Book review, movie criticism

Thursday, August 21, 2014

Yoshitaka Yamaguchi, Samurai cat (2014) και Xu Xingyu, Panghu diary



Yoshitaka Yamaguchi, Samurai cat (2014) και Xu Xingyu, Panghu diary (2014)

  Έχω ξαναγράψει για τον ιδεοληψία μου να επισημαίνω τις συμπτώσεις αναφερόμενος κάθε φορά στο έργο του Άρθουρ Καίστλερ «Οι Ρίζες της σύμπτωσης», όπως και το να ανιχνεύω ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους σε πεζά κείμενα. Εδώ έχουμε μια ακόμη περίπτωση συμπτώσεων. Αλλά να βάλουμε τα πράγματα με τη σειρά.
  Όταν ήμουν στην τρίτη γυμνασίου έγραψα μια σειρά ιστοριούλες, στις διακοπές των Χριστουγέννων, στις οποίες πρωταγωνιστούσε ένα όμορφο γατάκι που είχε ξεπέσει στο σπίτι μας. Τις έδωσα στον φιλόλογό μου, τον Νίκο το Δερμιτζάκη, ο οποίος διάγνωσε το (όποιο) λογοτεχνικό μου ταλέντο. Με τις γάτες γενικά είχα πάντα μια αγαπησιάρικη σχέση, σε αντίθεση με τα σκυλιά, που πάντα τα φοβόμουνα.
  Όταν έγινα φαν της ηθολογίας μεταφράζοντας και διαβάζοντας τον Κόνραντ Λόρεντς και τον Ειρηναίο Άιμπλ-Άιμπεσφελτ, έγραψα ένα κείμενο με ηθολογικές παρατηρήσεις πάνω στις γάτες μας. Το έγραψα το 1979, και το ανάρτησα στο blog μου και στο Λέξημα πριν τέσσερα χρόνια με τον τίτλο «Τα γατάκια μου».
  Πριν τρία χρόνια ανάρτησα στο youtube ένα βίντεο κλίπ με τίτλο «Γατάκια στον ακάλυπτο». Ήταν τρία μικρά γατάκια που είχαν βρει καταφύγιο στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας μας. Τα ανακάλυψα όταν γύρισα από τις καλοκαιρινές μου διακοπές στην Κρήτη. Στην απουσία μου είχαν κάνει κατάληψη και στο μπαλκόνι μου. Μου έκανε εντύπωση που ένα από αυτά με πλησίαζε αρκετά, ήθελε μάλιστα να ανεβαίνει πάνω μου. Δεν ήξερε όμως πώς να χρησιμοποιήσει τα νύχια του, με «τσάφισε» ένα δυο φορές και έτσι δεν το ξανάφησα. Το άλλο (το τρίτο μάλλον δεν κατάφερε να επιβιώσει) την άραζε συχνά πάνω στη σέλα της μηχανής μου. Το έβγαλα βίντεο και το ανάρτησα επίσης στο youtube. Δυστυχώς ξέχασα να ρυθμίσω την κάμερά μου και βγήκε σε 3D. Δεν ξέρω αν τα καταφέρει το youtube να το φτιάξει.
  Και περνάμε αλλού.
  Πριν δυο χρόνια με έπιασε μια μανία να βλέπω έργα με σαμουράι. Είδα αρκετά, μέχρι που μου πέρασε η μανία αυτή. Για την ακρίβεια δεν μου πέρασε, απλά ξαφνικά υπήρξαν άλλες προτεραιότητες. Όταν λοιπόν ανακάλυψα τυχαία την ταινία Samurai cat, ήταν αδύνατο να μην την δω. Δυο αγάπες μου μαζί σε μια ταινία, ε, αυτό ήταν μια ωραία σύμπτωση. Την είδα με κινέζικους υπότιτλους, όμως αν και τα κινέζικά μου δεν είναι σε πολύ προχωρημένο επίπεδο, αρκούσαν για να την παρακολουθήσω. (Τυπικά παρακολούθησα το μεγαλύτερο μέρος του advanced level στον ελληνοκινεζικό σύνδεσμο, αλλά τα κινέζικα δεν είναι καθόλου εύκολη γλώσσα).
