Book review, movie criticism

Monday, April 27, 2026

Kira Muratova, Among gray stones (Среди серых камней, 1983)

 Kira Muratova, Among gray stones (Среди серых камней, 1983)

 


   Η ταινία αναφέρεται στα παιδικά χρόνια του Vladimir Korolenko.

  Στο Ιράν είναι μια μεγάλη κατηγορία έργων, ταινίες με/για παιδιά, ενώ τέτοιες ταινίες είναι σχετικά σπάνιες στους κινηματογράφους άλλων χωρών.

  Όμως δεν είναι μόνο τα παιδιά. Είναι και οι «ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι», που τους έχω δει σε δυο εμβληματικές ταινίες, τη «Γειτονιά των καταφρονεμένων» του Ακίρα Κουροσάβα και «Κάτω από το σεληνόφωτο» του Seyyed Reza Mir-Karimi.

  Ζουν σε ένα παραιτημένο, ετοιμόρροπο αρχοντικό, ενός κόμη, αλλά οι αρχές θέλουν να τους διώξουν.

  Επίσης σε μια εγκαταλειμμένη εκκλησία.

  Οι γκρίζοι τοίχοι της εγκατάλειψης.

  Κάποιοι έχουν μικρές έως μεγάλες ψυχολογικές διαταραχές. Και όλοι έχουν το πρόβλημα του άρτου αυτών τον επιούσιον, για τον οποίο ο μεγαλοδύναμος είναι αρκετά φειδωλός.

  Και τα παιδιά;

  Αυτά δεν γνωρίζουν ταξικές διαφορές.

  Ο πατέρας του Κορολένκο, αυστηρός αλλά δίκαιος δικαστής, συχνά πονόψυχος, δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα για τον μικρό του γιο και την μικρή του κόρη, όλη του η φροντίδα ήταν για τη γυναίκα του την οποία υπεραγαπούσε. Και όταν πέθανε, βυθισμένος στη θλίψη του, δεν μπορούσε να νοιαστεί για τα παιδιά του.

  Ο μικρός Κορολένκο θα γνωριστεί με τα δυο παιδιά που μένουν στην εκκλησία. Ο πατέρας τους αγωνίζεται να τους εξασφαλίσει τον επιούσιο. Όμως φάρμακα; Η μικρή είναι άρρωστη, έχει συχνά πυρετό.

  Ο μικρός Κορολένκο θα τους προσφέρει τα μήλα που κρατάει στις τσέπες του, στην πρώτη τους συνάντηση. Αλλά και μετά.

  Θα πιάσει φιλίες μαζί τους.

  Θα δούμε τα τρία παιδιά να παίζουν ξένοιαστα και ευτυχισμένα στους αγρούς.

  Τα παιδιά δεν γνωρίζουν ταξικές διαφορές.

  Θα κλέψει μια από τις κούκλες της αδελφής του για να την πάει στην καινούρια του φίλη.

  Ο πατέρας της θα την επιστρέψει, μετά το θάνατο της μικρής.
  Δυο ατάκες από την ταινία: -Δεν φοβάμαι το νεκροταφείο, η μητέρα μου είναι εδώ.

  Ούτε και εγώ.

  Τη μέρα της κηδείας της πήγα 11 η ώρα το βράδυ στο νεκροταφείο και κάθισα κάπου κανένα μισάωρο στον τάφο της. Ήθελα να την αποχαιρετήσω κατά μόνας.

  Κανένα φάντασμα δεν με ενόχλησε.

  Έγραψα για αυτό ένα διήγημα με τίτλο Requiem, 18 χρόνια μετά, όταν πέθανε ο πατέρας μου.

  Και η δεύτερη:

  Η αγάπη περιορίζει την ελευθερία.

  Ο πατέρας Κορολένκο θα ένιωθε πιο «ελεύθερος», λιγότερο θλιμμένος, αν δεν αγαπούσε τόσο τη γυναίκα του.

  Πολύ με συγκίνησε αυτή η ταινία.

  Το 6,8 μου φάνηκε πολύ λίγο, εγώ έβαλα 9.

  Κοιτάζω την ιστοσελίδα μου ευρετήριο των αναρτήσεων στο blog μου για ταινίες (https://babisdermitzakis.eu/movie%20criticism.html ) μήπως έχω γράψει για άλλη ταινία της Μουράτοβα.

  Δεν βρήκα τίποτα.

  Είναι πολύ σύντομη η ζωή, δεν μπορούμε να διαβάσουμε όλα τα βιβλία που θα θέλαμε να διαβάσουμε, να δούμε όλες τις ταινίες που θα θέλαμε να δούμε.

  Για κάποιους άλλους: Να κάνουν όλα τα ταξίδια που θα ήθελαν να κάνουν, να επισκεφτούν όλους τους τόπους που θα ήθελαν να επισκεφτούν.

Sunday, April 26, 2026

Tomu Uchida, Hero of the Red Light district (1960)

 Tomu Uchida, Hero of the Red Light district (1960)

 


  Ευκαιρία να το ξαναγράψω: Για μένα το σενάριο, το στόρι, είναι πιο σημαντικό από τη σκηνοθεσία. Από περιέργεια κοίταξα ποιος έγραψε το σενάριο της ταινίας και είδα ότι ο Toshikata Yoda που το υπογράφει έγινε διάσημος για τις συνεργασίες του με ένα από τους κορυφαίους τρεις του Ιαπωνικού κινηματογράφου, τους οποίους είδα πακέτο, τον Κέντζι Μιτζόγκουτσι.

  Πρόκειται για ταινία εποχής, που η πλοκή της δηλαδή εκτυλίσσεται πριν το 1868 με την αποκατάσταση του αυτοκράτορα Meiji (μέχρι τότε ήταν διακοσμητικός, την πραγματική εξουσία την είχε ο σογκούν).

  Αυτός, γόνος πλούσιας οικογένειας τον οποίο εγκατέλειψαν μωρό γιατί είχε ένα μεγάλο σημάδι στο δεξί του μάγουλο, μαζί με ένα πανάκριβο ξίφος για την πληρωμή της ανατροφής του. Το βρήκε μια πολύ πλούσια οικογένεια και αποφάσισε να το κρατήσει, γιατί σαν εκείνη τη μέρα πέθανε το δικό τους μωρό.

  Κληρονόμησε την επιχείρηση του θετού του πατέρα, υφαντουργείο. Όλοι οι υπάλληλοί του τον υπεραγαπούν.

  Θέλει να παντρευτεί αλλά δεν βρίσκει νύφη, εξαιτίας αυτού του σημαδιού που έχει στο μάγουλο.

  Κάποιοι φίλοι του τον παρασύρουν στην «Περιοχή με τα κόκκινα φώτα», όμως ούτε οι γκέισες τον θέλουν.

  Τελικά θα τον πάρει μια που δεν είναι γκέισα, είναι μια κατάδικος.

  Αλήθεια, ποιο είναι το έγκλημά της;

  Δεν λέγεται στην ταινία.

  Ρωτάω το perplexity.

  Η απάντησή του:

  «Δεν πρόκειται για ποινικό έγκλημα (π.χ. φόνο), αλλά για κοινωνική/οικονομική καταδίκη: Στην Ιαπωνία του Edo, οι φτωχοί αγρότες δέσμευαν κόρες τους σε οίκους ανοχής ως εγγύηση δανείων – μια νόμιμη, αλλά εξευτελιστική μορφή δουλείας. Η Tsuru, ως "μισθωτή αγρότισσα πόρνη", δεν έχει ελευθερία· πρέπει να εξοφλήσει το χρέος πριν "αποφυλακιστεί" και γίνει tayu».

  Το ρώτησα τι σημαίνει tayu.

  «Μια χαμηλότερης θέσης γκέισα ή street prostitute (όπως η Tsuru/Tamatsuru στην ταινία) έπρεπε να ανέβει βαθμούς (shinzo → koma → koshi → sancha → tayu) μέσω πελατών, εκπαίδευσης και χρημάτων για να γίνει tayu».

  Την ερωτεύεται.

  Θέλει να την παντρευτεί.

  Αυτή του λέει, να γίνει πρώτα tayu.

  Θέλει να εκδικηθεί τις άλλες γκέισες που την έβλεπαν περιφρονητικά.

  Ο Jirozaemon θα χρηματοδοτήσει την εκπαίδευσή της. Θα μάθει να παίζει Koto, το γιαπωνέζικο σαντούρι, και να χορεύει. Παρεμπιπτόντως, είδαμε και τον πιο γνωστό χορό καμπούκι, το χορό του λιονταριού, που φαίνεται είναι πολύ αγαπητός.

  Πέφτει χιόνι, καταστρέφονται οι θάμνοι από τους οποίους τρέφονται οι μεταξοσκώληκες. Έχει οικονομικό πρόβλημα; Να προλάβουν να τον ξεζουμίσουν πριν την πτώση του.

