από τις ελιές όταν τις ραβδίζαμε).
  -Δεν έχει μόνο μια.
  -Εκεισάς τσι μιες.
  Μιες, πληθυντικός του μια.
  Ο Γιώργης παραθέτει ένα εκτενές απόσπασμα για τις απόκριες της αδικοχαμένης δασκάλας Μαρίας Λιουδάκη, που την σκότωσαν οι μπαντουβάδες (ο καθηγητής μου Μανώλης Παπαδάκης έχει γράψει ένα βιβλίο γι’ αυτήν). Γράφει η Λιουδάκη ένα δίστιχο:
  Τσι μεγάλες αποκρές
  κουζουλένονται κι οι γρές.
  Από σεμνοτυφία άραγε δεν έγραψε τη συνέχεια;
  Και την καθαρά Δευτέρα
  παίρνει ο κώλος τως αέρα.
  Θα κλείσουμε παραθέτοντας ένα παμπάλαιο θρησκευτικό δρώμενο.
  «Και τότε, μέσα στη γαλήνη της μεταμεσονύχτιας Αναστάσιμης Λειτουργίας οι ξαφνικές φωνές του εκκλησιάσματος βγαλμένες σαν από τα βάθη των αιώνων απαντούσαν στα σίγουρα στο αιώνιο αίτημα του λειτουργού:
  -Επικράνθη ο άδης;  -Επικράνθη.
  -Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες; -Ανέστη.
  -Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται;  - Ανέστη» (σελ. 118).
  Αυτό το βιβλίο δεν πρέπει να λείψει από το σπίτι κανενός κατωχωρίτη, πανωχωρίτη, πισκοπιανού και παπαδιανίτη. Αλλά και οι γεραπετρίτες γενικότερα, αλλά και όλοι οι κρητικοί, θα το βρουν ιδιαίτερα ενδιαφέρον.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
 
   
 
Post a Comment