Book review, movie criticism

Monday, July 31, 2023

Daniel Augusto, Paulo Coelho’s best story (Não Pare na Pista, 2014)

Daniel Augusto, Paulo Coelho’s best story (Não Pare na Pista, 2014)

 


  Αφού διαβάσαμε το «H Βερόνικα αποφασίζει να πεθάνει» και τα «11 λεπτά», και αφού έχουμε αρχίσει να διαβάζουμε το «Πέμπτο βουνό», αποφασίσαμε να δούμε και τη βιογραφική ταινία του Daniel Augusto «Μη σταματάς στην πίστα».

  Διάβασα βέβαια τη βιογραφία του Coelho στη βικιπαίδεια, αλλά εδώ βρήκα λεπτομέρειες.

  Το υποπτευόμουνα: ένας λόγος που οι γονείς του αποφάσισαν να τον κλείσουν σε φρενοκομείο όταν ήταν έφηβος είναι μια απόπειρα αυτοκτονίας που έκανε.

  Σκληρός ο πατέρας του, όσο κι αν ο Coelho, όπως διαβάζουμε στη βικιπαίδεια, προσπαθεί να τον δικαιολογήσει.

  Αν έλθει σπίτι μετά τις 11 το βράδυ, θα βρει την πόρτα κλειστή.

  Και τη βρήκε.

  Τον καθυστέρησε μια γκόμενα.

  Δεν ξέραμε ότι τραυμάτισε ένα παιδί οδηγώντας μεθυσμένος.

  Στο ψυχιατρείο του έκαναν ηλεκτροσόκ, μια συνηθισμένη μέθοδο θεραπείας εκείνη την εποχή.

  Το πιο φοβερό: ο εκδότης του τού αρνήθηκε τον «Αλχημιστή». Βρήκε άλλο εκδότη. Και βέβαια όταν είδε την επιτυχία του βιβλίου θα τραβούσε τα μαλλιά του που άφησε να του ξεφύγει ένα τέτοιο λαβράκι. Να μην αναφερθώ πάλι σε παρόμοιες περιπτώσεις, έχω αναφερθεί αλλού.

  Από τα καλύτερα επεισόδια, η σύλληψή του από τη βραζιλιανή Χούντα. Οι στίχοι λέει ενός τραγουδιού του (ήταν τότε στιχουργός) είχαν ανατρεπτικά υπονοούμενα.

  Και βέβαια ο σκηνοθέτης ακολουθεί τον σκηνοθετικό τρόπο με τον οποίο δίνονται οι βιογραφίες, κάνοντας πηδήματα στο χρόνο ώστε να σπάζει η μονοτονία. Ξεκινάει βέβαια με τον Coelho έφηβο, μετά τον βλέπουμε σε ώριμη ηλικία, κατόπιν δυο χρόνια πριν το γύρισμα της ταινίας, ύστερα στο προσκύνημά του στον San Diago de Compostela, και επίσης σαν στιχουργό πριν ξεκινήσει την πεζογραφική του καριέρα. Επεισόδια από τους πέντε αυτούς χρόνους εναλλάσσονται.

  Ξέχασα κάτι;

  Φυσικά, δεν είναι δυνατόν να τα θυμάμαι όλα. Αλλά στην αφηγηματική τέχνη δεν έχει τόση σημασία το πόσα θυμάσαι μετά, όσο η «απόλαυση της γραφής», εδώ της ταινίας. Και την ταινία την απόλαυσα πραγματικά.

 

Sunday, July 30, 2023

Paulo Coelho, 11 λεπτά

Paulo Coelho, 11 λεπτά (μετ. Δημήτρης Πουρνιάς), Λιβάνης 2003, σελ. 332

 


  Αφού διάβασα το «Η Βερόνικα αποφασίζει να πεθάνει» μου πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό: Μα βέβαια, πρέπει να ξαναδιαβάσω και τα «11 λεπτά», τα οποία διάβασα πριν 20 χρόνια

  Γιατί;

  Διότι κανένα άλλο βιβλίο δεν επέδρασε τόσο πολύ στη ζωή μου. Χάρη σ’ αυτό γράφω την obra maestra μου, όπως τη χαρακτήρισε ο φίλος μου ο Χρήστος. Όμως την ιστορία την έχω αφηγηθεί εκεί, δεν σκοπεύω να την αφηγηθώ εδώ.