  Το αφεντικό της υπαγορεύει το γράμμα που θα του στείλει: πρέπει οπωσδήποτε να πληρώσει την τελετή για την ανάδειξή της σε tayu. Υπάρχει και ένας πελάτης, έμπορος σακέ (ανύπαρκτος φυσικά) που θέλει να την αγοράσει. Αν την θέλει πραγματικά θα πρέπει να προλάβει να την αγοράσει.

  Το πανάκριβο ξίφος του (οι θετοί γονείς του δεν το πούλησαν τελικά) δεν θέλει κανείς να το αγοράσει. Είναι από κάποιον κατασκευαστή που θεωρείται γρουσούζης.

  Αποφασίζει να αυτοκτονήσει όταν μαθαίνει την πλεκτάνη.

  Όμως αλλάζει γνώμη.

  Παίρνει το σπαθί και πηγαίνει στην περιοχή με τα κόκκινα φώτα, τότε που γίνεται η τελετή-παρέλαση για την ανάδειξη της Tsuru σε Tayu.

  Θα σκοτώσει τον ιδιοκτήτη του οίκου, όμως στόχος του είναι αυτή. Πριν την προλάβει καθώς εκείνη προσπαθεί να ξεφύγει θα σκορπίσει τον θάνατο στους γύρω του, στο γνωστό μοτίβο που το είδαμε πρόσφατα και σε κινέζικες wuxu ταινίες, μόνος εναντίον όλων. Την προλαβαίνει, τη σκοτώνει, και μετά συνεχίζει το φονικό, καθώς οι άλλοι προσπαθούν να τον εξουδετερώσουν.

  Να παραθέσω πάλι ένα απόσπασμα από το perplexity:

  «Λέγοντας "να γίνω tayu πρώτα", η Tsuru εκμεταλλεύεται τον αφελή ήρωα: αρνείται γάμο εκτός αν φτάσει στην κορυφή (εκδίκηση κατά των "ανώτερων" και εύκολο χρήμα από αυτόν), δείχνοντας τον κυνισμό της πίσω από την ψεύτικη τρυφερότητα. Είναι κλασική ανατροπή του kabuki θεατρικού αρχετύπου (Kagotsurube), όπου η "σωτηρία" γίνεται καταστροφή».

  Δεν είδα στη βιβλιογραφία μου ότι υπήρχε αυτό το μοτίβο (αρχέτυπο το λέει το perplexity) στο λαϊκό θέατρο Καμπούκι, τότε που έγραφα το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας».

  Δεν μου άρεσε το σενάριο. Η συμπάθεια για την καημένη την Tsuru μετατρέπεται σε αντιπάθεια, εξαιτίας αυτής της επιμονής της να εκδικηθεί. Είχε αρνηθεί την πρόταση του Jirozaemon να την αγοράσει και να παντρευτούν, όχι, ήθελε να γίνει πρώτα tayu και μετά να παντρευτούν.

  Για να εκδικηθεί.

  Και βέβαια η πρακτική, φτωχοί γονείς να πουλάνε τα παιδιά τους σαν γκέισες, συνεχίστηκε και στην μεταγενέστερη εποχή. O Kenzi Mizoguchi δεν συγχώρησε ποτέ τους γονείς του που πούλησαν την αδελφή του σαν γκέισα. Έτρεφε μεγάλη αγάπη για τις γκέισες, και μάλιστα συνέζησε με μια από αυτές.

Baltasar Kormákur, APEX (2026)

 Baltasar Kormákur, APEX (2026)

 


  Το έβλεπε μια φίλη μου και είπα να το δω.

  Τα θρίλερ βέβαια δεν είναι στην κορυφή των προτιμήσεών μου, όμως όταν η πλοκή διαδραματίζεται στην άγρια φύση, ψηλές βουνοκορφές με βραχώδεις πλαγιές, πυκνά δάση, ορμητικά ποτάμια, ε, τότε μου αρέσουν.

  Η Σαρλίζ Θερόν, πάντα όμορφη στα πενήντα της, νιώθει ενοχές. Ο σύζυγός της της έλεγε να σταματήσουν τις αναρριχήσεις, αυτή όχι. Όταν κάποια στιγμή αυτός ξέφυγε από τον βράχο τον οποίον ανέβαιναν, δεν είχε άλλη επιλογή. Ή θα τον άφηνε, ή θα την παράσερνε και αυτήν στην πτώση του.

  Αλλάζει σπορ: με βάρκα, περνάει ορμητικά ποτάμια. Το vivere pericolosamente δεν λέει την εγκαταλείψει.

  Εκεί συναντάει τον κακό. Ψυχοπαθής, έχει σκορπίσει το θάνατο. Τα θύματά του αγνοούνται.

  Πώς θα του ξεφύγει;

  Στα θρίλερ έχουμε σασπένς τι πώς (θα φτάσουμε στο happy end το οποίο είναι δεδομένο, γιατί ο καλός θα ξεφύγει και ο κακός θα τιμωρηθεί).

  Και βέβαια αυτό το πώς δεν θα το αποκαλύψω, η ταινία είναι καινούρια, στην πλατφόρμα του Netflix.

  Και εδώ βλέπουμε επίσης μια κλασική μορφή ανατροπής. Αυτός που φαίνεται καλός τελικά δεν είναι, ενώ αυτοί που φαίνονται κακοί, δεν είναι. Στη συγκεκριμένη ταινία υπήρξαν μάλιστα θύματα του κακού.

  Εντυπωσιακές αυτές οι αναρριχήσεις. Βέβαια εδώ είναι εκ του ασφαλούς, όμως έχω δει σχετικό ντοκιμαντέρ που οι αναρριχήσεις ήταν αυθεντικές, όχι εκ του ασφαλούς.

  Το 6,2 την αδικεί, εγώ έβαλα 7.

 

Saturday, April 25, 2026

Qais Al-Zubaidi, Far from the homeland (1969)

 Qais Al-Zubaidi, Far from the homeland (1969)

 


  Σε ένα στρατόπεδο προσφύγων κοντά στη Δαμασκό ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί, σε αυτό το ενδεκάλεπτο φιλμ, παιδιά που παίζουν. Πήρε και «συνέντευξη» από κάποια. Στη συνέχεια τους έδειξε τις σκηνές που είχε τραβήξει και τα παιδιά έμειναν κατενθουσιασμένα.

  Τα θαύμασα αυτά τα παιδιά.

  Είχαν όνειρα.

  Θέλω να γίνω γιατρός.

  Θέλω να γίνω δάσκαλος.

  Ενώ εμείς στην ηλικία τους:

  Εγώ: να γίνω αγροφύλακας.

  Ο φίλος μου ο Γιάννης: Να γίνει ηλεκτρολόγος.

  Ο φίλος μου ο Αντώνης: Να γίνει χωροφύλακας.

  Τι να έγιναν άραγε αυτά τα παιδιά; Ικανοποίησαν τα όνειρά τους;

Charlie Kaufman, How to shoot a ghost (2025)

 Charlie Kaufman, How to shoot a ghost (2025)

 


  Ας ξεκινήσουμε με τον τίτλο: αμετάφραστος, καθώς περιέχει το εφέ της δισημίας: shoot, πυροβολώ, και shoot, κινηματογραφώ.

  Μετά τη «Συνεκδοχή» την οποία είδα πριν 17 χρόνια και για την οποία διάβασα ότι υπάρχει ειδική ιστοσελίδα που την αναλύει γιατί είναι εντελώς ακαταλαβίστικη, είπα δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναδώ Κάουφμαν. Όμως ο φίλος μου ο Γιάννης διάβασε μια ενθουσιαστική κριτική για το How to shoot a ghost και μου ζήτησε να τη δούμε.

  Είπα να μην του χαλάσω το χατίρι.

  Δεν με απογοήτευσε όπως φοβόμουνα, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι μόλις 27 λεπτών. Δεν περίμενα να δω μια ιστορία, μια «πράξη σπουδαία και τελεία» όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, δηλαδή μια συναρπαστική ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, και έτσι δεν απογοητεύθηκα. Την είδα σαν ένα slide show, μόνο που εδώ δεν έχουμε εικόνες αλλά reels, πλάνα.

  Είδαμε και τον κινηματογράφο Στούντιο, σε ένα πλάνο.

  Και βέβαια υπάρχει ο υποτυπώδης αφηγηματικός ιστός. Η Ανθή και ο Ρατέμπ, που μόλις έχουν πεθάνει, περιπλανούνται στους δρόμους της Αθήνας. Σαν φαντάσματα που είναι κανείς δεν τους παίρνει χαμπάρι, ούτε καν την polaroid που κουβαλάει η Ανθή.

