Book review, movie criticism

Tuesday, March 31, 2009

Θόδωρος Αγγελόπουλος, Το βλέμμα του Οδυσσέα (1995)

Από σήμερα στο Στούντιο


 

Τελικά καλά θυμόμουνα, μόνο το «Λιβάδι που δακρύζει» δεν είχα δει, το βλέμμα και την αιωνιότητα τα είχα ξαναδεί. Στις πρώτες σκηνές στο βλέμμα βλέπω τον εκδότη μου, το Θάνο Γραμμένο.
Είναι περασμένες δύο, να γράψω σύντομα δυο τρία πραγματάκια που σκέφτηκα καθώς (ξανα)έβλεπα την ταινία. Ενώ η αιωνιότητα ήταν η τραγωδία της ύπαρξης, το βλέμμα είναι η τραγωδία της ιστορίας. Η απαισιόδοξη ματιά του Αγγελόπουλου ταιριάζει απόλυτα με το δικό μου βλέμμα. Όσο υπάρχει ιστορία, οι άνθρωποι θα σκοτώνονται. Για όσους δεν είδαν την ταινία, τελειώνει με μια οικογένεια σέρβων να σκοτώνονται στο Σεράγιεβο. Ο Χάρβεϋ Κέητελ, ο κεντρικός ήρωας, κλαίει πάνω από τα πτώματα.
Το έχω γράψει για μυθιστορήματα, ας το γράψουμε και για μια ταινία: Το στόρι είναι προσχηματικό. Ενώ συνήθως το κοινωνικοϊστορικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για να μην αιωρούνται στο κενό οι ήρωες, εδώ το στόρι (ο ήρωας που ψάχνει τρία φιλμ των αρχών του αιώνα που δεν είχαν εμφανισθεί) είναι το πρόσχημα για να περιδιαβούμε στα μονοπάτια της πρόσφατης αιματηρής ιστορίας της Γιουγκοσλαβίας.
Να το επαναλάβουμε, ο Αγγελόπουλος είναι ζωγράφος-ποιητής. Τα μακρά πλάνα του έχουν σαν στόχο να μας καθηλώσουν μπροστά στην ποιητική εικόνα του. Όπως σε μια έκθεση ζωγραφικής στεκόμαστε και θαυμάζουμε έναν ένα τους πίνακες, έτσι κι εδώ ο Αγγελόπουλος μας θέλει να θαυμάσουμε ένα ένα τα πλάνα του, και γι αυτό τα τραβάει σε μάκρος.
Αγαπημένοι του πίνακες:
Οι αμφιπλεύρου συμμετρίας. Μια γέφυρα που η κάμερα την πλησιάζει αργά, κεντράροντας στη μέση της. Στα δυο προηγούμενα έργα είχαμε το κιόσκι με απέναντι τη θάλασσα, και την κάμερα να πλησιάζει πάλι σιγά σιγά, χωρίζοντάς το στα δυο σε μια κλασική συμμετρία.
Οι σκηνές πλήθους μαγεύουν τον Αγγελόπουλο. Η σκηνή στην αρχή της ταινίας με τον κόσμο να κρατάει τις ομπρέλες είναι ιδιαίτερα επιβλητική. Το ίδιο και οι δυο μεγάλες σκηνές με την κάμερα σε τράβελινγκ, η μια στο τραίνο και η άλλη στη βάρκα: στο τραίνο να παίρνει τον κόσμο μέσα στο χιόνι, στη βάρκα να παίρνει τον κόσμο στις όχθες που σταυροκοπιέται βλέποντας το κομματιασμένο άγαλμα του Λένιν, σηματοδοτώντας μια αποφασιστική καμπή στη σύγχρονη ιστορία.
Τελειώνοντας, να πούμε ότι ο Βέγγος ήταν εντυπωσιακός.
Αυτά.

Monday, March 30, 2009

Yanni World Dance

Δεν είναι υπέροχος; Ο Yanni, ο έλληνας.

Θεόδωρος Αγγελόπουλος, Αιωνιότητα και μια μέρα.