  Ο Κοέλιο έχει μια σπάνια αφηγηματική άνεση, πράγμα που εξηγεί το εκπληκτικό τιράζ που έχουν τα βιβλία του παγκόσμια. Ίσως υπάρχει και ένας άλλος λόγος: το happy end των ιστοριών του.

  Και τα δυο αυτά βιβλία είναι εμπνευσμένα από αληθινά γεγονότα. Στο «Η Βερόνικα αποφασίζει να πεθάνει» έχει σαν θέμα τις ψυχικές αρρώστιες και τη ζωή στα ψυχιατρικά ιδρύματα, όπου είχε νοσηλευθεί και ο ίδιος τρεις φορές. Στα «11 λεπτά» έχει σαν θέμα την πορνεία.

  Όπως στο «Η Βερόνικα αποφασίζει να πεθάνει» δεν ήταν δυνατόν να καλύψει όλο το φάσμα των ψυχικών ασθενειών, έτσι και στα «11 λεπτά» δεν μπορεί να καλύψει όλο το φάσμα της πορνείας. Καλύπτει μόνο την πορνεία στα μπαρ στα οποία οι κοπέλες, κρατώντας παρέα για όχι πάνω από τρία τέταρτα στον πελάτη, πηγαίνουν μετά μαζί του σε ξενοδοχείο για άλλα τρία τέταρτα, και η αμοιβή που εισπράττουν, τα 350 φράγκα για μια ώρα, πρέπει να είναι κάπου 200 ευρώ, με την αγοραστική αξία που είχαν βέβαια πριν είκοσι χρόνια. Αυτό μπορούν να το κάνουν μέχρι τρεις φορές σε μια βραδιά. Ο Coelho δεν ασχολείται με τις κοπέλες των μπουρδέλων ούτε με τις escort.

  Ο λόγος είναι απλός: Δεν τις ξέρει, ή δεν ξέρει πολλά πράγματα γι’ αυτές. Όπως μας λέγει στο τέλος του βιβλίου είχε υπόψη του πραγματικά περιστατικά από τη ζωή των κοριτσιών στα μπαρ. Αυτήν περιγράφει, εστιάζοντας στη ζωή μιας μόνο κοπέλας, της Μαρίας, που έφυγε από την πατρίδα της τη Βραζιλία για την Ελβετία, για μια δουλειά που θα της απέφερε πολλά λεφτά. Όνειρό της ήταν να επιστρέψει στη Βραζιλία και να αγοράσει ένα αγρόκτημα.

  (Δούλευαν στο ίδιο σπίτι, κάπου τέρμα Μαιζώνος. Στη θέση του τώρα στέκει μια πολυκατοικία. Πολύ όμορφες. Δεν ξέρω αν ήταν όνειρό τους, αλλά γυρνώντας από την Κάσο όπου είχα διοριστεί ως φιλόλογος έμαθα ότι η μια παντρεύτηκε στην… και η άλλη άνοιξε ψησταριά. Αν παντρεύτηκε και αυτή θα είναι τώρα και οι δυο γιαγιάδες).

  Δεν θα μιλήσει μόνο για τις περιπέτειες που πέρασε η κοπέλα, για τη ζωή που έκανε στην Ελβετία, και βέβαια στο μπαρ. Θα μιλήσει και για το σεξ.

  Έχοντας μόλις διαβάσει το «Η Βερόνικα αποφασίζει να πεθάνει», που αποτέλεσε εξάλλου και το κίνητρο να ξαναδιαβάσω τα «11 λεπτά», δεν είχα αμφιβολία για το τέλος: είναι happy. Όπως χάπι είναι και το τέλος της κοπέλας η οποία αποτέλεσε το πρότυπο της Μαρίας. Μας λέει ότι είναι παντρεμένη με δυο παιδιά.

  Ξέρω κι εγώ μια παρόμοια ιστορία. Είναι τώρα παντρεμένη με δυο παιδιά. Μακάρι όλα να της πάνε καλά.

  Θα προχωρήσουμε στην παράθεση αποσπασμάτων, σχολιάζοντας ανάλογα.

  «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πόρνη που την έλεγα Μαρία».

  Σαν παραμύθι ξεκινάει την ιστορία του. Μόνο που, όπως είπαμε, στο πρόσωπό της συμπυκνώνονται πραγματικές ιστορίες.

  «Γλυκιά μου, καλύτερα να είσαι δυστυχισμένη με έναν πλούσιο παρά ευτυχισμένη με έναν φτωχό» (σελ. 48).

  Και πολύ καλύτερα, θα έλεγα εγώ, ευτυχισμένη με έναν πλούσιο.