  Στην αρχή ξεκίνησα ψάχνοντας λέξεις, αλλά ο ρυθμός ήταν πάρα πολύ αργός, έτσι αφού είδα καμιά εικοσαριά λεπτά στην αρχή την άφησα για αργότερα, καθώς είχα και άλλες εκκρεμότητες. Τότε ήταν που, «συμπτωματικά», ήλθε και «κόλλησε» η γάτα στο σπίτι μου. Αλλά γι’ αυτήν θα μιλήσω αφού πω πρώτα δυο λόγια για την ταινία, η οποία είναι κωμωδία· ή μάλλον για τις ταινίες.   
  Ο Κιουτάρο είναι σαμουράι, αλλά φτωχός. Αν και αριστοτέχνης στο σπαθί, δεν μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο. Είναι ronin, αδέσποτος σαμουράι, και πρέπει να βρει δουλειά για να θρέψει την οικογένειά του, που την αποτελούν η γυναίκα του και η κόρη του. Τις αποχαιρετά και φεύγει από το σπίτι.
  Δεν τα καταφέρνει να βρει δουλειά. Η μόνη δουλειά που του προσφέρουν είναι να σκοτώσει μια γάτα. Τι να κάνει, χρειάζεται τα λεφτά, και έτσι δέχεται. Όμως η γάτα είναι τόσο χαριτωμένη, που δεν το κάνει η καρδιά του. Ακολουθούν πολλά κωμικά επεισόδια. Στο τέλος επιστρέφει στο σπίτι του με τη γάτα στην αγκαλιά. Η ταινία τελειώνει με το νιάου της γάτας.
  Και η δεύτερη σύμπτωση.
  Λίγο αργότερα ανακαλύπτω μια άλλη ταινία, κινέζικη αυτή τη φορά αλλά με κινέζικους και αγγλικούς υπότιτλους, ό,τι πρέπει για να φρεσκάρω τα κινέζικά μου. Είναι «Το ημερολόγιο του Πανγκχού», του Xu Xingyu (προφέρεται Shu Shing yu).  
  Η Πανγκ Χου είναι μια αδέσποτη γάτα. Για την ακρίβεια είναι γάτος, χοντρός σαν τον Στάθη του φίλου μου του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη. Πανγκ στα κινέζικα σημαίνει χοντρός. Ένας νεαρός κινέζος, ο Λι Τζι, την περιμαζεύει. Ευτυχώς. Κάπου στο τέλος της ταινίας διαβάζουμε ότι στις 5-10-2012, 22 αδέσποτες γάτες σφαγιάσθηκαν σε κάποια γειτονιά του Πεκίνου. Δυστυχώς δεν μας λέει ο σκηνοθέτης, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο, αν πιάστηκαν οι ένοχοι. Στη συνέχεια βλέπουμε διάφορες σκηνές από τη ζωή του με το νεαρό. Αρκετές φορές ζημιάρης όπως όλα τα γατιά που μένουν σε σπίτι, αλλά το αφεντικό του δεν παύει να τον αγαπά. Από το παράθυρο βλέπει συχνά την Μούνα, μια γάτα φίλη του τότε που ήταν αδέσποτος.
  Κάποια στιγμή ο νεαρός τα φτιάχνει με ένα κορίτσι, αλλά αργότερα χωρίζουν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον απολύουν από τη δουλειά του.
  Όμως το κακό θα τριτώσει: ο ιδιοκτήτης θα του αυξήσει το νοίκι. Μην μπορώντας να αντεπεξέλθει οικονομικά, θα αναγκαστεί να μετακομίσει, κάπου φτηνότερα. Του είναι δύσκολο πια να έχει και τον Πανγκ Χου. Έτσι τον εγκαταλείπει στο κοντινό πάρκο.
  Το κάνει η καρδιά του;
  Θυμάται συγκινημένος σκηνές από τη ζωή που πέρασαν μαζί. Το επόμενο πρωί θα γυρίσει και θα τον περιμαζέψει. Μαζί με τη Μούνα, που θα τη βρει μαζί του.