  (Η πρώτη φωτογραφική μηχανή που αγόρασα, όταν γεννήθηκε ο γιος μου, για να τον βγάζουμε φωτογραφίες. Τις φωτογραφίες που έχω των γονιών μου της έβγαλα με τη φωτογραφική μηχανή της Ελένης. Τώρα μη με ρωτήσετε ποιας Ελένης, και δεν κρατηθώ και σας απαντήσω χυδαία. Είμασταν φτωχοί εκείνη την εποχή, και εγώ και οι φίλοι μου, δεν θυμάμαι κανένα τους να είχε φωτογραφική μηχανή).

  Μια αφηγήτρια μας αφηγείται κάποια πράγματα για τη ζωή τους, τότε που ήσαν ζωντανοί.

  Μια ατάκα, από τις παλαβές του Κάουφμαν: Στην πόλη, το χρώμα της αλήθειας αλλάζει όπως το χρώμα ενός φαντάσματος στο φως.

  Αυτή όμως όχι, είναι μια ωραία μεταφορά: Οι άνθρωποι δεν είναι τίποτα παρά γραμμές πάνω σε χαρτί, και μας έχουν γράψει in water. Ρώτησα το perplexity πώς θα μου το μετάφραζε, είχα κολλήσει στο in water, δεν με ικανοποίησε η μετάφραση, το νόημα όμως είναι σαφές. Και τελικά δεν είναι ακριβώς του Κάουφμαν, την εμπνεύστηκε από το επίγραμμα στον τάφο του John Keats, στη Ρώμη: Here lies one whose name was writ in water». Εκφράζει την ευθραυστότητα, την παροδικότητα της ύπαρξης.

  Βλέπουμε και αρχειακό υλικό, όπως γερμανούς στρατιώτες στην Ακρόπολη, με την Ανθή να σχολιάζει: Τα μάρμαρα φαγώθηκαν από τη μόλυνση γιατί κανείς δεν νοιάζεται.

  Και αυτή η ατάκα δεν είναι καθόλου παλαβή.

  Η Ανθή δεν φωτογραφίζει μόνο ζωντανούς αλλά και άλλα φαντάσματα σαν αυτούς.

  Καθώς έχω γράψει ένα βιβλίο για την παραψυχολογία, το πρώτο μου, ξαφνικά αναρωτήθηκα: Έχει γούστο!!!

  Τελικά την ταινία την απολαμβάνεις σαν ονειρικά πλάνα, με την κάμερα να παίζει συχνά με το φως δημιουργώντας μια σουρεαλιστική ατμόσφαιρα.

  Όχι πάντα.

  Βλέπουμε και ένα μπουζουξή να παίζει το μπουζούκι του.

  Δεν θυμάμαι αν ήταν από τους ζωντανούς ή από τους πεθαμένους.

  Το ότι η «πλοκή» διαδραματίζεται στην Αθήνα κάνει την ταινία πιο ενδιαφέρουσα για μας τους έλληνες.

  Το 6,4 που έχει δεν με εξέπληξε.

Friday, April 24, 2026

Francesco Sossai, Ένα τελευταίο για το δρόμο (Le città di pianura, 2025)

 Francesco Sossai, Ένα τελευταίο για το δρόμο (Le città di pianura, 2025)

 


  Από χθες στους κινηματογράφους

  Ας ξεκινήσουμε από αυτό: εμείς λέμε “βίβα το πρώτο” — που φυσικά δεν είναι ποτέ το πρώτο. Οι Κινέζοι λένε 最后一杯, (zuihou yi bei) “το τελευταίο ποτήρι” — που επίσης δεν είναι ποτέ το τελευταίο. Οι Ιταλοί λένε un ultimo per la strada — ένα τελευταίο για τον δρόμο, που δεν είναι ποτέ το τελευταίο πριν φύγουν.

  Ας το πω από τώρα: η ταινία δεν μου άρεσε, όχι γιατί είναι κακή, εξάλλου έχει 7,2 βαθμολογία, αλλά απλά αυτές οι road movie δεν είναι του γούστου μου. Αλλά έπρεπε να γράψω κάτι για την ταινία, και επειδή βαριέμαι να ανασυνθέτω την πλοκή, και ο σύνδεσμος της βικιπαίδειας δεν γράφει τίποτα, επιστράτευσα το chatgtp να μου τη δώσει. Είναι αυτή εδώ, με μικροαλλαγές που έχω κάνει.

  Η ταινία Le città di pianura (Οι πόλεις της πεδιάδας) ακολουθεί μια σχετικά απλή πλοκή. Είναι ένα road movie, αλλά χωρίς σασπένς, όμως με κάποια, χιουμοριστικά τα περισσότερα, απρόοπτα.

  Δύο άντρες γύρω στα πενήντα, ο Καρλομπιάνκι και ο Ντοριάνο, ζουν μια άστατη και σχεδόν εφηβική ζωή: χωρίς χρήματα, χωρίς σταθερή κατεύθυνση, περνούν τις νύχτες τους πηγαίνοντας από μπαρ σε μπαρ, κυνηγώντας το «τελευταίο ποτό» σαν να είναι ένα είδος τελετουργίας που δίνει νόημα στην ύπαρξή τους.

  Μια νύχτα, κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας περιπλάνησης με το αυτοκίνητο μέσα στην επίπεδη επαρχία του Βένετο, συναντούν τυχαία τον Τζούλιο, έναν νεαρό και μάλλον συνεσταλμένο φοιτητή αρχιτεκτονικής και τον παρασύρουν στις περιπλανήσεις τους-και στο ποτό, φυσικά.

  Σχεδόν πάντα είναι μεθυσμένοι.

  Οι γνώσεις της αρχιτεκτονικής του Τζούλιο θα είναι αιτία να αποκτήσουν κάποια χρήματα «για το δρόμο». Αυτοί τον μπάζουν στα μυστικά του πληρωμένου έρωτα, όμως αυτό το βλέπουμε εντελώς ελλειπτικά.

  Μια στενή σχέση αναπτύσσεται, που όμως κάποτε θα είχε ένα τέλος, ο Τζούλιο πρέπει να επιστρέψει στο σπίτι του.

  Το πόσο στενή έγινε αυτή η σχέση φαίνεται από τα τελευταία πλάνα.

  Που φυσικά δεν θα σας τα αποκαλύψω.

  Τελικά δεν έκανα μικροαλλαγές όπως είχα σκοπό, αλλά μεγάλες αλλαγές, περικοπές και προσθήκες.

  Αν αποφασίσετε να δείτε την ταινία, ελπίζω να σας αρέσει.

Brandt Andersen, Η περίπτωση των ξένων (I was a stranger, 2025)

 Brandt Andersen, Η περίπτωση των ξένων (I was a stranger, 2025)

 


  Από χθες στους κινηματογράφους

  Έχω μιλήσει για τις ειδολογικές μου προτιμήσεις, αλλά και για τις θεματικές. Με συγκινεί η μοίρα των σημερινών «Κολασμένων της γης», των λαθρομεταναστών. Και αυτό ακριβώς είναι το θέμα της ταινίας.

  Είναι χωρισμένη σε «κεφάλαια».

  Το πρώτο είναι ο εμφύλιος στη Συρία.

  Οι κυβερνητικοί, μπααθιστές, κατηγορούσαν τους αντιπάλους τους ως σιωνιστές.

  Μα είναι δυνατόν;

  Ρώτησα το perplexity: όχι, ήταν για να τους δυσφημίσουν.

  Επίσης μου είπε ότι σήμερα στη Συρία γίνεται μύλος. Είναι κατακερματισμένη, με τους μπααθιστές να μην ελέγχουν εδάφη αλλά να ασκούν επιρροή. Η ισλαμική κυβέρνηση δεν ελέγχει καν απόλυτα την Δαμασκό.

  Οι συγκρούσεις δεν έχουν σταματήσει, και η εισροή προσφύγων είναι συνεχής. Βόμβες, συμπλοκές, τραυματίες, καλύπτουν το πρώτο «κεφάλαιο».

  Στα επόμενα κεφάλαια μεταβαίνουμε σε στρατόπεδο προσφύγων στην Τουρκία. Εκεί δρουν οι διακινητές, και έναντι αδρής αμοιβής μεταφέρουν τους πρόσφυγες στην Ελλάδα.

  Τα τελευταία δύο «κεφάλαια» είναι συγκλονιστικά: η μετάβαση στη βάρκα, και η διάσωση από την ελληνική ακτοφυλακή. Σ’ αυτό το τελευταίο κεφάλαιο ακούμε μόνο ελληνικά.

  Είναι μια ταινία συγκλονιστική. 

  Και όχι μόνο για μένα.

  8,3 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 9.

Thursday, April 23, 2026

Mario Martone, Γυναίκες έξω (Fuori, 2025)

 Mario Martone, Γυναίκες έξω (Fuori, 2025)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Η ταινία είναι βιογραφική. Βασίζεται στη ζωή της Ιταλίδας συγγραφέως Goliarda Sapienza (1924-1996) και εστιάζει κυρίως σε ένα καθοριστικό επεισόδιο της ζωής της, την φυλάκισή της.