  «Ανακάλυψε στο διαδίκτυο ότι οι Κούρδοι είναι από το Κουρδιστάν, μια χώρα χωρίς σύνορα, διαιρεμένη σήμερα μεταξύ Τουρκίας και Ιράκ» (σελ. 82).

  Το Ιράν το ξέχασε ο Κοέλιο. Ή μπορεί να μην το ήξερε. Πόσοι άραγε από τους αναγνώστες του το ξέρουν;

  «…πρέπει να τηρείς τρεις κανόνες. Πρώτο: μην ερωτευτείς άνθρωπο με τον οποίο συνεργάζεσαι ή κάνεις έρωτα. Δεύτερο: μην πιστεύεις υποσχέσεις και να εισπράττεις πάντα προκαταβολικά. Τρίτο: μην παίρνεις ναρκωτικά» (σελ. 91).

  Θα σχολιάσω το πρώτο. Το να ερωτευθεί μια πόρνη είναι ευλογία και κατάρα ταυτόχρονα. Ιδιαίτερα αν αυτός είναι παντρεμένος.

  «Ούτε φιλιά-το φιλί, για μια πόρνη, είναι το ιερότερο πράγμα. Η Νία της είχε μάθει ότι έπρεπε να φυλάξει το φιλί για τον έρωτα της ζωής της, όπως στο παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης» (σελ. 111).

  Το έχω διαβάσει κι άλλες φορές αυτό, ότι φιλιά δεν δίνουν στους πελάτες, μόνο στον αγαπημένο. Ξέρω όμως ότι υπάρχουν εξαιρέσεις.

  «Για την ακρίβεια, είναι σαράντα πέντε λεπτά, αλλά και πάλι, αν αφαιρέσουμε ότι πρέπει να γδυθούν, να δοκιμάσουν κανένα ψευτοχάδι, να πουν μερικές κοινοτοπίες, να ντυθούν, ο χρόνος αυτός περιορίζεται σε έντεκα λεπτά σεξ αυτό καθαυτό» (σελ. 115).

  Ένα λεπτό περισσότερο από ό,τι στα μπουρδέλα.

  Και για τους πελάτες:

  «…τους έβγαινε η ψυχή να βρίσκουν δικαιολογίες όταν γύριζαν αργά στο σπίτι…».

  Το απόσπασμα το έβαλα για να πω το ανέκδοτο.

  -Μαμά, δεν μπορώ να κοιμηθώ, πες μου ένα παραμύθι.

  -Θα σου πει ο πατέρας σου όταν έλθει σπίτι.

  -Τι παραμύθι θα μου πει μαμά;

  -Πού γύριζε τέτοια ώρα.

  «Θα μπορούσε βέβαια να συνεχίσει, αλλά δεν ξεχνούσε το θλιμμένο χαμόγελο της αόρατης γυναίκας που την είχε συνοδεύσει στον περίπατο γύρω από τη λίμνη και είχε πει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά» (σελ. 122).

  Η αόρατη γυναίκα είναι η Παναγία. Ο Πάολο Κοέλιο φλερτάρει με τον μυστικισμό, το σουφισμό, τα ανατολίτικα περίεργα.

  «Μια διαδρομή για προσκυνητές. Στο Μεσαίωνα άνθρωποι απ’ όλη την Ευρώπη περνούσαν αυτό το δρόμο με κατεύθυνση μια πόλη της Ισπανίας, το Σαντιάγκο δε Κομποστέλα. Σαντιάγο στα ισπανικά είναι ο Άγιος Ιάκωβος».

  Τη διαδρομή αυτή την έκανε και ο ίδιος ο Κοέλιο αλλά και μια τέως φίλη… έχω γράψει σχετικά στην ανάρτησή μου για το «Η Βερόνικα αποφασίζει να πεθάνει».

  Πιστεύω να ξέρετε τον Δον Ντιέγκο Βέγκα, τον επονομαζόμενο Ζορό. Πρέπει να διαβάσω και το ομώνυμο μυθιστόρημα της Ιζαμπέλ Αλιέντε.

  «Θα μου άρεσε να πιστέψω ότι είμαι ερωτευμένη. Με κάποιον που δε γνωρίζω και που δεν ήταν στα σχέδιά μου. [Τι στα σχέδιά της, την είχαν προειδοποιήσει να μην ερωτευθεί]. Όλοι αυτοί οι μήνες του αυτοελέγχου, της άρνησης του έρωτα, κατέληξαν ακριβώς στο αντίθετο: να αφεθώ να με παρασύρει ο πρώτος άνθρωπος που μου έδειξε παραπάνω προσοχή» (σελ. 150).