Την ταινία την είχα ξαναδεί, αλλά το είχα ξεχάσει. Το 1998 πήρε το χρυσό φοίνικα στο φεστιβάλ Καννών. Ξαναβλέποντάς τη κατάλαβα γιατί το πήρε.
Ο Αγγελόπουλος εδώ εγκαταλείπει τον άνθρωπο μέσα στην ιστορία, και μάλιστα τον Έλληνα μέσα στην ελληνική ιστορία για την οποία δεν μπορούν να ενδιαφέρονται οι ξένοι, και καταπιάνεται με τον άνθρωπο σαν υπαρξιακή οντότητα. Η ταινία δεν αποτελεί παρά ένα σχόλιο πάνω στη μοναξιά, το φόβο και το θάνατο.
Ο γερο-συγγραφέας ετοιμάζεται για ταξίδι. Η ανατροπή έρχεται λίγο αργότερα: το ταξίδι αυτό είναι το ταξίδι προς το θάνατο. Κτυπημένος προφανώς από καρκίνο, σύμφωνα με την οδηγία του γιατρού του, όταν αρχίσουν οι πόνοι θα πρέπει να πάει σε νοσοκομείο (Θυμάμαι εδώ κάτι ανάλογο με τον γιατρό-φίλο του ζευγαριού, στο «Κουκλόσπιτο» μάλλον, σίγουρα σε έργο του Ίψεν). Η μοίρα τον φέρνει κοντά σε ένα από τα παιδιά των φαναριών, ελληνάκι από τη Βόρειο Ήπειρο. Στο πιο «φλύαρο» σημείο του έργου ο ήρωας αναρωτιέται με μια σειρά «γιατί», μιλώντας στη μητέρα του που βρίσκεται σε γηροκομείο: «Γιατί πρέπει να σαπίζουμε αβοήθητοι ανάμεσα στον πόνο και την επιθυμία, γιατί έζησα τη ζωή μου στην εξορία (ε, δεν είναι εύκολο να εγκαταλείψεις ολότελα την ιστορία) και μια σειρά άλλα γιατί. «Μείνε μαζί μου», λέει ο συγγραφέας σε μια άλλη σκηνή στο βορειοηπειρωτάκι, που αυτό λέει με τη σειρά του «φοβάμαι». Πριν λίγο, με τη βοήθεια του συγγραφέα, είχε αποχαιρετήσει το φίλο του το Σελήμ που σκοτώθηκε στα φανάρια, στο νεκροτομείο. Θα κάψει τελετουργικά τα πράγματά του, με θεατές τα άλλα παιδιά.
Ο Αγγελόπουλος έχει το προσωπικό του ύφος, εύκολα αναγνωρίσιμο. Δεν είναι και πολλοί οι σκηνοθέτες που βλέποντας λίγα μόνο λεπτά φιλμ αναγνωρίζεις τον δημιουργό του. Η εμμονή με τις σκηνές πλήθους υπάρχει και εδώ, εντυπωσιακή στο κάψιμο των πραγμάτων του Σελήμ, ενώ στη σκηνή στα σύνορα, οι άνθρωποι πίσω από τα συρματοπλέγματα, με τα χέρια ψηλά στο θολό, χιονισμένο τοπίο, μοιάζουν με καρτούν.
Εντυπωσιάζει βέβαια και ο «μαγικός ρεαλισμός» του Αγγελόπουλου, που όχι μόνο δραματοποιεί τον Σολωμό δείχνοντάς τον να πληρώνει για να του φέρνουν λέξεις, αλλά στο τέλος της ταινίας τον βάζει μέσα στο ίδιο λεωφορείο με τους δυο ήρωες, στο τελευταίο δίωρο πριν χωριστούν και ο μικρός πάρει το πλοίο. Στο ίδιο λεωφορείο βλέπουμε και τη σουρεαλιστική εικόνα κάποιων μουσικών να στήνουν τα αναλόγια με τις παρτιτούρες και να παίζουν. Ο Σολωμός απαγγέλει τη «Μέρα της Λαμπρής», παραλείποντας την τελευταία φράση μετά το «γλυκιά ειν’ η ζωή». Αυτό το κάνει ο Αγγελόπουλος όχι για να κολακεύσει τον επαρκή θεατή αλλά για να την τονίσει στην απουσία της, μια και αποτελεί μια κεντρική ιδέα της ταινίας: «κι ο θάνατος μαυρίλα».
Αυτό με το Σολωμό να πληρώνει για να του φέρνουν λέξεις άγνωστές του είναι ένα εύρημα – να μην αρχίσω πάλι να ψάχνομαι όπως στο περιβόητο «ντοκιμαντέρ» για την δήθεν συνάντηση Καβάφη-Πεσσόα – που μπορεί να φαίνεται εντυπωσιακό – ο Καζαντζάκης ξέρω ότι είχε αυτή τη συλλεκτική μανία – όμως εμένα δεν μου πολυγεμίζει το μάτι. Ο Καβάφης δεν είχε τέτοιο βίτσιο. Μπορεί η άγνωστη λέξη να προσθέτει λογοτεχνικότητα σε ένα κείμενο από τη μια μεριά, από την άλλη όμως του αφαιρεί, όχι για την πιθανή αδυναμία κατανόησής της από τον αναγνώστη –τα συμφραζόμενα συνήθως βοηθούν- αλλά για την έλλειψη συνδηλώσεων που τη διακρίνει, εκτός βέβαια και αν είναι σύνθετη.
Η μουσική της Καραΐνδρου που ακούγεται σαν λυγμός είναι επίσης ένα από τα μεγάλα συν στην ταινία.
Αυτά, είναι 1.54, μια ανάγνωση για να διορθώσουμε κανένα λάθος, και μετά ύπνο.
Α, ναι, ξέχασα και για τον τίτλο. Τι είναι το αύριο, ρωτάει ο συγγραφέας σε μια αναδρομή τη γυναίκα του στο τέλος της ταινίας. Και αυτή του δίνει σαν απάντηση τον τίτλο της ταινίας: Αιωνιότητα και μια μέρα.
Αν ήταν να κάνω εγώ ένα δικό μου διάλογο για το τέλος της ταινίας, που θα ήταν πολύ πιο κοντά στην κεντρική της ιδέα, θα έλεγα –Τι είναι η ζωή; -Μια μέρα μέσα στην αιωνιότητα. Δεν θα ένιωθα υποχρεωμένος να επαναλάβω τον τίτλο της ταινίας.
Μου ήλθε στο νου όταν έβλεπα την ταινία ότι δεν μπορεί, θα υπάρχουν και άλλες ταινίες με πρωταγωνιστές έναν ηλικιωμένο και ένα παιδί. Θυμήθηκα μια: «Ο κύριος Ιμπραήμ» με τον Ομάρ Σαρίφ.
Αυτά.