  Η ιστορία ξεκινά στη Ρώμη, στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η Γκολιάρντα, μια διανοούμενη και συγγραφέας που δυσκολεύεται να βρει αναγνώριση, ζει σε οικονομική και ψυχολογική πίεση. Σε μια στιγμή απόγνωσης και παρόρμησης, διαπράττει μια μικροκλοπή — αφαιρεί κοσμήματα από ένα σπίτι — και τελικά συλλαμβάνεται.

  Οδηγείται στη φυλακή, όπου έρχεται σε επαφή με έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από τον δικό της: γυναίκες από λαϊκά στρώματα, με σκληρές ζωές, παραβατικότητα, αλλά και έντονη αίσθηση αλληλεγγύης. Στην αρχή η Γκολιάρντα είναι αποστασιοποιημένη, παρατηρητική, σχεδόν σαν να μελετά αυτό το περιβάλλον. Σταδιακά όμως δημιουργεί σχέσεις, ιδιαίτερα με δύο νεαρές συγκρατούμενες, με τις οποίες αναπτύσσει έναν ισχυρό δεσμό.

  Αποφυλακίζεται, όμως η φιλία με αυτές τις δυο συγκρατούμενές της διατηρείται. Η σχέση τους δοκιμάζεται από εντάσεις, ζήλια και διαφορετικές προσδοκίες, αλλά παραμένει βαθιά συναισθηματική. Τις εμπειρίες της, εντός και εκτός φυλακής με τις συγκρατούμενές της (πλάνα στη φυλακή εναλλάσσονται με πλάνα εκτός) τις καταθέτει σε δυο βιβλία της. Όμως το αριστούργημά της, «Η τέχνη της χαράς», που απορρίφτηκε από ιταλούς εκδότες, θα εκδοθεί στα γαλλικά χάρη στην επιμονή και τις ενέργειες του συζύγου της και θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία. Στα ιταλικά θα εκδοθεί το 2008, 32 χρόνια μετά τη συγγραφή του.

  Το 6 στο IMDb την αδικεί κατάφορα. Εγώ έβαλα 7.

  Ξεχάσαμε να το γράψουμε, στο ρόλο της Sapienza είναι η ελληνικής καταγωγής (από τη μητέρα της) Valeria Golino. Και η ερμηνεία της είναι εξαιρετική.

Wednesday, April 22, 2026

Dang Thai Hyuen, Red rain (2025)

 Dang Thai Hyuen, Red rain (2025)

 


  Η ταινία αναφέρεται σε ένα πραγματικό γεγονός, την υπεράσπιση μιας οχυρωμένης βουνοκορφής. Ο λόγος; Εκείνη την ώρα διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για συμφωνία ειρήνης στο Παρίσι, και έπρεπε πάση θυσία να κρατηθεί, ως ισχυρό χαρτί στις διαπραγματεύσεις.

  Μου αρέσουν οι πολεμικές ταινίες, και αυτή εδώ ήταν εντυπωσιακή. Δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε την αυτοθυσία των βοριοβιετναμέζων στρατιωτών. Οι απώλειες που είχαν ήταν τεράστιες.  

  Όπως σε κάθε πολεμική ταινία, υπάρχει και εδώ το romance. Που όμως δεν θα ολοκληρωθεί, καθώς ο αγαπημένος σκοτώνεται, παίρνοντας μέρος σε μια ομάδα αυτοκτονίας, για να διευκολύνουν την αποχώρηση των δυνάμεών τους. Θυμάμαι μια ανάλογη ταινία, την «Κινέζα χήρα» (2017) του Bille August, που είχε ανάλογο unhappy end. Σ’ αυτήν είναι η γυναίκα που σκοτώνεται, όχι ο άντρας.

  Στη συμφωνία που υπεγράφη, οι αμερικανοί έπρεπε να αποχωρίσουν. Δεν ήταν δικός τους ο πόλεμος. Και πράγματι αποχώρισαν το 1973. Ο πόλεμος έληξε με την άνευ όρων παράδοσης του Νότιου Βιετνάμ το 1975. Δεν πήγαν χαμένες οι θυσίες των βορειοβιετναμέζων, σκληρό τίμημα για τη νίκη τους.

  Αυτό που με εντυπωσίασε είναι ότι, τελικά, όλοι οι ασιάτες έχουν μανία με τις πολεμικές τέχνες. Πάρα πολλές σκηνές ήταν συμπλοκές σώμα με σώμα. Στο τέλος μάλιστα, ο νοτιοβιετναμέζος ρίχνει κάτω το πιστόλι του για να αγωνιστεί σώμα με σώμα με τον βορειοβιετναμέζο.

  Εξαιρετική ταινία, το 7,6 της βαθμολογίας της δεν τα λέει όλα: όλα τα λέει το ότι ήταν η βιετναμέζικη ταινία με τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία που υπήρξε ποτέ.  

  Έσπασα πλάκα με το παρακάτω που διάβασα στη βικιπαίδεια: It was selected as the Vietnamese entry for Best International Feature Film at 98th Academy Awards, and was not nominated.

  Σιγά μην προκρινόταν, η βιετναμέζοι το ήξεραν πολύ καλά όταν την έστειλαν. Μάλλον την έστειλαν για να χλευάσουν τους αμερικάνους.

  Τότε οι αμερικάνοι ξεμπέρδεψαν αφήνοντας όμως πίσω τους χιλιάδες νεκρούς, και δικούς τους και βιετναμέζους.

  Το ίδιο χουνέρι δεν έπαθαν και στο Αφγανιστάν;

  Και το μεγάλο σασπένς: Πώς θα εξελιχθεί η σύγκρουση με το Ιράν;

Mohammad Hamzei, Azar (2017)

 Mohammad Hamzei, Azar (2017)

 


  Εν όψει της προβολής της ταινίας του Hamzei «Ο αρχηγός» στο Στούντιο και στο Αθήναιο στις 30 Απριλίου.

  H Αζάρ (που σημαίνει φωτιά στα ιρανικά) μου θύμισε την «Σάρα» (1993) του δολοφονημένου Dariush Mehrjui, μεταφορά της Νόρας («Κουκλόσπιτο») του Ίψεν.

  Ο άντρας της μαζί με τον ξάδελφό του στήνουν μια επιχείρηση, εστιατόριο με ντελίβερι ταυτόχρονα. Όμως κάπου την σπάει ο ξάδελφος στα οικονομικά, αφήνοντας τον εκτεθειμένο. Τσακώνονται. Του δίνει μια σπρωξιά.

  Όσα δεν φέρνει η ώρα τα φέρνει μια στιγμή. Ο ξάδελφος πέφτει πίσω, με το κεφάλι του να κτυπάει στο σώμα ενός καλοριφέρ. Πεθαίνει.

  Και τώρα τι γίνεται;

  Στον κόσμο μας, φόνος εξ αμελείας, όχι εκ προμελέτης, με μια πολύ ελαφρότερη ποινή.

  Δεν μπορεί, το ίδιο θα συμβαίνει και στο Ιράν.

  Αναρωτιόμουνα.

  Αμ δε.

  Αντιγράφω την ατάκα: -Είμαι τόσο κοντά στο θάνατο.

  Αυτό της το λέει ο άντρας της, στη φυλακή.

  Ας κάνω ένα γενικότερο σχόλιο. Μια είναι η θρησκεία, ο ιουδαϊσμός. Με δυο μεγάλες αιρέσεις, τον χριστιανισμό και τον μουσουλμανισμό. Ο ιουδαϊσμός βρίσκεται πιο κοντά στον μουσουλμανισμό: απαγόρευση χοιρινού κρέατος, περιτομή. Το ότι οι εβραίοι δεν λιθοβολούν την μοιχαλίδα και δεν ακολουθούν το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» του προφήτη τους του Μωυσή, είναι γιατί κουβάλησαν στο Ισραήλ την ευρωπαϊκή κουλτούρα τους, διώχνοντας τους Παλαιστίνιους από τις εστίες τους.

  Η σαρία είναι σαφής: ο φόνος πληρώνεται με φόνο. Εκτός και αν οι συγγενείς του σκοτωμένου δεχθούν να «δεχθούν» χρηματική αποζημίωση από τον φονιά.

  Ο πατέρας του σκοτωμένου δεν είναι καθόλου διατεθειμένος για κάτι τέτοιο.

  Στην απελπισία του τον καλεί στη φυλακή και του λέει ότι τσακώθηκε με το γιο του γιατί γλυκοκοίταζε τη γυναίκα του. Αυτός, για να δεχθεί την χρηματική αποζημίωση θέτει έναν όρο: να χωρίσει με τη γυναίκα του.