  Της έφεξε. Είπαμε, το μυθιστόρημα έχει happy end. Ξεχάσαμε να το πούμε, στην τριτοπρόσωπη αφήγηση εισχωρεί η πρωτοπρόσωπη, με τη μορφή ημερολογιακών καταγραφών.

  «Σήμερα θα παίξω το ρόλο της πόρνης ή της φίλης ή της συμπονετικής μητέρας…» (σελ. 161).

  Έναν από τους τρεις αυτούς ρόλους παίζει η πόρνη στα σαρανταπέντε αυτά λεπτά. Τους δυο πρώτους τους καταλαβαίνω, την τρίτο δεν τον καταλαβαίνω, που μοιάζει με αιμομιξία.

  «Οι πιο σημαντικές συναντήσεις είχαν ήδη κανονιστεί από τα πνεύματα πριν καν ιδωθούν τα σώματά τους» (σελ. 179).

  Τα πνεύματα!!! Είπαμε, ο Κοέλιο φλερτάρει με τον μυστικισμό.

  «Ο μαρκήσιος ντε Σαντ έλεγε ότι οι σημαντικότερες εμπειρίες του ανθρώπου είναι αυτές που τον φέρνουν στα άκρα. Μόνο έτσι μαθαίνουμε, γιατί αυτό απαιτεί όλο μας το θάρρος» (σελ. 191). Τάδε έφη ο μαρκήσιος ντε Σαντ και είπα να το καταγράψω.

  «… ο Ραλφ Χαρτ τα είχε όλα αυτά, πράγμα που τον έκανε να νιώθει ακόμη πιο δυστυχισμένος» (σελ. 203).

  Θυμήθηκα μια γελοιογραφία, λίγο μετά την κρίση. «Συνεδρίασε το υπουργικό συμβούλιο και αποφάνθηκε ότι το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία».

  Είναι ένας από τους μύθους που πλασάρουν οι πλούσιοι. Υπάρχουν ανάμεσά τους κάποιοι με κλινική κατάθλιψη, ώστε να στηρίξουν το επιχείρημά τους. Ωραίο επιχείρημα, για να παρηγορούνται οι φτωχοί και να μη τους ζηλεύουν.

  «Αλλά ως επάγγελμα δεν αρχίζει να οργανώνεται παρά τον 6ο αιώνα π.χ., όταν στην Ελλάδα ο νομοθέτης Σόλωνας καθιερώνει πορνεία ελεγχόμενα από το κράτος και την επιβολή φόρων για την “εμπορία σαρκός”. Οι Αθηναίοι των ανώτερων τάξεων χαίρονται, γιατί αυτό που πρώτα ήταν απαγορευμένο τώρα γίνεται νόμιμο» (253).

  Ε, δεν είναι τυχαίο που ο Σόλων χαρακτηρίστηκε σοφός, ένας από τους επτά.

  «-Πώς μπορείς να ερωτευθείς μια πόρνη;[Απορεί η Μαρία]

  -Στην αρχή, δεν το καταλάβαινα. Αλλά σήμερα, αφού το σκέφτηκα λιγάκι, πιστεύω ότι, ξέροντας πως το σώμα σου δεν θα ήταν ποτέ δικό μου, μπορούσα να επικεντρωθώ στην κατάκτηση της ψυχής σου» (σελ. 320).

  Δηλαδή να την κάνει να τον ερωτευθεί.

  Νέος ήταν, έξι χρόνια διαφορά, ήταν εύκολο να τον ερωτευθεί (το happy end που λέγαμε). Αν ήταν μεγαλύτερος, το πολύ να κέρδιζε την εμπιστοσύνη της.

  Ο Κοέλιο γράφει και για τους «ειδικούς πελάτες».

  Αυτοί έχουν διαστροφές, και πληρώνουν καλύτερα.

  Μιλάει πολύ ο Κοέλιο για τον σαδομαζοχισμό. Αυτοί καμαρώνουν σαν προνομιούχοι της ηδονής. Στην πραγματικότητα είναι απλά άτυχοι. Δεν νομίζω ότι η κορύφωση της ηδονής βρίσκεται στην τέτοια διαστροφή, αλλά σ’ αυτό που λέει η ματρόνα στον δημοσιογράφο στις «Εύθυμες πουτάνες της ζωής μου» του Μάρκες: -κοίτα μην πεθάνεις χωρίς να δοκιμάσεις τι θαύμα είναι να γαμάς από έρωτα».