Saturday, March 28, 2009

Γιόνι Γκούντμαν, Κλειστή Ζώνη

Επικολλώ e-mail του Νίκου Παπασταματίου

Ένα φιλμ κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους που ανέβηκε στο YouTube και φέρει τη σφραγίδα του βραβευμένου Εβραίου σκηνοθέτη Γιόνι Γκούντμαν (Βαλς με τον Μπασίρ) έχει προλκαλέσει κύμα αντιδράσεων στο Ισραήλ. Ο λόγος είναι ότι το 90 δευτερολέπτων φιλμάκι ευελπιστεί να περιγράψει την περιορισμένη ζωή των κατοίκων της Γάζας.Το φιλμ, που ονομάζεται «Κλειστή Ζώνη» περιγράφει την προσπάθεια ενός παιδιού που ζει στη Λωρίδα της Γάζας, να κυνηγήσει ένα πουλί η οποία είναι μάταιη καθώς ο δρόμος κλείνει συνεχώς μπροστά του...Δείτε το

Closed Zone

Thursday, March 26, 2009

Αντρέι Σβιάγκιντσεβ, Η επιστροφή (2003)

Όταν βλέπω μια ταινία δεν ξέρω εκ των προτέρων αν θα γράψω γι αυτήν. Αυτή εδώ είναι μια εξαίρεση. Μου τη σύστησε ο facebook φίλος, σκηνοθέτης κινηματογράφου που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο «Ορίζοντας γεγονότων», για να του πω τη γνώμη μου.
Ξεκινάω με τη θεωρία της πρόσληψης: Εγώ, σαν συγκεκριμένος θεατής, πώς προσέλαβα την συγκεκριμένη ταινία;
Μου αρέσουν τα αινίγματα και γι αυτό το λόγο ψοφάω για σασπένς. Και αυτά τρέφονται με γεγονότα-πυρήνες κατά την ορολογία του Ρολάν Μπαρτ, γεγονότα δηλαδή που πυροδοτούν άλλα γεγονότα, τροφοδοτώντας τα σασπένς σε μια αφήγηση.
Νυστάζω που να πάρει, είναι κοντά δυο, αύριο πρέπει να ξυπνήσω πρωί να πάω στον οφθαλμίατρο με το γιο μου, αλλά αν δεν γράψω για το έργο τώρα θα δυσκολευτώ να γράψω αργότερα. Έδωσα υπόσχεση στον εαυτό μου – την πάτησα με μια άλλη ταινία – να γράφω αμέσως μόλις βλέπω την ταινία.
Πάμε λοιπόν. Πολλά σασπένς, κι εγώ να προσπαθώ να μαντεύσω τι θα γίνει στο τέλος.
Αλλά δυο λόγια πρώτα για την υπόθεση. Ο πατέρας εμφανίζεται μετά από 12 χρόνια και παίρνει τους δυο μικρούς γιους του για ένα τριήμερο, που όμως παρατείνεται σε μια βδομάδα. Πάνε πρώτα στην εξοχή, και στη συνέχεια σε ένα νησί. Και έτσι έχουμε κάτι σαν Ροβινσώνα Κρούσο με δυο παιδιά να αντιμετωπίζει την άγρια φύση. Αβανταδόρικο σενάριο, μια και απολαμβάνουμε καταπράσινα τοπία και θάλασσα. Σε γαλήνη και σε καταιγίδα. Μόνο το βουνό λείπει. Ο μικρός γιος, ένα δειλό και φοβισμένο παιδί, κοντράρεται συνεχώς με τον πατέρα του. Λέει στον μεγαλύτερο αδελφό του ότι ο πατέρας τους θα τους σκοτώσει. Να το πρώτο σασπένς. Λειτουργεί αυτό σαν prolepse (Gerard Genette), anticipation, πρόβλεψη ή καλύτερα πρόλεξη, για το τι θα συμβεί; Αργότερα έχομε το αντίστροφο: ο μικρός κλέβει το μαχαίρι του πατέρα του και λέει στον αδελφό του ότι μ’ αυτό θα τον σκοτώσει. Διπλό σασπένς εδώ: Ποιος θα σκοτώσει ποιον;