  Την καλεί στη φυλακή και της το λέει. Θα χωρίσουν εικονικά. Όταν αποφυλακισθεί θα την πάρει να φύγουν σε άλλη γη σ’ άλλα μέρη, που δεν τους ξέρει κανείς. Της ομολογεί τι είπε στον πατέρα του σκοτωμένου, φοβόταν για τη ζωή του.

  Στο μεταξύ αυτή γίνεται ρόμπα στα μάτια όλων.

  Όμως αποκαλύπτεται το ψέμα, τι γλυκοκοίταζε τη γυναίκα του ο ξάδελφος, αφού ήταν ήδη αρραβωνιασμένος, όμως δεν τολμούσε να το πει στον πατέρα του γιατί δεν θα συναινούσε στο γάμο.

  Η Αζάρ, όπως και η Σάρα, όπως και η Νόρα, ζητάει διαζύγιο, πραγματικό και όχι εικονικό.

  Θα πάει να μείνει με τους γονείς της. Την εξευτέλισε ο άντρας της με αυτό που έκανε, δεν τον θέλει πιά.

  Περίεργο:

  Το 2000 που η Μαρζιέ Μεσκινί, η γυναίκα του Mohsen Makhmalmbaf, γύρισε την ταινία «Την ημέρα που έγινα γυναίκα», η γυναίκα δεν απαγορευόταν να πηγαίνει με ποδήλατο, παρόλο που η κοινωνία το έβρισκε κατακριτέο. Όμως, διαβάζω στην ανάρτησή μου, «Αν και δεν υπάρχει επίσημος νόμος που να απαγορεύει στις γυναίκες να ποδηλατούν, το 2016 ο Ανώτατος Ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ [Αυτόν που σκότωσαν πρόσφατα οι αμερικάνοι], εξέδωσε φετφά (θρησκευτική γνωμοδότηση) που απαγορεύει στις γυναίκες να ποδηλατούν σε δημόσιους χώρους, θεωρώντας ότι αυτό μπορεί να προκαλέσει "ηθική διαφθορά" και να παραβιάσει την "αγνότητα" των γυναικών».

  Για τις μηχανές, τις μοτοσυκλέτες, φαίνεται δεν υπήρχε ανάλογο φετφά. Ο άντρας της και ο γιος της την παρακολουθούν σε αγώνα motocross, γεμάτοι θαυμασμό, στην αρχή της ταινίας. Όμως, όταν ο ντελιβεράς του εστιατορίου απουσιάζει, η Νίκι Καρίμι (εξαιρετική στο ρόλο της) θα παραδίδει η ίδια τις παραγγελίες με τη μηχανή της, προς αγανάκτηση του πατέρα του σκοτωμένου που έτυχε να τη δει.

  Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, και με την ενθάρρυνση των δύο υπαλλήλων τους, είχε αποφασίσει να κρατήσει το μαγαζί.

  Σε μια κοινωνία που η γυναίκα μετράει το μισό ενός άντρα, έχω δει ταινίες, που δεν τις θυμάμαι, στις οποίες παρουσιάζεται η γυναίκα με δυναμισμό και αποφασιστικότητα. Τη «Σάρα» την ανέφερα, θυμάμαι και την «Ταρανέ» (2002) του Ρασούλ Σαντραμελί.

  Από τους 351 που βαθμολόγησαν, ο μέσος όρος βγήκε 4,6. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι περισσότεροι ήταν φαλλοκράτες ιρανοί. Εγώ έβαλα 8.

  Την ταινία την βρήκα στο https://www.imvbox.com/en, όπου είχα συνδρομή για τρία νομίζω χρόνια. Μετά σταμάτησα, δεν είχε νόημα. Παράτησα την «Εισαγωγή στον Ιρανικό κινηματογράφο» στην ενότητα με τον κινηματογράφο για παιδιά (μετεπαναστατικά), και δεν θα επιστρέψω παρά αφού τελειώσω – αν τελειώσω – την «Εισαγωγή στον κινέζικο κινηματογράφο». Από περιέργεια έψαξα για άλλες ταινίες του Hamzei στο imvbox. Ήταν η μοναδική που είχε υπότιτλους (πάντα τις έβλεπα με τους αγγλικούς). Ο «Αρχηγός» δεν υπήρχε, αλλά φαντάζομαι θα μας στείλει σύνδεσμο ο Κοσσιβάκης που μας ενημέρωσε για την προβολή.

Bertrand Blier, Ετοιμάστε τα μαντήλια σας (Preparez vos mouchoirs, 1978)

 Bertrand Blier, Ετοιμάστε τα μαντήλια σας (Preparez vos mouchoirs, 1978)

 


  Εξαιρετική κωμωδία, μου τη σύστησε ο φίλος μου ο Νίκος. Μόλις πάτησε τα τριάντα, στιλάκι ο Ζεράρ Ντεπαρτιέ, αργότερα κατάντησε Οβελίξ.

  Γκροτέσκα κωμωδία.

  Σε κατάθλιψη η γυναίκα του. Την αγαπάει. Στην απελπισία του, σκέφτεται ότι αν είχε σεξουαλική σχέση με κάποιον άλλο άντρα ίσως ξανάβρισκε το χαμόγελό της.

  Και τον βρήκε.

  Μια γυναίκα, δύο άντρες.

  Αλήθεια, με ποιον θα καταλήξει τελικά;

  Έχω αναφερθεί στο διδακτορικό μου ότι συχνά η μυθοπλασία αποτελεί μια ικανοποίηση σε φαντασιακό επίπεδο επιθυμιών μας. Θέλουμε το κακό πάντα να τιμωρείται, αλλά αυτό το «πάντα» μόνο στην αφηγηματική μυθοπλασία θα το βρούμε, π.χ. στα αστυνομικά μυθιστορήματα.

  Και τι γίνεται με τις σεξουαλικές μας επιθυμίες;

  Στο φαντασιακό κάθε άντρα (καλά ντε, μη βαράτε, σχεδόν κάθε άντρα) βρίσκεται το να αποτελεί το αντικείμενο σεξουαλικής επιθυμίας μιας νεαρής κοπέλας. Η πιο πλήρη έκφραση στη μυθοπλασία μιας τέτοιας επιθυμίας βρίσκεται στην ταινία του Ζυλ Ντασέν «Circle of two» (1980) που την είδα πολύ παλιά με τον ελληνικό τίτλο «Στα δεκαέξι γνώρισα τον έρωτα». Βέβαια η σχέση δεν ολοκληρώνεται, θα σόκαρε το κοινό, θα ήταν μια αποπλάνηση ανηλίκου, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον συγκρατείται, παρόλο που η Τατούμ Ο’ Νηλ τον ήθελε πάρα πολύ. Το αντίστροφο είναι η φαντασίωση μιας ώριμης γυναίκας να αποτελεί αντικείμενο του έρωτα ενός νεαρού άντρα. Εδώ δεν υπάρχει αποπλάνηση ανηλίκου. Η πιο χαρακτηριστική ταινία είναι τα «40 καράτια» του Μίλτον Κατσέλας με τη Λιβ Ούλμαν, στην οποία υπάρχει και μια παράλληλη πλοκή με το αντίστροφο μοτίβο.

  Αλλά, το να αποτελεί η μεγάλη γυναίκα το αντικείμενο της σεξουαλικής επιθυμίας ενός δεκατριάχρονου, και να ενδίδει τελικά, ε, αυτό στη μυθοπλασία δεν το έχω ξανασυναντήσει, αν και έχει συμβεί στην πραγματικότητα, όμως όχι ακριβώς έτσι, αλλά σαν αποπλάνηση ανηλίκου. Στην περίπτωσή της βέβαια δεν ισχύει, δεν τον αποπλάνησε, απλά στην κατάσταση που ήταν αφέθηκε. Περίπου έκανε μια καλή πράξη.

  Στο τέλος της ταινίας βλέπουμε την πατέρα του σε αναπηρική, αυτήν έγκυο και το νεαρό βέβαια να βρίσκεται μαζί τους.

  Και η μητέρα του;

  Παράτησε τον πατέρα της για κάποιον φίλο αυτού του περίεργου τρίο.

  Η πλοκή που σας είπα δεν μοιάζει να είναι πλοκή κωμωδίας. Όμως σαν τέτοια μου την σύστησε ο φίλος μου ο Νίκος, και ήταν πραγματικά απολαυστική. 6,9 η βαθμολογία της. Εγώ έβαλα 7.

  Και για μένα ένα συν στην ταινία: ακούσαμε πολύ Μότσαρτ, ο αγαπημένος συνθέτης του δεύτερου άντρα.

  Που στο τελευταίο πλάνο τους βλέπουμε να απομακρύνονται με αργά βήματα, απογοητευμένοι. Τους είχαν δει από το παράθυρο, κατάλαβαν. Το παιχνίδι το είχαν χάσει.