  Και βέβαια, κάτι που είναι βασικό, η δυσκολία εύρεσης σεξουαλικού συντρόφου. Δεν είναι πολλές οι γυναίκες που θα ένιωθαν ηδονή να τις ξυλοφορτώνει ο σύντροφός τους κατά τη διάρκεια του σεξ.  

  Διάβασα και για το σημείο G, και θυμήθηκα αυτό που είπε η Ιζαμπέλ Αλιέντε: Το σημείο G βρίσκεται στο αυτί.

  Εν τάξει, δεν παραμυθιάζονται όλες, και αυτοί που πάνε να παραμυθιάσουν δεν έχουν όλοι τις ικανότητες του Συρανό ντε Μπερζεράκ.

  Δεν ξέρω αν θα ξαναδιαβάσω Κοέλιο, ουκέτι καιρός.

  Το παραπάνω το είχα γράψει πριν αποφασίσω να διαβάσω το «Πέμπτο βουνό», το οποίο ήδη έχω αρχίσει.

  Γιατί;

  Διότι μου είπε ο φίλος μου ο Μιχάλης, που έχει διαβάσει αρκετά του Κοέλιο, ότι αυτό του άρεσε περισσότερο.

 

 

Paulo Coelho, Η Βερόνικα αποφασίζει να πεθάνει

Paulo Coelho, Η Βερόνικα αποφασίζει να πεθάνει (μετ. Δημήτρης Πουρνιάς), Λιβάνης 1999, σελ. 322

 


  Αγνοούσα το βιβλίο, το έμαθα από ανάρτηση του φίλου μου του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη στο blog του και αποφάσισα να το διαβάσω. Μέχρι τώρα είχα διαβάσει μόνο τον «Αλχημιστή» και τα «11 λεπτά».

  Ο βιογραφισμός, το να φωτίζεις το έργο με τη βιογραφία του συγγραφέα, δεν έχει νομίζω πουθενά καλύτερη εφαρμογή από ό,τι στο έργο του Κοέλιο. Γι’ αυτό θα παραθέσουμε κάποια σημαντικά βιογραφικά του στοιχεία.

  Οι γονείς του τον έκλεισαν τρεις φορές σε ψυχιατρικό ίδρυμα, μέχρι που έγινε 20 ετών. Γράφηκε στη νομική για να ικανοποιήσει την επιθυμία των γονιών του, αλλά στο χρόνο πάνω την εγκατέλειψε και γύριζε την Ευρώπη σαν χίπις, παίρνοντας ναρκωτικά. Επιστρέφοντας στη Βραζιλία δούλεψε σαν στιχουργός. Φυλακίσθηκε από τη χούντα ως αριστερός, όχι για κάποια επαναστατική δράση αλλά για τους στίχους του που χαρακτηρίστηκαν ως αντικαθεστωτικοί. Παντρεύτηκε, και από το 1980 ζει στη Γενέβη. Εκεί τοποθετεί και την πλοκή του μυθιστορήματός του «11 λεπτά». Το 1986 περπάτησε τα 500 τόσα μίλια για το προσκύνημα του Santiago de Compostela.

  Παρεμπιπτόντως τη διαδρομή αυτή την έκανε και η πάλαι ποτέ φίλη μας στην ομάδα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Κάτια Μαρινάκη, και μας αφηγήθηκε την εμπειρία της.

  Γιατί πάλαι ποτέ.

  Φανατική αντιεμβολιάστρια, μας έφτυσε επειδή εμείς είμαστε υπέρ του εμβολιασμού.

  Ο Κοέλιο θαυμάζει τους σούφι, φλερτάρει με τον μυστικισμό, όμως δεν απαρνείται τον καθολικισμό του.

  Το αυτοβιογραφικό στοιχείο κάνει την εμφάνισή του, με το να εμφανίζεται ο Κοέλιο ενδοκειμενικά, για να αποχωρήσει όμως γρήγορα για να μιλήσει για τις περιπτώσεις τριών γυναικών και ενός νεαρού, που βρέθηκαν όλοι κλεισμένοι σε μια ψυχιατρική κλινική.

  Πριν προχωρήσω θα μιλήσω για άλλη μια φορά για τις συμπτώσεις, και ας με έχετε βαρεθεί όσοι με διαβάζετε.