Ειδολογικά, περιμένουμε την ένταση στις σχέσεις ανάμεσα σε πατέρα και γιο να διαδεχθεί η συμφιλίωση, ή καλύτερα ο μικρός να αποδεχθεί τον πατέρα του. Έτσι ξεφεύγω γρήγορα από το ερώτημα ποιος θα σκοτώσει ποιον και περιμένω πως θα επέλθει η συμφιλίωση.
Κάνω παρέκβαση: η στοιχειώδης δομή της αφήγησης είναι το παρακάτω σχήμα: αρχική τάξη - διασάλευση της αρχικής τάξης - αποκατάστασης της αρχικής τάξης. Ψάχνω στο διδακτορικό μου, δεν γράφω από πού το πήρα, πάντως δεν νομίζω να το επινόησα εγώ, νομίζω είναι από τον Τσβετάν Τοντόροφ. Στο συγκεκριμένο έργο η αρχική τάξη βρίσκεται εκτός πλαισίου της ιστορίας, με φωτογραφίες μιας ευτυχισμένης οικογένειας, πριν ο πατέρας φύγει. Δεν μας λέγεται γιατί, αλλά μπορούμε να εικάσουμε. Δεν μπορεί να πήγε ταξίδι που κράτησε 12 χρόνια. Το πιο πιθανό είναι να το έσκασε με τη γκόμενα, αλλά μπορεί και να ήταν φυλακή. Ο σεναριογράφος δεν θεώρησε σκόπιμο να μας το πει, γιατί φαντάστηκε ότι ο μέσος θεατής δεν θα αναρωτιόταν. Δεν είχε υπόψη του ότι υπάρχουν θεατές σαν κι εμένα.
Η διασάλευση της αρχικής τάξης επέρχεται με το που έφυγε, ενώ η επιστροφή του δημιουργεί επίσης μια μίνι διασάλευση της ισορροπίας που έχει επέλθει στο μεταξύ στην οικογένεια, που προοιωνίζει όμως την αποκατάσταση της αρχικής τάξης, όλη η οικογένεια πάλι μαζί. Και βασικό στοιχείο αυτής της αποκατάστασης είναι η αποκατάσταση των σχέσεων πατέρα και γιου.
Στην «Αντιγόνη» πώς επέρχεται αυτή η αποκατάσταση; Όχι με την αποφυλάκισή της από τον υγρό τάφο που την έκλεισε ο Κρέοντας, αφού στο μεταξύ έχει αυτοκτονήσει. Η αποκατάσταση γίνεται στο ιδεατό επίπεδο, με τις αξίες της να καταυγάζουν και τον Κρέοντα να υποφέρει μετανιωμένος για το κακό που σκόρπισε γύρω του. Με τον ίδιο ιδεατό τρόπο έρχεται και εδώ η αποκατάσταση.