  Και περνάμε στη γάτα «μου».
  Τη γάτα την είδα για πρώτη φορά να πηγαίνει στην αποθήκη μας, άντρο ποντικών. Αυτό το καλοκαίρι είχα αποφασίσει να αφήσω ανοικτή την πόρτα για όσο θα είμαι στην Κρήτη, μια και δεν υπάρχει τίποτα πολύτιμο να κλέψει κανείς. Στο λαιμό της είχε ένα λουρί. Ένας φίλος μου που την είδε μου είπε ότι είναι για να απομακρύνει τους ψύλλους. Από τότε την πήρε το μάτι μου κάμποσες φορές να πηγαίνει εκεί μέσα.
  Πριν λίγες μέρες με επισκέφτηκε ο φίλος μου ο Ηρακλής ο Χριστάκης. Όχι, στην Κρήτη δεν λέμε «θα πάρεις ένα καφεδάκι;» αλλά «να πιούμε μια ρακή;». Ήταν πρωί, μου λέει, δεν του έκανε όρεξη, ένα νεράκι ήθελε μόνο. Για το γιο του είχαμε χυμό.
  Σε λίγο παίρνει τηλέφωνο ο φίλος μου ο Γιώργης ο Μανιαδάκης. «Έλα», του λέω, «είναι και ένας άλλος φίλος εδώ». Αυτός δεν αρνήθηκε την πρόταση να πιούμε μια ρακή. Ο Ηρακλής αναγκαστικά συνόδεψε.
  Φέρνω τη ρακή, και για μεζέ ντάκο, τυρί και κονσέρβα ψάρι. Είχα και κάτι λουκάνικα κοτόπουλου που είχα αγοράσει προσφορά από ένα σούπερ μάρκετ. Σε λίγο μας πλησιάζει η γάτα και αρχίζει να νιαουρίζει. Της ρίχνουμε ντάκο, τον τρώει, ξανά νιαούρισμα. Της ρίχνουμε ένα λουκάνικο, σε λίγο να τηνε πάλι. Έφαγε και ψάρι.
  Από τότε μου έγινε κολλιτσίδα. Της έριχνα κάθε φορά και δυο τρία λουκάνικα. Επιφυλακτική στην αρχή, σιγά σιγά άρχισε να τρίβεται στα πόδια μου. Το πρώτο λουκάνικο το έτρωγε, καθώς και το δεύτερο, το τρίτο όμως το έπαιρνε και εξαφανιζόταν. Τότε πρόσεξα τις ρόγες της, σίγουρα είχε μικρά.
  Δεν ξέρω ακριβώς ποιο είναι το αφεντικό της, ή μάλλον το σπίτι της (είναι τρία διαμερίσματα εκεί όπου πηγαίνει), σίγουρα όμως της έρχεται βολικό να τρώει από δυο σπίτια. Καλομαθημένη γάτα, δεν άγγιξε τα φρίσκις που της πήρα. Έτσι αγόρασα και τροφή κονσέρβα. Αυτή την τρώει, αν και με όχι τόση όρεξη όσο το λουκάνικο. Ούτε έφαγε επίσης με όρεξη τα «φλούδια» μιας γραβιέρας Κρήτης, τα οποία έκοψα σε μικρά κομμάτια. Έναν ντολμά δεν τον άγγιξε, έφαγε όμως λίγο παστίτσιο. Αυτό που λατρεύει είναι το λουκάνικο.
  Μου την έχει στημένη κάθε πρωί στο παράθυρο. Στην αρχή ανησύχησα, μήπως αρχίσει και νιαουρίζει και με ξυπνήσει, όμως όχι, είναι αρκετά έξυπνη, περιμένει να σηκωθώ για να αρχίσει το νιαούρισμα.
  Δυο φορές που έχω περπατήσει στην αυλή του σπιτιού μου, καθ’ υπόδειξη του καρδιολόγου μου αλλά και σε μια απελπισμένη προσπάθεια να χάσω τα κιλά που έχω πάρει από τα φαγοπότια, με ακολουθεί σαν σκυλάκι, πάνω κάτω.
  Απόψε θα πάω για μπάνιο στην Ιεράπετρα και μετά θα περάσω από το σούπερ μάρκετ. Θα της αγοράσω λουκάνικα. Μια γάτα-μητέρα πρέπει να την προσέχουμε.
 
 
 
 

Post a Comment