  Μόλις την προηγουμένη που ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο τέλειωσα ένα teach yourself books για τα σλοβένικα. Ο κύριος λόγος που καταπιάστηκα μ’ αυτή τη μικρή γλώσσα που μιλιέται μόλις από 5 εκατομμύρια πληθυσμό είναι γιατί με έπιασε πάλι η κάβλα με τις ξένες γλώσσες, και μια σλάβικη γλώσσα είναι εύκολο να τη μάθω, σε elementary επίπεδο, μόνο να μπορώ να διαβάζω ένα απλό κείμενο, καθώς ξέρω σε ικανοποιητικό βαθμό ρώσικα. Σχεδόν ίδια γραμματική, πάρα πολλές λέξεις ίδιες ή παρόμοιες. Σκέφτηκα μετά να ασχοληθώ με τα λευκορώσικα, όμως αφενός δεν τα βρήκα και αφετέρου είδα ότι όλοι οι λευκορώσοι μιλάνε ρώσικα. Μένουν τα σλοβάκικα, που βέβαια μοιάζουν πάρα πολύ με τα τσέχικα, ίσως ασχοληθώ κάποια στιγμή μ’ αυτά.

  Το δεύτερο.

  Πέρασα ένα ωραίο τριήμερο σε ένα συνέδριο στην Πράγα. Τίτλος της εισήγησής μου «Καπετάν Καζάνης και Κριτσοτοπούλα, τα τελευταία κρητικά έπη». Ο διοργανωτής του συνεδρίου με κάλεσε να δώσω ένα κείμενο σε ένα περιοδικό τους με τίτλο «Συγκριτική Λογοτεχνία» και έστειλα το «Η πρώτη αγάπη στον Κονδυλάκη και στον Τουργκένιεφ».

  Σας έσκασα, να σας πω για τη σύμπτωση.

  Η πλοκή τοποθετείτε στην όμορφη Λιουμπλιάνα, την πρωτεύουσα της Σλοβενίας.

  Είπαμε, ο Κοέλιο μιλάει για τρεις γυναίκες και ένα νεαρό. Η Βερόνικα, ενώ έχει μια, με τα συμβατικά μέτρα, ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή, είναι ανικανοποίητη. Έτσι αποφασίζει να δώσει τέρμα στη ζωή της, παίρνοντας μεγάλη δόση ναρκωτικών.

  «Όταν απέκτησε όλα όσα επιθυμούσε στη ζωή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξή της δεν είχε νόημα, γιατί όλες οι μέρες ήταν ίδιες. Και αποφάσισε να πεθάνει» (σελ. 76).

  Αυτό θα μπορούσε να το πει κανείς κλινική κατάθλιψη, κατάθλιψη χωρίς κανένα λόγο, σε αντίθεση με την αντιδρασιακή κατάθλιψη, η οποία σχετίζεται με κάποιο λόγο, μια απώλεια, μια αρρώστια, κ.λπ. Τώρα αν είναι έλλειψη σεροτονίνης ή απλά έλλειψη νοήματος της ζωής, παίζεται. Ο ψυχίατρος θα προκρίνει το πρώτο, ο ψυχαναλυτής το δεύτερο. Ο Βίκτορ Φρανκλ είναι ο κύριος εκπρόσωπος της υπαρξιακής ψυχολογίας, συνδέοντάς τη άμεσα με το νόημα της ζωής.

  Απέτυχε να αυτοκτονήσει, επέζησε.

  Και δυο άλλα άτομα που ξέρω, επίσης απέτυχαν.

  Αν το έχετε πραγματικά σκοπό, δεν είναι ο κατάλληλος τρόπος. Μπορεί να μην πεθάνετε αλλά να πάθετε ανήκεστο βλάβη σε ένα ζωτικό σας όργανο και να ταλαιπωρείστε μια ζωή.

  Ακόμη χειρότερα: να πάθετε τέτοια βλάβη που να σας μένουν μόνο λίγες μέρες ζωής.

  Αυτή είναι η περίπτωση της Βερόνικα.

  Όχι ακριβώς, αλλά έτσι της λέει ο γιατρός.

  Νομίζοντας ότι θα πεθάνει, και μάλιστα πάρα πολύ σύντομα, το πολύ σε μια βδομάδα, θα αρχίσει μήπως να εκτιμάει τη ζωή;

  Αυτό πιστεύει ο γιατρός ότι θα γίνει, και μάλιστα γράφει μια σχετική μελέτη.

  Τώρα, τα άλλα τρία πρόσωπα.