Τα παιδιά ζητούν από τον πατέρα την άδεια να πάρουν τη βάρκα για ψάρεμα. Η εντολή είναι να γυρίσουν σε μια ώρα. Γυρνούν το σούρουπο. Ο πατέρας χαστουκίζει τον μεγάλο για ανυπακοή, και ο μικρός βγάζει το μαχαίρι. Είναι πολύ μικρός όμως για να τον σκοτώσει, και το βάζει στα πόδια. Ο πατέρας του τον κυνηγάει, όχι για να τον τιμωρήσει αλλά για να μη χαθεί. Ο μικρός ανεβαίνει σε ένα παρατηρητήριο και απειλεί να πέσει κάτω. Ο πατέρας του, στην προσπάθειά του να τον προλάβει, πέφτει κάτω και σκοτώνεται. Τα παιδιά τον μεταφέρουν στην βάρκα, και γυρνάνε πίσω. Πηγαίνουν στο αμάξι τα πράγματα, αλλά γυρνώντας βλέπουν να έχει παρασύρει το κύμα τη βάρκα με τον νεκρό πατέρα τους, να έχει μπάσει νερά στο μεταξύ (πώς έτσι ξαφνικά; Αλλά τώρα μόλις αναρωτιέμαι, όχι όταν είδα την ταινία) και να βουλιάζει. Ο μικρός τρέχει προς τη βάρκα φωνάζοντας σπαρακτικά: πάπα, πάπα. Η διαταραγμένη συναισθηματική σχέση αποκαθίσταται όταν το σώμα του νεκρού πατέρα βουλιάζει στο νερό. Πιο πριν είχαν βρει μια φωτογραφία στο αμάξι του πατέρα τους στην οποία ήσαν αυτοί με τη μητέρα τους, δηλωτικό για τα αισθήματά του. Αυστηρός πατέρας αλλά που τους αγαπούσε, όπως διαπιστώνουμε σε κάποια επεισόδια της ταινίας.
Υπάρχει και ένα άλυτο σασπένς (έχω εντοπίσει τέτοια άλυτα σασπένς και σε μυθιστορήματα). Ο πατέρας ξεθάβει από κάπου ένα κουτί. Δεν μαθαίνουμε τι έχει μέσα. Ένα κρυμμένο θησαυρό μήπως; Τα μυστηριώδη τηλεφωνήματα που παρέτειναν την εκδρομή είχαν σχέση μ’ αυτό το κουτί; Τα ερωτήματα αυτά βρίσκονται έξω από την οικονομία της ταινίας, και γι αυτό μόνο σε ένα περίεργο θεατή σαν κι εμένα θα μπορούσαν να δημιουργηθούν.
Το πρόβλημα της σχέσης πατέρα-γιου χάνεται πίσω από την περιπέτεια, όμως χωρίς αυτό το πρόβλημα η ταινία θα ήταν καθαρά χολιγουντιανή, καλογυρισμένη βέβαια. Δεν θα την έβαζα όμως ποτέ πάνω από την θαυμάσια ταινία του Σοκούροφ «Πατέρας και γιος». Ούτε φυσικά πάνω από το «Χρώμα του παραδείσου» του Ματζίντ Ματζίντι (Αχ, αυτός ο υπέροχος ιρανικός κινηματογράφος!), όπου βλέπουμε τον πατέρα που θέλει να ξεφορτωθεί με κάθε τρόπο το τυφλό παιδί του, αλλά όταν το παρασύρουν τα κύματα του ποταμού ορμάει απελπισμένος να το σώσει – και το σώζει. Τις παραπάνω ταινίες τις θεωρώ καλύτερες, όμως και αυτή εδώ ήταν μια πολύ καλή ταινία. Κλείνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω τον «Ορίζοντα γεγονότων» που μου τη συνέστησε. Δεν ξέρω αν θέλει να γράψει εδώ τα σχόλιά του ή στο facebook, κατ'ιδίαν.
Καλά ξυπνητούρια αύριο, δηλαδή σήμερα, είναι 3.13.