Sunday, April 19, 2026

Charles Kinnane και Daniel Kinnane, Solo mio (2026)

 Charles Kinnane και Daniel Kinnane, Solo mio (2026)

 


  Εξακολουθεί να παίζεται στους κινηματογράφους.

  «Η νύφη το ’σκασε», μπορούμε να το πούμε και μοτίβο (πολλοί της παλιάς γενιάς όπως εγώ θα έχετε δει την ταινία με την Τζένη Καρέζη), το έχω δει και σε άλλες ταινίες.

  (Τελικά η συνειρμική μου μνήμη δεν λειτουργεί και τόσο καλά όσο νόμιζα. Ξαναδιαβάζοντας την ανάρτηση που έκανα για τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι πέφτω πάνω στο παρακάτω απόσπασμα: «Ο Μίσκιν και η Ναστάζια αρραβωνιάζονται, επισύροντας τη γενική κατακραυγή. Ο Μίσκιν περιμένει στην εκκλησία και η νύφη το σκάει με το Ραγκόζιν αφήνοντάς τον στα κρύα του λουτρού»).

  Ας πούμε πρώτα την σύμπτωση. Την ίδια μέρα που είδα την ταινία, λίγο πριν, άκουσα και μια σχεδόν ίδια ιστορία. Η νύφη δεν το έσκασε αφήνοντας τον γαμπρό στα κρύα του λουτρού μέσα στην εκκλησία, αλλά την παραμονή. Άντε τώρα να ενημερώσουν τους καλεσμένους, και πώς.

  Όμως ο μήνας το μέλιτος είχε κλειστεί. Πολυτελές ξενοδοχείο, με πρόγραμμα ξεναγήσεων κ.λπ., δεν μπορούσε να ακυρωθεί.

  Μα μια χαρά θα περάσει και μόνος του.

  Κωμωδία, το happy end είναι προβλέψιμο, όπως και η καινούρια σχέση. Θα τον δούμε σε απολαυστικά επεισόδια μαζί της αλλά και με δυο άλλα ζευγάρια.

  Και η πρώην;

  Που αποδεικνύεται ότι είχε κάποια επαφή με τη νυν;

  Όχι, δεν θα σας πω τι είδους επαφή και ποια είναι η κατάληξη. Μπορεί το σασπένς να είναι το εκ των ων ουκ άνευ στη συγγραφή ενός σεναρίου κατά τον Syd Field, γιατί να μην είναι άραγε και σε μια κινηματογραφική κριτική;

  Απολαυστικότατοι όλοι τους, και κυρίως ο παραλίγο γαμπρός, ο Kevin James.

  Η πλοκή διαδραματίζεται στην Ιταλία. Ο τίτλος της ταινίας είναι ιταλικός. Λες οι αδελφοί Kinnane να έχουν ιταλικές ρίζες; Και εξάλλου η ταινία μου θύμιζε ιταλική κωμωδία, όλες τους απολαυστικές, σε αντίθεση με τις αμερικάνικες που είναι σαχλές, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

  Όχι, με διαβεβαιώνει το perplexity, το όνομα είναι ιρλανδικό.

  Μην τη χάσετε. 6,8 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 8.

Babak Lotfi Khajepasha, Στην αγκαλιά του δέντρου (In the arms of the tree, 2023)

 Babak Lotfi Khajepasha, Στην αγκαλιά του δέντρου (In the arms of the tree, 2023)

 


  Εξακολουθεί να παίζεται στο Στούντιο και στο Ατενέ.

  Ξέρουμε ότι τα παιδιά είναι τα μεγάλα θύματα σε περίπτωση διαζυγίου. Έχω ξεχάσει τις ταινίες που έχω δει που έχουν αυτό το θέμα, θυμάμαι όμως έντονα το «Ένας χωρισμός» του Ασγάρ Φαρχάντι, με το ανοικτό τέλος. Είναι βέβαια και η ταινία «Ξεκινήματα», που εξακολουθεί να προβάλλεται στους κινηματογράφους.  

  Η διαφορά: Εκεί ήταν ένα κορίτσι που πρέπει να αποφασίσει με ποιον από τους δυο γονείς θέλει να μείνει. Εδώ έχουμε δυο αγοράκια, που είναι αχώριστα. Μαντεύουν ότι κάτι συμβαίνει. Ο πατέρας προειδοποιεί το θείο τους, να μην τα παίρνει πάντα μαζί, πρέπει να συνηθίσουν στο χωρισμό.

  Αμ δε.

  Το τέλος της ταινίας είναι συγκλονιστικό. Ένα αφηγηματικό κενό δημιουργεί ένα μείζον σασπένς που διατρέχει ένα μεγάλο μέρος της ταινίας προς το τέλος της.

  Τι έγιναν τα παιδιά, πνίγηκαν;

  Αγωνία των γονιών, του θείου, που νιώθει ένοχος, και των άλλων που τρέχουν απεγνωσμένα να τα βρουν. Όμως σχεδόν η μισή ταινία καταλαμβάνεται από επεισόδια και πλάνα με τα δυο μικρά αγόρια.

  Στον ιρανικό κινηματογράφο υπάρχει μια ειδική κατηγορία έργων για/με παιδιά.

  Γράφω μια «Εισαγωγή στον ιρανικό κινηματογράφο». Καθώς θεωρώ πολύ πιθανόν να μην την τελειώσω, ανάρτησα στο blog μου για τον προεπαναστατικό κινηματογράφο. Τώρα λέω να αναρτήσω το σχετικό απόσπασμα προσχέδιο (όχι το εκτενές που έγραψα αργότερα) που έχω γράψει για τον μετεπαναστατικό κινηματογράφο, που προς το παρόν τον πραγματεύομαι θεματικά, με πρώτο μέρος τις πολεμικές ταινίες και δεύτερο τις ταινίες με/για παιδιά.

  Ο «Κινηματογράφος με παιδιά» είναι ένα είδος, θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε, ειδικά ιρανικό.

  Κατ’ αρχάς να πούμε ότι ξεχωρίζει από τον «Κινηματογράφο για παιδιά», που απευθύνεται ειδικά στα παιδιά. Ο «Κινηματογράφος με παιδιά» όμως μπορεί να απευθύνεται τόσο στους μεγάλους όσο και στα παιδιά.

  Το είδος χρονολογείται πριν από την επανάσταση, αλλά γνώρισε μεγάλη ακμή μετά την επανάσταση, που κράτησε σχεδόν μέχρι το τέλος της χιλιετηρίδας.

  Ο «Κινηματογράφος με παιδιά» αποτελούσε μια εξέλιξη του «Κινηματογράφου για παιδιά», που εν πολλοίς οφείλεται στον Αμπάς Κιαροσταμί. Ο Κιαροσταμί γύρισε ταινίες για παιδιά στο τμήμα κινηματογράφου του Kanoon, ένα ίδρυμα που επιχορηγούνταν από το κράτος με στόχο την πνευματική ανάπτυξη παιδιών και εφήβων, μικρού μήκους όλες τους.

  Υπήρξαν και άλλα ιδρύματα που για κάποιο διάστημα καθένα του χρηματοδοτούσε ταινίες με παιδιά ή για παιδιά.

    Η άνθηση του κινηματογράφου για/με παιδιά υπήρξε τέτοια ώστε όχι μόνο δημιουργήθηκαν κινηματογραφικές αίθουσες ειδικά για παιδιά αλλά και ένα φεστιβάλ για ταινίες για/με παιδιά.

  Ο «Κινηματογράφος με παιδιά» όμως αναπτύχθηκε ιδιαίτερα μετά το μέσο της δεκαετίας του ’80. Ένας βασικός λόγος γι’ αυτή την ανάπτυξη είναι ότι οι σκηνοθέτες απέφευγαν το σκόπελο της λογοκρισίας που ίσχυε για τις άλλες ταινίες, με βασικό εμπόδιο την ευπρεπή συμπεριφορά και ενδυμασία ανδρών αλλά κυρίως γυναικών. Τέτοιοι περιορισμοί δεν υπήρχαν στις ταινίας με παιδιά, που είχαν και μικρότερο κόστος παραγωγής καθώς η αμοιβή για τους μικρούς ερασιτέχνες ηθοποιούς ήταν σαφώς μικρότερη από ότι για μεγάλους ηθοποιούς.

  Ο κινηματογράφος για/με παιδιά άρχισε να φθίνει με την εκλογή του μεταρρυθμιστή προέδρου Αλί Χαταμί το 1997. Η λογοκρισία χαλάρωσε, πράγμα που οδήγησε τους σκηνοθέτες να κάνουν ταινίες για μεγάλους.