  Η Ζέντκα έχει επίσης κλινική κατάθλιψη. Η Μαρί έχει κρίσεις πανικού. Όσο για τον Εδουάρδο, είναι σχιζοφρενικός (Θυμάμαι ένα βραζιλιάνικο σήριαλ που έβλεπα και ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες, μια γυναίκα, είχε το όνομα Εδουάρδα, Ντούντα, στο θηλυκό).

  Για το ηλεκτροσόκ ξέραμε, δεν ξέραμε όμως για το ινσουλινικό σοκ. Η ινσουλίνη προκαλούσε υπογλυκαιμικό κώμα που υποτίθεται ότι είχε θεραπευτικές ιδιότητες. Νομίζω ότι τώρα έχουν εγκαταλειφθεί.

  «Από κει που βρισκόταν, η Ζέντκα μπορούσε να δει το θάλαμο με όλα τα κρεβάτια άδεια - εκτός από ένα, που πάνω του ήταν ξαπλωμένο το δεμένο σώμα της, ενώ μια κοπέλα δίπλα του το κοίταζε τρομαγμένη. Η κοπέλα δεν ήξερε ότι οι βιολογικές λειτουργίες της γυναίκας στο κρεβάτι συνέχιζαν να εκτελούνται στην εντέλεια, αλλά η ψυχή της βρισκόταν στον αέρα, σχεδόν ακουμπούσε το ταβάνι και βίωνε μια βαθιά γαλήνη.

  Η Ζέντκα έκανε τώρα ένα αστρικό ταξίδι - κάτι που την είχε ξαφνιάσει στο πρώτο της ινσουλινικό σοκ. Δεν το είχε αναφέρει σε κανέναν, βρισκόταν εκεί μόνο για να θεραπεύσει μια κατάθλιψη και σκόπευε να αφήσει για πάντα αυτό το μέρος μόλις το επέτρεπε η κατάστασή της. Αν άρχιζε να λέει ότι είχε βγει απ’ το σώμα της, θα σκέφτονταν ότι ήταν πιο τρελή απ’ ό,τι όταν μπήκε στη «Βιλέτ». Πάντως, αφού επέστρεψε στο σώμα της, άρχισε να διαβάζει γι’ αυτά τα δύο θέματα: το ινσουλινικό σοκ και την παράξενη αίσθηση της αιώρησης στο χώρο» (σελ. 85).

  Για την «Αίσθηση εκτός σώματος» (Out of the body experience) έχω γράψει στο βιβλίο μου για την παραψυχολογία.

  Όμως ας παραθέσουμε ακόμη κάποια αποσπάσματα.

  «Η Βερόνικα ήταν σχεδόν σίγουρη ότι η ζωή τελείωνε με το θάνατο. Γι’ αυτό είχε επιλέξει την αυτοκτονία: επιτέλους ελευθερία. Αιώνια λήθη.

  Όμως, στα βάθη της καρδιάς της έμενε η αμφιβολία: Και αν υπάρχει Θεός;» (σελ. 21).

  Το σχόλιό μου:

  Το ερώτημα «υπάρχει Θεός;» είναι culture-restricted, περιορισμένο πολιτισμικά. Η δυτική κουλτούρα είναι η κουλτούρα του μονοθεϊσμού. Αν ρωτούσες έναν αρχαίο έλληνα «Υπάρχει θεός;» θα σε κοίταζε σαν ούφο. -Για ποιο θεό μιλάς, για τον Απόλλωνα, τον Άρη, τον Διόνυσο, ποιο;

  «Ένα συγκρότημα Βολιβιανών μουσικών (που βρίσκεται η Βολιβία; Γιατί δε ρωτούσαν αυτό τα άρθρα των περιοδικών;) έπαιζε μπροστά στο άγαλμα του Φραντσέ Πρεσέρεν, του μεγάλου Σλοβένου ποιητή που σημάδεψε βαθιά την ψυχή του λαού του» (σελ. 23).

  Πάνω από τις μισές εισηγήσεις στο συνέδριο που προανέφερα ήταν για τον Φραντσέ Πρεσέρεν. Είχα ψάξει τότε και στο διαδίκτυο, έμαθα πολλά γι’ αυτόν. Ξαναδιάβασα και τώρα το λήμμα της βικιπαίδειας, καθώς και μια μελέτη για το έργο για το οποίο μιλούσαν περισσότερο στο συνέδριο, «Το βάπτισμα στη Σαβίτσα», στο οποίο παρατίθενται και άφθονοι στίχοι.