Wednesday, March 25, 2009

Συλλογικό, 7 ψυχές 7 ζωές

Συλλογικό, 7 ψυχές 7 ζωές, Εκδόσεις Χρήστου Δαρδανού, 2009

Επτά νέοι συγγραφείς, με την καθοδήγηση του Δημήτρη Βαρβαρήγου, γράφουν ισάριθμα διηγήματα με μια πλατειά θεματική.

«Επτά ψυχές επτά ζωές» είναι ο τίτλος της συλλογής επτά διηγημάτων επτά νέων συγγραφέων, που κάτω από την καθοδήγηση του Δημήτρη Βαρβαρήγου δοκίμασαν το ταλέντο τους, οι περισσότεροι για πρώτη φορά, στο λογοτεχνικό στίβο. Δεν ξέρω αν οφείλεται περισσότερο στο συγγραφικό τους ταλέντο ή στην καθοδηγητική ικανότητα του Βαρβαρήγου, πάντως το αποτέλεσμα υπήρξε άκρως ικανοποιητικό.
Πριν αναφερθούμε σε κάθε διήγημα χωριστά θα θέλαμε να μιλήσουμε για τα κοινά χαρακτηριστικά τους.
Η διάχυση στο χρόνο και τον τόπο αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό των περισσότερων από τα διηγήματα αυτά. Η αίσθηση της ιστορικότητας αλλά και η παγκοσμιοποίηση που διαχέει τον παλιό κοσμοπολιτισμό σε ευρύτερα στρώματα φαίνεται να χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους νέους αυτούς συγγραφείς. Αρχαϊκή εποχή, ελληνιστικοί χρόνοι, σταυροφορίες, αρχές του 20ου αιώνα, δεκαετία του ’50, είναι ο ιστορικός χρόνος στον οποίο διαδραματίζονται οι ιστορίες σε πέντε από τα διηγήματα της συλλογής. Στο άχρονο και άτοπο, που υποδηλώνει όμως σκηνοθετικά ένα αθηναϊκό παρόν διαδραματίζεται μόνο το τελευταίο διήγημα, ενώ το προτελευταίο διαδραματίζεται στην Τρούμπα του ’50. Το πέμπτο διαδραματίζεται στο Λονδίνο του τώρα, και το τέταρτο στην Καβαφική Αλεξάνδρεια. Τα τρία πρώτα στους τόπους που υποβάλλει η χρονολογική τους τοποθέτηση.
Αξίζει να σημειώσουμε μια δομική αρχή, που δεν ξέρω αν έγινε ηθελημένα ή τυχαία, που χαρακτηρίζει τη σειρά με την οποία εμφανίζονται τα διηγήματα αυτά στη συλλογή. Σε σχέση με το χρόνο, υπάρχει η πορεία από το απώτερο παρελθόν στο παρόν, και όσον αφορά τον χώρο, βλέπουμε μια κεντρομόλα τάση, από την περιφέρεια στο αθηναϊκό κέντρο.
Ο θάνατος αποτελεί καταλύτη αισθημάτων σε όλα τα διηγήματα, σε όλες του τις μορφές: φυσικός θάνατος, φόνος, αυτοκτονία. Άλλες φορές πυροδοτεί τη δράση, άλλες πάλι αποτελεί την κορύφωσή της.
Όμως ας καταπιαστούμε με καθένα από τα διηγήματα της συλλογής ξεχωριστά, με τη σειρά που εμφανίζονται στη συλλογή.
Και πρώτα πρώτα με το διήγημα της Χριστίνας Καμπά που φέρει τον τίτλο «Η ενοχή των πέπλων».