  Η εξάπλωση του διαδικτύου οδήγησε επίσης στην παρακμή του κινηματογράφου για παιδιά. Τώρα τα παιδιά μπορούσαν να έχουν πάρα πολύ εύκολη πρόσβαση σε δυτικές ταινίες, που ήταν καλύτερες από τις ιρανικές καθώς είχαν γίνει με καλύτερη ψηφιακή τεχνολογία.

  Φυσικά το είδος δεν εξαφανίστηκε. Αξίζει να αναφέρουμε τον «Σκιέρ» (2018) του Fereydoun Najafi».

  Και μια ατάκα από την ταινία: Ο δάσκαλος είπε ότι τα κορίτσια γίνονται γυναίκες μετά τα 9 και τα αγόρια γίνονται άντρες μετά τα 14. Μπορεί να έχω γράψει στην κριτική για την ταινία «Την ημέρα που έγινα γυναίκα» για ποιο λόγο τα κορίτσια γίνονται γυναίκες μετά τα 9.

  Εξαιρετική ταινία, παρά το 6 της βαθμολογίας της. Εγώ βέβαια έβαλα 8.

Saturday, April 18, 2026

Νίκος Κορνήλιος, Η θάλασσα το χειμώνα (2025)

 Νίκος Κορνήλιος, Η θάλασσα το χειμώνα (2025)

 


Από σήμερα στην αίθουσα 1 της ταινιοθήκης της Ελλάδος

 

  Τρεις μοναξιασμένοι άνθρωποι μπλέκουν σε ένα τρίο. Καταλύτης η Ναντίν (εξαιρετική στο ρόλο της η Αδελαΐδα Κατσίδε), γεωλόγος, που έρχεται στο Λαύριο για έρευνα. Οι άλλοι δύο είναι ο Χρήστος, απόγονος μεταλλωρύχων και φύλακας σε ένα εργοστάσιο (απομακρύνει τους παρείσακτους από την περιοχή), και η Κατερίνα, που έχει ένα ψαροκάικο.

  Το ερώτημα για το νόημα της ζωής το θέτουν συχνά οι καταθλιπτικοί στον εαυτό τους. Νομίζω το έθεσε η Ναντίν. Και ο Χρήστος, ατενίζοντας απέναντί του το Λαύριο, «αποδομεί» το νόημα της ζωής που ο Βίκτορ Φρανκλ, θεμελιωτής της υπαρξιακής ψυχολογίας, το θεωρεί ως απαραίτητο για την ψυχική ισορροπία. Δεν θυμάμαι ποιος δικός του ήταν στη Μακρόνησο. Αρνιόταν να υπογράψει. Αν υπέγραφε, θα ακύρωνε το νόημα που είχε δώσει στη ζωή του, τον αγώνα για μια δικαιότερη κοινωνία. Τον έβαλαν σε ένα σακί με μια γάτα και τον έριξαν στη θάλασσα, ένα συνηθισμένο βασανιστήριο. Γύρισε σπίτι με σαλεμένα τα μυαλά του.

  Ναντίν και Χρήστος, που μια αύρα συμπάθειας πλησιάζει τη σεξουαλική έλξη, σίγουρα από τη μεριά του.

  Χρήστος και Κατερίνα, που ένα πείσμα τους κράτησε μακριά για 27 χρόνια, όσα είναι και τα χρόνια της Ναντίν.

  Δεν έχει ιστορία μόνο η Μακρόνησος, έχει και το Λαύριο. Ο Χρήστος αφηγείται την απεργία των μεταλλωρύχων, ποια ήταν τα αιτήματά τους που η ικανοποίησή τους σε μας σήμερα φαίνεται αυτονόητη, και ο σκληρός τρόπος με τον οποίο καταπνίγηκε.

  Με εικαστικά πλάνα, με επεισόδια που δεν ολοκληρώνονται, ο Κορνήλιος δημιουργεί μια ταινία με έντονο σασπένς, σαν θρίλερ, που κορυφώνεται στο τέλος.

  «Το σεξ είναι η παρηγοριά που έχει κανείς όταν δεν υπάρχει έρωτας», λέει ο Μάρκες στις «Θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου».

  Και όταν δεν υπάρχει σεξ, ο αυνανισμός.

  Εξαιρετική ταινία. Μπορεί το 7,5 της βαθμολογίας της στο IMDb να είναι στημένο (10 άτομα όλα κι όλα ψήφισαν), όμως εγώ έβαλα 8.

Thursday, April 16, 2026

Lu Chuan, Kekexili, mountain patrol (可可西里, 2004)

 Lu Chuan, Kekexili, mountain patrol (可可西里, 2004)

 


  Πριν χρόνια είχα διαβάσει για τους vigilantes, που προστάτευαν επιβάτες σε μετρό από επιθέσεις ληστών και χούλιγκαν στις ΗΠΑ. Τώρα βλέπω ότι υπήρξαν τέτοιοι και στο Kekexili, μια μακρινή περιοχή στο Θιβέτ, για να προστατέψουν τη θιβετιανή αντιλόπη από τους λαθροθήρες, που μοσχοπουλούσαν τα δέρματά της στις αγορές του εξωτερικού.

  Αρχηγός τους ο Ritai, που βασίζεται στο αληθινό πρόσωπο του Sonam Dargye. H ταινία ξεκινάει με την εκτέλεσή του από τους λαθροθήρες.

  Δεν κάνω spoiler, δεν υπάρχει στην ταινία. Τους δολοφόνους του τους κυνήγησαν. Αυτόν που τον πυροβόλησε τον σκότωσαν επί τόπου, ένας άλλος καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε ενώ κάποιοι άλλοι σε μακροχρόνιες φυλακίσεις. Αν παρακολουθήσετε τους συνδέσμους στη βικιπαίδεια θα μάθετε λεπτομέρειες.

  Στη συνέχεια βλέπουμε έναν δημοσιογράφο να επισκέπτεται τους vigilantes. Τους ακολουθεί στην καταδίωξη των λαθροκυνηγών.

  Η ταινία έχει τη σκληρότητα του western, με τη διαφορά ότι η πλοκή διαδραματίζεται σε ένα ορεινό τοπίο που κάποια στιγμή θα σκεπαστεί από χιόνι. Οι κίνδυνοι παραμονεύουν. Ένας εκπρόσωπος κάποιου από τους χρηματοδότες που ήλθε να παρακολουθήσει τα γυρίσματα σκοτώθηκε σε τροχαίο. Όλοι οι συντελεστές στην ταινία υπέφεραν. Δεν ξέρω αν συνέβη πραγματικά το επεισόδιο, κάποιον τον κατάπιε η άμμος.

  Το ρεπορτάζ του δημοσιογράφου συγκίνησε το κοινό και ταρακούνησε τις αρχές. Κρατικές μονάδες φύλαξης του Kekexili αντικατέστησαν τους vigilantes, που αντιμετώπιζαν συχνά οικονομικά προβλήματα. Όσο για τον Dargye, του έστησαν άγαλμα.

  Εξαιρετική ταινία. Θα προβληθεί με άλλες τρεις (εμείς είδαμε τις δυο, το «Nanjing, Nanjing» και «Γεννημένη στην Κίνα». Η τρίτη είναι για τους ολυμπιακούς του Πεκίνου) μεταξύ 12 και 19 Μάη στο το Στούντιο, παρουσία του σκηνοθέτη. Μην τις χάσετε.

  Παρεμπιπτόντως, τον Lu Chuan τον βλέπουμε πακέτο. Είδαμε την πρώτη του ταινία, «The missing gun», και θα δούμε άλλες τρεις.   

Lee Sang-il, Εθνικός θησαυρός (Kokuho, 2025)

 Lee Sang-il, Εθνικός θησαυρός (Kokuho, 2025)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Οι αναμνήσεις με συγκινούν όλο και περισσότερο. Το «Πώς δενότανε το ατσάλι» με γύρισε 60 χρόνια πίσω, όταν διάβασα το μυθιστόρημα μαθητής. Ο «Εθνικός θησαυρός» με γύρισε πίσω 25 χρόνια, τότε που έγραφα το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας» (εκδόθηκε το 2010 από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ).

  Ο «Εθνικός θησαυρός» (κάτι αντίστοιχο του народный артист, λαϊκού καλλιτέχνη, τίτλος που δινόταν σε διακεκριμένους καλλιτέχνες στην πρώην ΕΣΣΔ), είναι ο τίτλος που απονεμήθηκε στον Kikuo, onnagata του θεάτρου Καμπούκι.

  Τι είναι onnagata;

  Αντιγράφω από το βιβλίο μου.

  «  Η απαγόρευση των γυναικών στη σκηνή οδήγησε στο φαινόμενο του onnagata, του ηθοποιού που παίζει γυναικείους ρόλους…».

  Γράφω πάρα πολλά, ας περιοριστώ σ’ αυτό.

  Τον Kikuo, γιο ενός yakuza που τον σκοτώνει μια αντίπαλη συμμορία, τον αναλαμβάνει υπό την προστασία του ο Hanjiro, διάσημος onnagata. Είχε εντυπωσιαστεί από το ερασιτεχνικό παίξιμό του ως onnagata.