  «Μια βραδιά πέρασε μπροστά από το άγαλμα του Πρεσέρεν, του μεγάλου Σλοβένου ποιητή, και άρχισε να σκέφτεται για τη ζωή της. Στα τριάντα τέσσερα χρόνια του μπήκε σε μια εκκλησία και είδε μια κοπέλα στην εφηβεία της, τη Γιούλια Πρίμιτς, την οποία ερωτεύτηκε παράφορα. Σαν παλιός τροβαδούρος άρχισε να της γράφει ποιήματα, με την ελπίδα να την παντρευτεί.

  Η Γιούλια τύχαινε να είναι θυγατέρα μεγαλοαστικής οικογένειας και -εκτός από εκείνη τη συμπτωματική συνάντηση στην εκκλησία- ο Πρεσέρεν δεν κατάφερε ποτέ πια να ξαναβρεθεί κοντά της. Όμως εκείνη η συνάντηση του ενέπνευσε τους ομορφότερους στίχους που έγραψε ποτέ και δημιούργησε θρύλο γύρω απ’ το όνομα του. Στη μικρή κεντρική πλατεία της Λιουμπλιάνας, το άγαλμα του ποιητή κρατάει τα μάτια σταθερά γυρισμένα προς μια κατεύθυνση: όποιος ακολουθήσει το βλέμμα του θα ανακαλύψει -απ’ την άλλη μεριά της πλατείας- ένα γυναικείο πρόσωπο σκαλισμένο στον τοίχο ενός σπιτιού. Εκεί κατοικούσε η Γιούλια- ο Πρεσέρεν ακόμη και μετά το θάνατο του αγναντεύει τον ανεκπλήρωτο έρωτα του στην αιωνιότητα.

  Και αν είχε προσπαθήσει λίγο παραπάνω;» (σελ. 95-96).

  Είχε κι αυτή έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, και κάποια στιγμή άρχισε να την κατατρύχει. Για τον ανεκπλήρωτο έρωτα που στοιχειώνει τη σκέψη έχω γράψει αρκετές φορές.

  Το μυθιστόρημα έχει κάτι που μου άρεσε: happy end. O νεαρός και η Βερόνικα θα γίνουν ζευγάρι, εκτός των τειχών της ψυχιατρικής κλινικής.

  Ο Κοέλιο έχει μια καταπληκτική αφηγηματική άνεση, και αυτό εξηγεί το φοβερό τιράζ που έχουν παγκόσμια τα βιβλία του. Δεν έχω χρόνο να διαβάσω και άλλα βιβλία του, όμως τα «11 λεπτά» άρχισα να τα ξαναδιαβάζω.

  Έχω τους λόγους μου.

  Είδα και την ομώνυμη ταινία (2009) της Emily Young.  

  Πάρα πολύ καλή. Και εξαιρετική στην ερμηνεία της η Sara Michelle Gellar.

  H Young ακολουθεί σχεδόν πιστά το μυθιστόρημα. Οι αλλαγές που κάνει είναι ελάχιστες. Τοποθετεί την ιστορία στις ΗΠΑ, όμως διατηρεί για την ηρωίδα τη σλοβένικη καταγωγή της. Δεν αφήνει γράμμα διαμαρτυρόμενη που πολύς κόσμος δεν ξέρει πού βρίσκεται η Σλοβενία (στα βόρεια της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας, αν τυχαίνει να μην ξέρετε ούτε σεις), θολώνοντας έτσι τα νερά για τους λόγους της αυτοκτονίας της, αλλά για την κατάσταση που επικρατεί στο χώρο της μόδας. Και βέβαια οι προσθήκες στο τέλος. Ο Κοέλιο εγκαταλείπει το ζευγάρι όταν φεύγει από την κλινική. Εδώ η Young τους δείχνει για κάμποσο ακόμη, και φυσικά να κάνουν έρωτα.

  Στην ταινία δεν ξέρουμε το κόλπο του γιατρού, το οποίο αποκαλύπτεται μόλις στο τέλος.

  Εφέ έκπληξης. Κλίνει τα μάτια και γέρνει το κεφάλι.

  Λες να αποφάσισε να δώσει unhappy end στην κινηματογραφική μεταφορά της η Young;

  Όχι, σε λίγο τη βλέπουμε να συνέρχεται. Και μετά ακούμε τον γιατρό που μιλάει για το κόλπο. Εν τάξει, θα μάθει ότι η καρδιά της είναι μια χαρά στην πρώτη εξέταση που θα κάνει σε καρδιολόγο.

  Πολύ μου άρεσε και η ταινία.