Το διήγημα της Καμπά διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά ενός piece bien fait (καλοκαμωμένο έργο), για να δανειστούμε τον όρο από το θέατρο. Συναρπαστική αφήγηση, διαρκές σασπένς, ανατροπές, με μια γλώσσα που ο λυρισμός της δεν πνίγει την ροή της αφήγησης αλλά την κάνει ακόμη πιο μαγευτική. Η Δωρίχα οδηγείται στην πορνεία από τη μητέρα της τη Λαΐδα και την παραμάνα της. Ένας ηλικιωμένος γιατρός την ερωτεύεται και είναι έτοιμος να τη σώσει. Και εκεί που αναμένουμε ένα happy end, σαν αυτό στο «Αναμνήσεις μιας γκέισας» του Arthur Golden, βλέπουμε την Δωρίχα να απαγάγεται από τον αδελφό της Σαπφούς που την ερωτεύεται, προλαβαίνοντας τον γιατρό. Η Σαπφώ τον αποθαρρύνει για αυτή του τη σχέση. Τελικά το αμαρτωλό παρελθόν βαραίνει, ο αγαπημένος δεν της φέρεται πια σαν να είναι η αγαπημένη του αλλά σαν μια πόρνη. Από τον εξευτελισμό αυτό τη σώζει ο θάνατος. Η ζηλιάρα Αθίς, που φοβάται μήπως πέσει στην αγκαλιά της Σαπφούς, τη σκοτώνει.
Το δεύτερο διήγημα με τίτλο «Ίμερος» αναφέρεται στον απελπισμένο έρωτα της Δρυπέτιδας για τον Αλέξανδρο το Μέγα. Όμως αυτός διάλεξε για σύζυγό του την όμορφη Ρωξάνη, και αυτή την έδωσε για γυναίκα στον αγαπημένο του φίλο, τον Ηφαιστίωνα. Ο θάνατος του Αλέξανδρου θα τη ρίξει στην πιο μαύρη απελπισία. Η Μαίρη Πίσια περιγράφει πολύ παραστατικά τον σπαραγμό στον οποίο οδηγεί ένας ματαιωμένος έρωτας. Η τελευταία σελίδα αφηγείται με λυρικά υπαινικτικό τρόπο την πορεία της ηρωίδας προς την αυτοκτονία.
Ο «Ιππότης» της Αθηνάς Ζαχαροπούλου χαραμίστηκε ως διήγημα. Αποτελείται από έξοχους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους που διακόπτονται από σύντομα πεζά. Πρόκειται για τη δραματική ιστορία ενός νεαρού άγγλου που αναγκάστηκε να πάρει μέρος στις σταυροφορίες για να χάσει στο τέλος άδοξα τη ζωή του. Συμβουλή: να ξαναγράψει η συγγραφέας το διήγημα σε στίχους.
Αλλά να δώσουμε ένα δείγμα:
Ειπώθηκαν όλα γρήγορα, με ξένες αποφάσεις
Μέσα μου όπως τις ζύγιζα, είχα ανησυχία
Όμως τριγύρω το έβλεπες πως όλοι αδημονούσαν
Κουβέντιαζαν πως για καλό θα βρούμε τον άγιο τόπο
Μας κοίταζαν με σεβασμό εμάς τους ενταγμένους.
Πόσο μακριά θα πήγαινα δεν είχα καταλάβει.
Και πότε θα είχαμε επιστροφή δεν ήξερε κανένας.
Οι στίχοι αυτοί στο κείμενο είναι συνεχόμενοι μια και πρόκειται για πεζογράφημα. Δεν κρύβονται όμως, ήδη η Ελένη Στασινού τους εντόπισε από το απόσπασμα που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στην Πετρούπολη.