  Τον εκπαιδεύει παράλληλα με το γιο του, σαν onnagata. Σκληρός, απαιτητικός δάσκαλος. Όμως καλός δάσκαλος. Και ενώ η παράδοση λέει ότι τη διεύθυνση του θιάσου την παραδίδει ο πατέρας στο γιο, ο Hanjiro αποφασίσει να τη δώσει στον Kikuo και όχι στον γιο του τον Shunsuke. Και ενώ οι δυο έφηβοι ήταν αγαπημένοι φίλοι, οι σχέσεις τους περνάνε μια κρίση. Ο Shunsuke σηκώνεται και φεύγει μαζί με τη γυναίκα του και την κόρη του. Αυτή ξενοδουλεύει, αυτός παίζει σε καφέ και μπαρ.

  Να μην κάνω σπόιλερ και πω όλη την πλοκή, θα πω μόνο ότι οι δυο αγαπημένοι φίλοι ξανασμίγουν. Γίνονται ένα duo onnagata, και παίζουν ανάλογα έργα.

  Ένα πολύ μεγάλο μέρος της πλοκής είναι αποσπάσματα από έργα Καμπούκι.

  Θα ήθελα να ευχαριστήσω από αυτές τις γραμμές τον pen friend μου Otani Toshinori, που μου έστειλε βιντεοκασέτες με έργα Καμπούκι (το λαϊκό θέατρο), Νο (το αριστοκρατικό θέατρο) και Bunraku (κουκλοθέατρο), μια εποχή που δεν μπορούσα να βρω τίποτα στο διαδίκτυο, τότε που έγραφα το βιβλίο.

  Μια ανάλογη ταινία είναι η «Αντίο Παλλακίδα μου» του Chen Kaige, όπου εκεί βλέπουμε εκτενή αποσπάσματα από την ομώνυμη όπερα του Πεκίνου.

  Το τέλος της ταινίας, με δυο κορυφαία επεισόδια, είναι συγκλονιστικό.

  Η παράσταση του «Η κοπέλα ερωδιός» αποτελεί κατά κάποιο τρόπο και μια αντικατοπτρική ιστορία (mise en abyme), ή καλύτερα μια προσήμανση.

  Η ερωδιός μεταμορφώνεται σε γυναίκα, και ερωτεύεται έναν νέο. Ο έρωτάς της όμως δεν βρίσκει ανταπόδοση, οδηγώντας τη σιγά σιγά στο θάνατο·  σε αντίθεση με το «Άσπρο φίδι» στην ομώνυμη όπερα του Πεκίνου, που μεταμορφώθηκε σε γυναίκα, ερωτεύθηκε έναν νεαρό και ο έρωτάς της βρήκε ανταπόκριση.

  Ο χορός της γυναίκας ερωδιού είναι από τους κορυφαίους χορούς στο Καμπούκι, όπως και ο «Χορός του λιονταριού». Έψαξα να τον βρω στο youtube. Κάποιος έκανε ακριβώς αυτό που έκανα κι εγώ, αφήνοντας σχόλιο: «Τον είδα αφού είδα το Kokuho».

  Υφολογικά βρήκα κάτι πρωτότυπο, αν και δεν νομίζω δεν είναι το μοναδικό. Οι σκηνές σε κάποια «επεισόδια» βρίσκονται όχι στον συνταγματικό, αλλά στον παραδειγματικό άξονα.

  Παραθέτω δυο συνδέσμους με τον χορό του ερωδιού (Sagi musume).  

  7,6 η βαθμολογία της, εγώ, και για συναισθηματικούς λόγους, δεν μπορούσα να βάλω κάτω από 9.

https://www.youtube.com/watch?v=1KxDVAUghWY https://www.youtube.com/watch?v=3wXgh0uUv3k

Jeanette Nordahl, Ξεκινήματα (Beginnings, 2025)

 Jeanette Nordahl, Ξεκινήματα (Beginnings, 2025)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Μια υψηλή βαθμολογία μπορεί να την παίρνει μια ταινία για το θέμα, ενώ μια άλλη για την πραγμάτευσή του (πλοκή) και τη σκηνοθεσία. Ίσως το 6,8 η ταινία της Νορντάλ το πήρε για το θέμα.

  Κλασικό το μοτίβο: Ο άντρας αποφασίζει να εγκαταλείψει την οικογένεια για την γκόμενα.

  Όμως στα παιδιά να μην το πουν ακόμη, παρά μόνο όταν θα είναι οριστικό και τελεσίδικο. Υπάρχει και το πρόβλημα, πρέπει η γκόμενα να εγκατασταθεί στο καινούριο της σπίτι.

  Εδώ όμως παρουσιάζεται ένα άλλο πρόβλημα: η γυναίκα παθαίνει εγκεφαλικό, και η αποκατάσταση είναι πολύ αργή. Ο άντρας της δεν τολμάει να την εγκαταλείψει, χρειάζεται τη βοήθειά του.

  Τα μεγάλα θύματα σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι τα παιδιά. Η αντίδραση της μεγάλης κόρης, που χωρίς να της το πουν έχει μάθει, θα είναι εντελώς απροσδόκητη (σασπένς: τι είδους αντίδραση θα είναι αυτή; ).

  Τελικά τι θα γίνει στο τέλος;

  Το σπόιλερ που θα κάνω είναι εντελώς ανορθόδοξο: Εσείς τι φαντάζεστε ότι θα γίνει στο τέλος; Στύψετε το μυαλό σας και θα καταλάβετε.

  Όχι, δεν μου άρεσε η ταινία.

  Trivia.

  Να το ξαναπώ άλλη μια φορά, έχω πάθος με τις συμπτώσεις.

  Πριν λίγες μέρες ένας φίλος μου έπαθε εγκεφαλικό, ευτυχώς πολύ μικρό. Χωρίς κινητικά προβλήματα, σε μισή ώρα είχε αποκατασταθεί η ομιλία του.

  Προχθές έκανα μαγνητική τομογραφία, σπονδυλικής στήλης. Και η γυναίκα μπήκε σ’ αυτό το σωλήνα, τον οποίο βλέπουν με φρίκη οι κλειστοφοβικοί.

  Όσο για το νοσοκομείο, το έφαγα στη μάπα πριν ενάμισι χρόνο, για δυόμισι ολόκληρους μήνες. Και θα ξαναπάω σε ένα μήνα περίπου για εγχείρηση προστάτη.

Sunday, April 12, 2026

Lu Chuan The missing gun (寻枪, 2002)

 Lu Chuan The missing gun (寻枪, 2002)

 


  Τον Lu Chuan τον βλέπουμε πακέτο, μια και θα δούμε όσο περισσότερους κινέζους σκηνοθέτες μπορούμε πακέτο, και επειδή θα γίνει μια εβδομάδα προβολής ταινιών του στο Στούντιο το Μάιο, με την παρουσία του. Το «Όπλο που λείπει» είναι η πρώτη του ταινία.

  H πλοκή: Ο Ma Shan, αστυνομικός χάνει το όπλο του. Για την ακρίβεια του το κλέβουν στο γάμο της αδελφής του. Και βρισκόμαστε μπροστά στο μοτίβο της αναζήτησης: Ψάχνει απεγνωσμένα να το βρει.

  Η πρώην του δολοφονείται, θα θεωρηθεί ένοχος και θα φυλακισθεί, όμως μετά θα ελευθερωθεί, άλλος είναι ο ένοχος. Πιο πριν είχε να αντιμετωπίσει και τη ζήλια της γυναίκας του.

  To imdb δεν έχει καθόλου την αίσθηση του χιούμορ. Χαρακτηρίζει την ταινία σαν crime, drama, mystery, ενώ η λέξη comedy απουσιάζει. Ίσως δεν την αντιλαμβάνεται στην ερμηνεία του Wen Jiang, που τον είδαμε σαν σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή στην ταινία «Devils on the doorstep», με μια underacting ερμηνεία, στον αντίποδα εντελώς της overacting ερμηνείας ενός ας πούμε Mr. Bean.

  Και είδαμε επίσης το σαρδόνιο τέλος, που δεν είναι αναμενόμενο ούτε στα crime ούτε στις comedy: O «κακός» που, και εδώ είναι το περίεργο, δεν είναι ο κλασικός κακός, έχει κάθε λόγο να σκοτώσει, μόνο που έκανε λάθος, τον πέρασε για τον άλλο. Και πώς τελειώνει η ταινία; Με την ψυχή του Ma Shan να βγαίνει από το σώμα του, και να προχωράει προς την κατεύθυνση της κάμερας ξεκαρδιζόμενη στα γέλια.

  Παρόμοιο τέλος είδαμε και στο «Διάβολοι στο κατώφλι».