Στις «Άνυδρες βιγκόνιες» της Σμαρώς Κουμεντάκη βλέπουμε τη σεξουαλική σχέση ενός ηλικιωμένου κυρίου με τον φτωχό νεαρό που εκδίδεται για να ζήσει. Και εδώ έχουμε μια αφηγηματική ανατροπή. Ενώ στις πραγματικές ιστορίες της ζωής ο σεβαστός κύριος είναι που πληρώνει με τη ζωή του αυτή τη σχέση – να αναφέρουμε μόνο την περίπτωση του Παζολίνι – εδώ βλέπουμε τον σεβαστό κύριο να σκοτώνει αγανακτισμένος τον νεαρό. Η Κουμεντάκη περιγράφει με διεισδυτικότητα τα αμφιθυμικά αισθήματα που εκτρέφουν τέτοιου είδους σχέσεις.
Ο νεότερος της παρέας, ο Κωνσταντίνος Καφρίτσας, μαθητής, στο διήγημά του «Έρωτάς μου μια Ιθάκη» εκφράζει τον θαυμασμό του για τον Καβάφη. Ο νεαρός αθηναίος πηγαίνει στην Αλεξάνδρεια για να γνωρίσει το ίνδαλμά του. Θα συναντηθούν τελικά, αλλά ένα τροχαίο ατύχημα θα βάλει τέλος στη ζωή του. Στην παραστατική αφήγηση του Καρφίτσα παρεμβάλλονται θαυμάσιοι καβαφικοί στίχοι.
Στα «Φώτα νοτισμένα» της Λίτσας Θεοδωροπούλου έχουμε μια ακόμη αφηγηματική ανατροπή. Ανατρέπεται το στερεότυπο του «κακού» νταβατζή. Ο «προστάτης» εδώ εκμεταλλεύεται τις γυναίκες του όχι για προσωπικό όφελος – δεν του μένουν λεφτά ούτε καν για τσιγάρα – αλλά για να αγοράζει φάρμακα για την αγαπημένη του την Ανθή, που έχει μείνει ανάπηρη σε καροτσάκι από το ίδιο τροχαίο ατύχημα στο οποίο σκοτώθηκαν όλοι οι δικοί της και έμεινε μόνη στον κόσμο. Ένα από τα κορίτσια που εκμεταλλεύεται ο Γιώργος θαυμάζει τη μεγαλοψυχία του. Στο τέλος θα γίνουν ζευγάρι, παρατώντας το επάγγελμα που κάνουν, σε αυτό το συγκινητικό διήγημα.
Το τελευταίο διήγημα της συλλογής που έχει τον τίτλο «Χωρίς όνομα» έχει σαν θέμα το γονιό που παράτησε τα παιδιά του και τη γυναίκα του. Η μεταμέλεια όμως έρχεται αργά. Αυτοκτονεί αφήνοντας περιουσιακά στοιχεία στο γιο του αφού μάταια ικέτευσε τη συγνώμη του. «Είναι αργά, πολύ αργά για να κοιτάξω πίσω» μονολογεί ο γιος, σχίζοντας το συμβόλαιο που του έφερε η φίλη του. Η Βάσια Τσώτσου που υπογράφει το διήγημα δεν απεικονίζει κυρίως το μίσος, αλλά την τραγικότητα του να μισείς τον ίδιο τον πατέρα σου. Είναι ένα σκληρό διήγημα, που ηχεί και σαν προειδοποίηση.
Κλείνοντας την παρουσίαση αυτή δεν έχω παρά να ευχηθώ καλή συνέχεια. Είμαι πεπεισμένος από τα δείγματα της δουλειάς των νέων αυτών ανθρώπων ότι θα ξανακούσουμε γι αυτούς.